Η ταινία έχει διάρκεια 40 λεπτά — The film lasts 40 minutes — Le film dure 40 minutes

How Much Further? (Video in English)

C’est encore loin? (in English, Greek subtitles)

Γυρισμένο στην Αθήνα μεταξύ Οκτωβρίου 2011 και Φεβρουαρίου 2012, εν μέσω της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής αναταραχής, το ντοκιμαντέρ δίνει βήμα στις φωνές εκείνων που έχουν εγκαταλείψει το Αφγανιστάν, τη Σομαλία ή το Σουδάν ελπίζοντας να βρουν καταφύγιο στην Ευρώπη.
Μετά από μήνες ή ακόμη και χρόνια στο δρόμο, φτάνουν στην Ελλάδα, μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός αντιμετωπίζει το πλήρες βάρος της οικονομικής κρίσης και τα συστήματα ασύλου και υποδοχής είναι εντελώς δυσλειτουργικά. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε βλέπουν άλλη επιλογή από το να πάρουν να το δρόμο και πάλι με την ελπίδα να φτάσουν σε μια χώρα που θα μπορεί να τους δεχτεί και να εξετάσει το αίτημά τους για άσυλο. Αλλά, από τη στιγμή που έχουν εισέλθει στην Ελλάδα, είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εγκαταλείψουν τη χώρα λόγω των ευρωπαϊκών πολιτικών που τους εγκλωβίζουν νομικά στην Ελλάδα.
Το ντοκιμαντέρ είναι ο καρπός της συνεργασίας μεταξύ ECRE (European Council on Refugees and Exiles), του Ελληνικού Φόρουμ Προσφύγων ( Greek Forum of Refugees) και του κινηματογραφιστή Matthias Wiessler, και υποστηρίζεται από το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Ενσωμάτωση και τη Μετανάστευση (EPIM).

Μετά από τις ταυτόχρονες πρεμιέρες στις Βρυξέλλες και Αθήνα για την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου), το «Πόσο Μακριά Ακόμα;» έχει ήδη παρουσιαστεί σε 2 άλλες προβολές μέχρι στιγμής, στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκής Πολιτικής και στους μαθητές του Δικτύου Οδυσσέας στο Θερινό Σχολείο Ευρωπαϊκού Δικαίου και Πολιτικής για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.
Αυτοί οι άνδρες, οι γυναίκες και οι οικογένειες έχουν, ως επί το πλείστον, ξοδέψει όλες τις οικονομίες τους για το μακρύ ταξίδι τους, το οποίο τους οδήγησε στην Ευρώπη, με τους περισσότερους ανθρώπους να πληρώνουν λαθρεμπόρους να περάσουν τα σύνορα. Μπορούν να βρεθούν σε μεγάλη ένδεια στην Αθήνα, η οποία έχει μόλις 1.000 θέσεις υποδοχής για πάνω από 9.000 αιτούντες άσυλο το 2011 και μόνο. Με καμία ελπίδα να φύγουν από την Ελλάδα νόμιμα και με ασφάλεια, χωρίς την ελπίδα της ζωής με αξιοπρέπεια στην Ελλάδα, χωρίς ελπίδα επιστροφής στις χώρες τους και σε ένα ευμετάβλητο περιβάλλον γεμάτο από κοινωνικές εντάσεις και με την ξενοφοβία σε άνοδο, μαζεύονται όπου μπορούν και περιμένουν ελπίζοντας να βρούνε έναν τρόπο να φύγουν.
Το ‘Πόσο Μακριά Ακόμα;’ (How Much Further?) είναι μια «ταινία δρόμου» τοποθετημένη στην Αθήνα. Από κρυμμένα διαμερίσματα, κατοικίες κοινοτήτων των προσφύγων και δημόσια πάρκα, οι πρόσφυγες μας λένε τις ιστορίες τους για το πώς ζουν και παρουσιάζουν τις λύσεις τους. Εκπρόσωποι από αρμόδια θεσμικά όργανα, πολιτικοί και εκπρόσωποι οργανισμών προσθέτουν σχόλια και τις λύσεις τους για την κρίση.

http://www.ecre.org/component/content/article/67-films/288-how-much-further.html
Source video:
http://vimeo.com/46319686
The source video is uploaded to vimeo with a public Attribution-NonCommercial 3.0 Unported (CC BY-NC 3.0) Creative Commons License by its creator Matthias Wiessler

Category: Nonprofits & Activism

License: Standard YouTube License

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-ON

http://wp.me/pcPJ9-ON

Violent August: The 1918 Anti-Greek Riots in Toronto – Documentary Film

Août Violent: Les Émeutes anti-Grec à Toronto en 1918 – Film Documentaire

Μια ζεστή νύχτα του Αυγούστου, όχι και τόσο πολύ καιρό πριν και για τις επόμενες τέσσερις συνεχόμενες νύχτες, οι καλοί πολίτες του Τορόντο «τα πήραν» και πυροδότησαν τη μεγαλύτερη εξέγερση στην ιστορία της πόλης και μία από τις μεγαλύτερες ανθελληνικές ταραχές στον κόσμο.
Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί τους Έλληνες; Ποιες ήταν οι συνέπειες; Γιατί, μέχρι σήμερα, αυτό το απίστευτο περιστατικό έχει ξεχαστεί;
Η ταινία «Βίαιος Αύγουστος» ενσωματώνει λεπτομερείς συνεντεύξεις με ιστορικούς αλλά και μέλη των οικογενειών των πληγέντων, διερευνά τα αίτια της εξέγερσης και εξιστορεί τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια. Χρησιμοποιεί πραγματικές φωτογραφίες αρχείου, δημοσιεύματα εφημερίδων και επίκαιρο υλικό αναπαράστασης και ξαναζωντανεύει ανθρώπους, τόπους και γεγονότα.

Η ταινία «Βίαιος Αύγουστος» αποκαλύπτει τις κοινωνικές συνθήκες και τα κίνητρα των εξαγριωμένων βετεράνων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που ξεκίνησαν τις ταραχές και τη θέση της μικρής κοινότητας των Ελλήνων μεταναστών και εστιατόρων, που άθελά τους υπήρξαν το έναυσμα για τη βία. Η ταινία προσφέρει ένα ισχυρό και συγκλονιστικό παράδειγμα για το πώς ένα φοβερό κλίμα ρατσισμού και αγανάκτησης, μετατράπηκε σε ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί με την παραμικρή πρόκληση.

On a hot August night, not all that long ago and for the next four consecutive nights the good citizens of Toronto went crazy and ignited the largest riot in the city’s history and one of the largest anti-Greek riots in the world.
Why did it happen? Why the Greeks? What were the consequences? Why, until now, has this incredible incident been forgotten? Incorporating detailed interviews with historians and family members of those affected, Violent August explores the causes of the riot and chronicles the events in detail. Using actual archival photos, newspaper reports and representational newsreel footage, the documentary brings the people, places and incidents vividly to life.
Violent August reveals the social conditions and motives of the enraged WW1 veterans who started the riots and the position of the small community of Greek immigrants and restaurant operators who unwittingly became the lightening rod for the violence. The film provides a powerful and shocking example of how a festering climate of racism and resentment became a ticking time bomb primed to explode at the slightest provocation.

Produced, Written and Directed by: John Burry
Associate producer: Lynne Thorogood-Burry
Edited by Pete Raekelboom
FEATURING:
Prof. Thomas Gallant, Chair, Modern Greek History, University of California San Diego
Prof. Yiorgios Anagnostou, Associate Professor, Modern Greek and American Ethnic Studies, Ohio State University.
J.L. Granatstein
celebrated author and military historian.
A BURGEONING COMMUNICATIONS FILM PRODUCED WITH FUNDING FROM THE OMNI INDEPENDENT PRODUCERS FUND.

Άλλες Πηγές — Other Sources — Autres Sources
1.- “The 1918 Anti-Greek Riot in Toronto.”, Synopsis, Thomas W. Gallant, George Treheles, and Michael Vitopoulos
2.- 1918 anti-Greek riot a dark episode in Toronto’s history
3.- The 1918 anti-Greek riot in Toronto: A lecture by Professor Thomas Gallant

Επίσης: Βίαιος Αύγουστος: Τα πογκρόμ εναντίον Ελλήνων μεταναστών στο Τορόντο (1918)
Τον Αύγουστο του 1918 ένα πλήθος 50.000 Καναδών επιδόθηκε για μέρες σε ένα ανελέητο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών του Τορόντο. Το αποτέλεσμα αυτού του ρατσιστικού πογκρόμ ήταν ο τραυματισμός αρκετών ανθρώπων από κάθε πλευρά, πιθανόν περί τις 50.000  (πολίτες, αστυνομικοί και διαδηλωτές) και υλικές ζημιές 1.000.000 $ Καναδά.

Παρά τα όσα γράφονται από ‘δώ κι από ‘κει, ΝΕΚΡΟΙ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΝ.
Οι αφορμές ήταν πολλές. Για χρόνια οι Έλληνες μετανάστες, μικροϊδιοκτήτες και εργαζόμενοι κυρίως στον επισιτισμό (Greek restaurants) αποκαλούνταν από τους ντόπιους «slackers», δηλαδή «τεμπέληδες» επειδή κατά τους ρατσιστές απέφευγαν τις βαριές δουλειές του φορτοεκφορτωτή, του ξυλοκόπου ή του βιομηχανικού εργάτη και δούλευαν σαν μάγειροι, ψήστες, σερβιτόροι ή υπάλληλοι εμπορικών καταστημάτων.
Ακολούθησε μια σειρά από γεγονότα όπως οι καλές σχέσεις του τότε πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου με το Γερμανό Κάιζερ, η ουδετερότητα που τήρησε η Ελλάδα στις αρχές του Α’ παγκοσμίου πολέμου, καθώς  και η άρνηση των Ελλήνων μεταναστών να καταταγούν στον Καναδικό στρατό, που όξυναν τις ρατσιστικές αντιλήψεις σε βάρος τους.
Επιστρέφοντας οι 10.000 χιλιάδες των βετεράνοι Καναδοί από τη σφαγή των χαρακωμάτων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί απ’ αυτούς ανάπηροι και σε άθλια οικονομική κατάσταση, βρήκαν τους Έλληνες μετανάστες που αποτελούσαν το 0,5% του πληθυσμού της πόλης, να ευημερούν έχοντας στην κατοχή τους το 35% των μικρομεσαίων καταστημάτων.
Τον Αύγουστο του 1918, 10.000 βετεράνοι Καναδοί διαδήλωσαν στους δρόμους συνεπικουρούμενοι από 40.000 Καναδούς πολίτες. Οι πολυήμερες διαδηλώσεις συχνά εξετράπησαν σε πογκρόμ σε βάρος μαγαζιών και σπιτιών μεταναστών με την αστυνομία στην καλύτερη περίπτωση θεατή, ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου Καναδοί αστυνομικοί έπαιρναν ενεργά μέρος στο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών.
Οι μνήμες του ρατσιστικού πογκρόμ της πόλης έχουν μετατραπεί σήμερα σε φιέστα όπου αντί-ρατσιστές συγκεντρώνονται στις συνοικίες των Ελλήνων μεταναστών και τρώνε μαζικά greek souvlaki, tzatziki, mousaka κλπ μεσογειακά εδέσματα.
Οι συγκρίσεις με τα σημερινά πογκρόμ μεταναστών σε Αθήνα και Πάτρα με την ανάλογη στάση της αστυνομίας και κάποιων «πολιτών» είναι αναπόφευκτες.
Για το γεγονός έχει γυριστεί ντοκυμανταίρ με βίντεο από σκληρές εικόνες της εποχής που κυκλοφορεί σε dvd με υπότιτλους στα ελληνικά με τον τίτλο «Violent August».

Ας μιλήσουμε για «φράχτες» ή ο Όργουελ ΖΕΙ!


Μια ταινία του Ηλεκτρονικού Τομέα του 1ου ΕΠΑΛ & ΣΕΚ  Άργους. Ένα αφιέρωμα στους μετανάστες …
Για πολλές δεκαετίες, η Ελλάδα αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες μεταναστευτικές χώρες της Δύσης. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εξαναγκάστηκαν, λόγω των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στις Η.Π.Α, την Αυστραλία, τον Καναδά και αργότερα στην Γερμανία. Πολλοί από αυτούς διέγραψαν μια αξιοζήλευτη πορεία. Μέσα στις δυο  τελευταίες, όμως, δεκαετίες (από την διάλυση του ανατολικού μπλοκ στην Ευρώπη μέχρι και σήμερα) τα δημογραφικά αλλάζουν. Όντας μια κοινωνία sui generis για πολλά χρόνια, βιώνει κάτι που πολλά άλλα Ευρωπαϊκά κράτη δεκάδες χρόνια πριν είχαν κληθεί να αντιμετωπίσουν, το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης.
H Ελλάδα, μετατρέπεται πλέον σε χώρα υποδοχής μεταναστών, στους οποίους οφείλει μεγάλο μέρος της ανάπτυξής της. Σε όλες τις μεγαλουπόλεις , άνθρωποι από τελείως διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρό κάνουν έντονη την παρουσία τους. Οι Έλληνες για πρώτη φορά καλούνται να φιλοξενήσουν εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, όχι μόνο όμως από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη αλλά και από χώρες της Αφρικής και της Ασίας,…

πηγή

Το εργοστάσιο στο River Rouge: Η κλίμακα της μαζικής παραγωγής είναι δύσκολα αντιληπτή. Το εργοστάσιο του Ford στο River Rouge του Detroit, ολοκληρώθηκε το 1928, εκτεινόταν σε δύο χιλιόμετρα κατά μήκος ενός παραποτάμου του ποταμού Ντητρόϊτ, και είχε 100,000 εργάτες. Οι πρώτες ύλες, όπως ο σίδηρος και το λάστιχο ξεφορτώνονταν στο ένα του άκρο και στο άλλο άκρο, 72 ώρες αργότερα εμφανίζονταν τελειωμένα αυτοκίνητα. Ωστόσο, το σύστημα του Ford αποδείχτηκε λιγότερο αποτελεσματικό από εκείνο της GM, η οποία παρήγαγε μια σειρά διαφορετικών μοντέλων για διαφορετικά βαλάντια. (Πηγή: Photo journal: Rise and fall of mass production)

Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις κατασκευαστικές τεχνικές που αναπτύχθηκαν από τον Henry Ford (30 Ιουλίου 1863 – 17 Απριλίου 1947) στις ΗΠΑ στις αρχές του 1900. Περιγράφει όμως και τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες που συνδέονται με το συγκεκριμένο σύστημα παραγωγής.

ο κ. και η κα Henry Ford, στο πρώτο αυτοκίνητο που κατασκεύασε (μεγαλώστε όσα νομίζετε)

Ford Model T

Το επαναστατικό σύστημα του Ford στην παραγωγή του αυτοκινήτου, καθώς και οι άλλες κατασκευές στις οποίες προχώρησε αργότερα, στηρίχτηκε σε τέσσερις βασικές αρχές:
(1) την κάθετη ολοκλήρωση/ καθετοποίηση της παραγωγής, σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία της παραγωγικής διαδικασίας πραγματοποιούνται σε ένα χώρο και η συναρμολόγηση γίνεται σε μία  κινούμενη  γραμμή  παραγωγής,
(2) την επιστημονική διαχείριση και τις αρχές του τεϊλορισμού, με βάση τα οποία αυξάνεται η παραγωγικότητα των εργαζομένων,
(3)την  τυποποίηση και την  οικονομία, που είναι το αποτέλεσμα  που προκύπτει από την  παραγωγή περιορισμένου αριθμού μοντέλων ή μόνο ενός μοντέλου του παραγόμενου προϊόντος,
(4) την μαζική κατανάλωση: οι εργαζόμενοι πληρώνονται καλά, πράγμα που τους μετατρέπει σε καταναλωτές ώστε να δημιουργήσουν μια αυτο-αναπαραγόμενη ζήτηση για αγαθά, και
(5) ο Ford συμπίεσε το κόστος του, αποφεύγοντας όλους τους προμηθευτές και το κέρδος που θα έβγαζαν πουλώντας του προϊόντα ή υπηρεσίες (αγόρασε σιδηρόδρομο, στόλο φορτηγών, ορυχεία άνθρακα και δασικές εκτάσεις για ξύλευση, έχτισε ένα πριονιστήριο, και αγόρασε ένα υαλουργείο).

καλή Διασκέδαση με την Ford (διαφήμιση)

Όταν ο νεαρός Ford άφησε τη φάρμα του πατέρα του το 1879 για το Ντιτρόιτ, μόνο δύο  στους οκτώ Αμερικανούς ζούσαν σε πόλεις. Όταν πέθανε στην ηλικία των 83 ετών, η αναλογία ήταν πέντε στους οκτώ.
Το 1899 δημιούργησε την Detroit Automobile Company (αργότερα τη Henry Ford Company, η οποία όταν αυτός αποχώρησε το 1902, αναδιοργανώθηκε ως Cadillac Motor Car Company) και το 1903 ίδρυσε τη Ford Motor Company.
Μετά από πολλούς πειραματισμούς, ο Ford και οι μηχανικοί του, σύμφωνα με το σύστημα παραγωγής που είχε εξελιχθεί από το 1913-14 στο νέο εργοστάσιο του στο Highland Park στο Michigan, ήταν σε θέση να προσφέρουν κομμάτια των συναρμολογούμενων μερών του παραγόμενου αυτοκινήτου MODEL T, και ολόκληρα μέρη (που είχαν παραχθεί σε γραμμές συναρμολόγησης από τους ίδιους), με ακριβές χρονοδιάγραμμα κατασκευής σε μία συνεχώς κινούμενη κύρια γραμμή συναρμολόγησης, όπου παραγόταν ένα πλήρες σασί κάθε 93 λεπτά. Ήταν μια τεράστια βελτίωση σε σχέση με τα 728 λεπτά που απαιτούνταν προηγουμένως.

Μηχανή αεροσκάφους Ford_4ATF

Η κινούμενη γραμμή συναρμολόγησης που για πρώτη φορά εφαρμόστηκε στην παραγωγή του αυτοκινήτου Model-T στο εργοστάσιο της Ford στο Highland Park, Michigan, το 1914, αύξησε την παραγωγικότητα  της εργασίας κατά δέκα φορές και έγινε δυνατή η εκπληκτική μείωση της τιμής.

γραμμή συναρμολόγησης της Ford

Ο υπολογισμός της εργασίας του εργατικού δυναμικού με βάση το λεπτό και ο συντονισμός μιας πληθώρας ενεργειών στην παραγωγή επέφεραν τεράστια κέρδη στην παραγωγικότητα.
Το 1914 η Ford Motor Company ανακοίνωσε ότι οι εργαζόμενοι θα αμείβονταν στο εξής με κατώτατο μισθό  5 δολάρια την ημέρα (σε σύγκριση με έναν μέσο όρο 2,34 δολάρια που ίσχυε για τη βιομηχανία) και θα μείωνε την ημερήσια εργασία από εννέα ώρες σε οκτώ, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της λειτουργίας του εργοστασίου σε ένα σύστημα με τρεις βάρδιες την ημέρα.
Ο Ford έγινε διάσημος παγκοσμίως. Οι άνθρωποι τον θεωρούσαν είτε ως έναν μεγάλο ανθρωπιστή ή ως τρελό σοσιαλιστή.

1908 Ford Model T (διαφήμιση)

Ο ανθρωπισμός όμως δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Προηγουμένως το κέρδος των εργοστασίων είχε βάση τους χαμηλούς μισθούς και τα αυτοκίνητα είχαν τιμές τόσο υψηλές, ώστε οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να τα αποκτήσουν. Ο Ford  από την άλλη πλευρά, συμπίεσε τις τιμές του αυτοκινήτου του (το κόστος του Model T ήταν $ 950 το 1908 και $ 290 το 1927), προκειμένου να κερδίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς και, στη συνέχεια σύνδεσε την τιμή και την αποτελεσματικότητα.

Η γραμμή συναρμολόγησης, το πλαίσιο και όργανα κύλισης

Κύρια συνεισφορά του Ford αποτέλεσε η μαζική παραγωγή / κατανάλωση στο χώρο της μηχανικής διαδικασίας. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστήματος του ήταν η τυποποίηση: τυποποιημένα εξαρτήματα και τα ανταλλακτικά τους, τυποποιημένες διαδικασίες παραγωγής, και ένα απλό, εύκολο στην κατασκευή (και επισκευή) τυποποιημένο προϊόν. Τυποποίηση που ήταν αναγκαία, ώστε να επιτυγχάνεται με ευκολία η αντικατάσταση των εξαρτημάτων με όμοια ‘ανταλλακτικά’.

το σήμα της Ford Motor Company

Για την γενίκευση της χρήσης των ανταλλακτικών, ο Ford αξιοποίησε την  πρόοδο στον τομέα των εργαλειομηχανών και των συστημάτων ακριβούς μέτρησης. Με τις καινοτομίες αυτές έγινε δυνατή η μετακινούμενη και συνεχής γραμμή συναρμολόγησης, στην οποία κάθε συναρμολογητής εκτελεί μια ενιαία, απλή, και μονότονα επαναλαμβανόμενη εργασία.

Ford-T coupé (1926)

Ford-T (1912)

Ο Ford ήταν επίσης ένας από τους πρώτους που αξιοποίησε τις δυνατότητες του  ηλεκτρικού κινητήρα για να ρυθμίσει τη ροή της εργασίας. Μηχανήματα που προηγουμένως σωρεύονταν μπροστά σε μια μοναδική κεντρική πηγή ενέργειας, θα μπορούσαν  πλέον να αποσυμφορηθούν στην γραμμή συναρμολόγησης, αυξάνοντας έτσι κατά πολύ την παραγωγή (David, 1990). Το Ford-T από τα 780 δολάρια που κόστιζε το 1910, συμπιέστηκε σε 360 δολάρια το 1914 (Hounshell, 1984, Abernathy, 1978) ). Ως εκ τούτου, ο όρος Fordism σημαίνει: «… την τυποποίηση ενός προϊόντος και την μαζική κατασκευή του σε τιμή τόσο χαμηλή ώστε η εργατική τάξη  να μπορεί να αντέξει οικονομικά να το αγοράσει.»

Ο Henry Ford και ο γιος του Edsel ποζάρουν στο μοντέλο F της Ford

Καθώς η εργασία μεταβάλλεται όπως έχει δείξει η θεωρία της πολιτικής οικονομίας, ο Φορντισμός υιοθετήθηκε ευρέως από τους κατασκευαστές μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εφαρμόστηκε σε βιομηχανίες διαφορετικές μεταξύ τους, από την παραγωγή μπισκότων ως την παραγωγή ταινιών για τον κινηματογράφο.

Εξαιτίας της άνευ προηγουμένου οικονομικής ανάπτυξης και της σταθερότητας που συνδέθηκαν με τον φορντισμό  μέχρι τη δεκαετία του 1970, η περίοδος αυτή έγινε γνωστή ως η «χρυσή εποχή» του φορντισμού (Glyn, Hughes, Lipietz και Singh, 1991). Ωστόσο, οι ίδιες αυτές αρχές του φορντισμού ήταν επίσης υπεύθυνες για την καταστροφή τους το 1970. Οι καταναλωτές άρχισαν να αναπτύσσουν μια περιφρόνηση για την μαζικοποίηση που συνδέεται με το  φορντιστικό μοντέλο παραγωγής, «ένα μοντέλο που να ταιριάζει σε όλους».

1896 Το τετράτροχο του Χένρι Φορντ, 1896 (έγχρωμη)

Η επιστημονική διαχείριση της παραγωγής (Taylorism) και η υποβάθμιση των επαγγελματικών προσόντων των εργαζομένων,  τους οδήγησε στην δυσαρέσκεια  και την απογοήτευση, εξαιτίας της μονότονης και πιεστικής  χρονικά  παραγωγής στα εργοστάσια. Επιπλέον, η οικονομική αστάθεια, που συνδέθηκε κυρίως με τις  πετρελαϊκές κρίσεις(1972- 1979), οδήγησε σε επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών, απειλώντας έτσι ολόκληρο το καθεστώς συσσώρευσης πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το οικοδόμημα του  φορντισμού . Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι άρχισαν να εξεγείρονται  κατά του τρόπου διαχείρισης της εργασίας και του διαχωρισμού των ιδίων σε ξεχωριστές και διακριτές κατηγορίες.

Ford Millennium

Το σύστημα δημιουργούσε ελάχιστες ευκαιρίες για εξέλιξη, αλλά το  σημαντικότερο ήταν  ότι οι μισθολογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας  παρέμειναν συλλογικές, κάτι που θεωρήθηκε μεν αποδεκτό  σε περιόδους μεγάλων αυξήσεων των μισθών αλλά απορριπτέο  όταν οι αυξήσεις μειώθηκαν. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν  οι Sayer και Walker (1992), αυτό δεν σημαίνει ότι ο φορντισμός έληξε κατά την περίοδο αυτή και αντικαταστάθηκε  από τον μετα-φορντισμό. Μάλλον αμφισβητήθηκε (αλλά δεν εκτοπίστηκε  κατ ‘ανάγκη) από την (επαν-) εμφάνιση διαφορετικών λογικών παραγωγής και συσσώρευσης.

1908 Ford Model T

«Θα φτιάξουμε ένα αυτοκίνητο που να προορίζεται για το μεγάλο πλήθος» διακήρυξε ο Ford κατά την αναγγελία της γέννησης του  αυτοκινήτου Model T, τον Οκτώβριο του 1908. Στα 19 χρόνια της ύπαρξής του Model T,  πούλησε 15.500.000 αυτοκίνητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότερα από 1.000.000 στον Καναδά, και 250.000 στη Μεγάλη Βρετανία. Η συνολική παραγωγή του ανήλθε στο μισό της παραγωγής αυτοκινήτων του κόσμου. Χάρη κυρίως στο όραμα του Ford, το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε  βοηθητικό εργαλείο για τον απλό άνθρωπο και όχι ως πολυτέλεια για τους πλούσιους.
Μέχρι τότε μόνο οι πλούσιοι είχαν ταξιδέψει ελεύθερα σε όλη τη χώρα. Πλέον, εκατομμύρια άνθρωποι θα μπορούσαν άνετα να πάνε οπουδήποτε.

Ford Model T, συναρμολόγηση

Το Model T ήταν μία από τις μεγαλύτερες και πιο γρήγορες αλλαγές στη ζωή των απλών ανθρώπων στην ιστορία, και οι αλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Οι αγρότες δεν ήταν πια αποκλεισμένοι σε απομακρυσμένα αγροκτήματα. Το άλογο εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα και οι εκτάσεις που καλλιεργούνταν με σανό χρησιμοποιήθηκαν για άλλες καλλιέργειες πράγμα που προκάλεσε μια γεωργική επανάσταση. Το αυτοκίνητο έγινε το κύριο στήριγμα της αμερικανικής οικονομίας και μοχλός της αστικοποίησης – οι πόλεις απλώθηκαν  προς τα έξω, δημιουργώντας προάστια και οικιστική ανάπτυξη – και οδήγησε στην δημιουργία ενός από τα καλύτερα συστήματα εθνικών δρόμων στον κόσμο.

Ford Model T πλάγια όψη

πρωτοσέλιδο του Time Magazine, αφιερωμένο στον H. Ford, όταν ήταν 71 ετών

Ο Henry Ford στο Time Magazine, January 14, 1935

Ο Ford πέτυχε με την υλοποίηση της ιδέας του, όχι απλώς να καλύψει μια βασική ανάγκη, αλλά να δημιουργήσει ένα προοίμιο για μια ευρύτερη επανάσταση. Η ανάπτυξη των τεχνικών της μαζικής παραγωγής, επέτρεψε στην εταιρεία να βγάζει ένα Ford Model T  κάθε 24 δευτερόλεπτα, ώστε να προχωράει σε συνεχείς μειώσεις της τιμής του αυτοκινήτου. Αυτό έγινε δυνατόν λόγω της οικονομίας κλίμακας, σε συνδυασμό με την καταβολή μεγαλύτερων μισθών. Έτσι οι εργαζόμενοι ανέβασαν το επίπεδο διαβίωσης τους, και έγιναν εν δυνάμει  πελάτες, μεταξύ άλλων, και για τα αυτοκίνητα που έφτιαχναν οι ίδιοι. Αυτές οι καινοτομίες άλλαξαν την ίδια τη δομή της κοινωνίας.
Ο Ford αντιλήφθηκε ότι το κόστος στην κατασκευή (και άρα τα κέρδη για τους μεσάζοντες) άρχιζε τη στιγμή που η πρώτη ύλη χωριζόταν από τη γη και συνεχιζόταν  μέχρι το τελικό προϊόν να παραδοθεί στον καταναλωτή. Στο εργοστάσιο που έχτισε στην River Rouge ενσωματώνεται η ιδέα του για μια ολοκληρωμένη παραγωγή που να περιλαμβάνει τη λειτουργία, τη συναρμολόγηση, και τη μεταφορά. Για να πραγματοποιηθεί η κάθετη ολοκλήρωση της αυτοκρατορίας του, αγόρασε έναν σιδηρόδρομο, απέκτησε 16 ορυχεία άνθρακα και περίπου 700.000 στρέμματα (285.000 εκτάρια) δάσους για ξύλευση, έχτισε ένα πριονιστήριο, απέκτησε ένα στόλο φορτηγών ώστε να μεταφέρει μετάλλευμα από τα ορυχεία του Lake Superior, και αγόρασε ακόμη και ένα υαλουργείο, αφού τα αυτοκίνητά του έπρεπε να έχουν τζάμια).

Σημείωση 1.- Όταν ο Ford έφτιαχνε αυτοκίνητα το 1919, το ξύλο ήταν βασικό υλικό: χρησιμοποιείτο για την κατασκευή του σκελετού του αυτοκινήτου, για τα πατώματα και τους τροχούς. Για κάθε Ford Model-T χρειαζόταν συνολικά 0,60 του κυβικού μέτρου ξυλεία περίπου. Ο Ford  χρειάστηκε την ξυλεία για την κατασκευή containers που φόρτωνε στα πλοία του, για τους συνδέσμους των σιδηροτροχιών, για τα κιβώτια των αυτοκινήτων, για κασόνια αποθήκευσης. Επίσης, τόσο τα πλοία του, όσο και οι μηχανές των εργοστασίων του ήταν ατμομηχανές, που σημαίνει πως δούλευαν με κάρβουνο.(από το βιβλίο «Beyond the Model T: the other ventures of Henry Ford «, του Ford R. Bryan)

Για τους γεωγράφους, ο φορντισμός συχνά συνδέεται με την εμφάνιση σημαντικών βιομηχανικών περιοχών όπως η Black Country των West Midlands του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Daniels, Bradshaw, Shaw και Sidaway, 2005), αλλά και βιομηχανιών όπως αυτή της παραγωγής ταινιών, ιδίως στο Λος Άντζελες, που υιοθέτησαν τις αρχές του φορντισμού σε πρώιμο στάδιο (βλ. Christopherson και Storper, 1986). Συνδέεται επίσης με την έμφυλη κατανομή της εργασίας, στην οποία ως τόπος των ανδρών θεωρήθηκε  το εργοστάσιο και των γυναικών το σπίτι.

Η μαζική παραγωγή ξεκίνησε στο Detroit το 1914, όταν ο Henry Ford ανακάλυψε ότι μία κινούμενη γραμμή συναρμολόγησης που θα χρησιμοποιούσε ξεχωριστά κινητά εξαρτήματα θα μπορούσε να μειώσει δραστικά το κόστος κατασκευής αυτοκινήτων. Πούλησε 18.000.000 Ford-Model T, μετατρέποντας την Αμερική την πρώτη σε ιδιοκτησία αυτοκινήτου δημοκρατία στον κόσμο και σε τιμές που έπεφταν συνεχώς (από τα 780 δολάρια στα 250 μέσα σε μια δεκαπενταετία). Η μαζική παραγωγή, ήταν μια άχαρη δουλειά, με υψηλό τζίρο (κύκλο εργασιών). Για να συγκρατήσει την ανειδίκευτη εργατική δύναμη, ο Ford διπλασίασε τα μεροκάματα σε 5 δολάρια την ημέρα, κάτι που δικαιολογούσε η υψηλότερη παραγωγικότητα. (Πηγή: Photo journal: Rise and fall of mass production)

– Δείτε εδώ ένα καταπληκτικό video(59 δευτερολέπτων) της εποχής της μεγάλης δόξας του Ντητρόϊτ
Εδώ το διάσημο Ford Model T (από το  Touring car)
– και εδώ φωτογραφίες από το Μουσείο Ford στο Detroit του Michigan

εργασία εξαμήνου της επί πτυχίω φοιτήτριας Ελένης-Θεοπίστης Πασχαλάκη

3).- Εργασία της Ελένης Πασχαλάκη, 7ο εξάμηνο, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Νοέμβριος 2010.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ (ENTRE LES MURS), Σκηνοθεσία: Laurent Cantet, Σενάριο : Francois Begaudeau


Η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» βασισμένη στο ομώνυμο  βιβλίο του  François Bégaudeau, μας μεταφέρει σε ένα σχολείο των προαστίων του Παρισιού, όπου παρακολουθούμε μαθητές και δάσκαλους για ένα ολόκληρο σχολικό έτος.
Αρχικά αναγνωρίζουμε τα τυπικά στοιχεία του χώρου ενός σχολείου, το κουδούνι, τη σχολική αίθουσα, την τυπική διάταξη των επίπλων ( ο καθηγητής στην έδρα μπροστά από τον πίνακα και οι μαθητές απέναντί του σε δύο σειρές θρανίων). Ήδη ξεκαθαρίζονται οι «κοινωνικές θέσεις» (Thomas Hylland Eriksen 2007: 94), το ποιος  έχει τον έλεγχο και τον κυρίαρχο ρόλο.
Βλέπουμε την πρώτη συνάντηση του «προσωπικού» και αντιλαμβανόμαστε πως πίσω από τα χαμόγελα και τις συστάσεις υποβόσκει δυσαρέσκεια.
Καθώς, μαζί με τον Φρανσουά που είναι καθηγητής Γαλλικών μπαίνουμε στην τάξη της οποίας είναι ο υπεύθυνος, βλέπουμε εφήβους προερχόμενους όχι μόνο από τη Γαλλία αλλά και πολλούς μετανάστες. Παιδιά προερχόμενα από ποικίλες χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς: την Κίνα, την Αλγερία, την Τυνησία, το Μαλί, το Μαρόκο…ο Μινγκ και ο Σουλεϊμάν, ο Ντζιμπρίλ και ο Ντικό, ο Μοχάμεντ, ο Κέβιν, η Κούμπα, η Ζιάζια…πιο λίγοι οι Γάλλοι από τους ξένους. Μια  τάξη μείγμα πολιτισμών. Το μορφωτικό επίπεδο είναι φανερά χαμηλό. Τα παιδιά δυσκολεύονται να κατανοήσουν έννοιες, γεγονότα, λέξεις.   Η πολυσυλλεκτικότητα και η πολυπολιτισμικότητα είναι οι δεδομένες δυνάμεις που κυριαρχούν.
Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε και ενώ στη μνήμη μας ανακαλούνται οι προσωπικές μας εμπειρίες από τις δικές μας σχολικές αίθουσες, παράλληλα με  την τυπική και συνηθισμένη καθημερινότητα αρχίζουν να αναδύονται σημαντικά κοινωνικά θέματα. Θέματα που αφορούν τον κοινωνικό αποκλεισμό ομάδων όχι μόνο κοινωνικά αποκλεισμένων αλλά και κοινωνικά ενσωματωμένων στην τοπική πραγματικότητα (Λαφαζάνη 1997:69-76). Οι μαθητές αυτοί έχουν μεγαλώσει στα προάστια του Παρισιού και η κοινωνική παιδεία που έχουν πάρει τους έχει χαρτογραφήσει προδιαγεγραμμένη πορεία: φτηνή εργασία, κουζίνα, ταμείο ανεργίας ή ακόμα και φυλακή.
Το γαλλικό μοντέλο  ένταξης ενσωμάτωσης των μεταναστών  το λεγόμενο και αφομοιωτικό, λειτουργεί με βάση το δίκαιο της επικράτειας, του χώματος (jus solis). Συναλλάσσεται με/και ενσωματώνει τους εθνοτικά διαφορετικούς ατομικά. Δεν προβλέπονται συλλογικότητες -κοινότητες σε εθνοπολιτισμική βάση. Το κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη διαφορετικότητά του και αυτό, θεωρητικά, δεν αφορά το κράτος. Όλα τα άτομα παρακολουθούν το γαλλικό ενιαίο σχολείο, (école laïque), το οποίο δεν θρησκεύεται, ενώ, παραμένει μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς σχολείο, ώστε να την διαθέσει η οικογένεια του μαθητή, κατά τις αντιλήψεις της, στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση (Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Wattsand Sarah Whatmore, The Dictionary of Human Geography, τελευταία έκδοση (2009).
Το κράτος, το οποίο φυσικά παράγει και την κυρίαρχη ιδεολογία, έχει αποφασίσει πως οι κάτοικοι της επικράτειάς του θα πρέπει να συνομιλούν και να συνδιαλέγονται με βάση το τοπικό – εθνικό πρότυπο, τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Ακόμη και η θρησκεία, η οποία επίσης αποτελεί για τους ανθρώπους μία κυρίαρχη ιδεολογία, ενώ τυπικά δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα, αποτελεί βασικό συστατικό της «κοινωνικής ταυτότητας» των μαθητών. Η αδυναμία κατανόησης από το σύνολο των συμμαθητών, της ιδεολογίας που παράγει για κάποιον από τους μαθητές η θρησκευτική του τοποθέτηση, είναι ένας ακόμη παράγοντας που παράγει κοινωνικό αποκλεισμό, που τον τοποθετεί ακόμη περισσότερο στην πλευρά των «άλλων» (Λαφαζάνη 1997:69-76).
Τα παιδιά  θέλουν να ενσωματωθούν. Κάνουν όνειρα, διαλέγουν επαγγέλματα αλλά η κοινωνία τα έχει ήδη αποβάλει, προτού προσπαθήσουν. Εκείνα το νιώθουν κι έτσι προσθέτουν την επιθετικότητα στο καθημερινό ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους απέναντι στον καθηγητή.
Στα διαλείμματα, στο γραφείο των καθηγητών η φράση που ακούγεται συνέχεια είναι: «δεν αντέχω άλλο με αυτό το τμήμα». Οι καθηγητές απελπίζονται, γιατί κατά βάθος γνωρίζουν πως ό,τι και να κάνουν δεν μπορούν να  βοηθήσουν αυτά τα παιδιά, είναι παιδιά των μεταναστών. Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν την παρουσία τους σε ένα τέτοιο σχολείο ως δυσμένεια. Αγανακτούν και απογοητεύονται από τους μαθητές, την απόδοση και τη συμπεριφορά τους. Δεν έχουν τη διάθεση να συνεργαστούν με το σύστημα αλλά ούτε και με τους μετανάστες μαθητές τους. Προτείνουν λύσεις που πιστεύουν ότι θα βελτιώσουν την καθημερινότητά τους στο χώρο του σχολείου. Λύσεις προς αντιμετώπιση της παραβατικότητας των παιδιών και μόνο, ακλουθώντας, χωρίς ίσως καν να το αντιλαμβάνονται, την ίδια πρακτική με το κράτος.
Έτσι σε μια συνέλευση του προσωπικού του σχολείου προτείνεται και συζητιέται ένα είδος «point system»  που θα στέλνει γρήγορα στην έξοδο τους απείθαρχους και κακότροπους μαθητές χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες  του σχολείου. Κάποιος βέβαια τους θυμίζει πως όπου υπάρχουν πολύ σκληροί κανονισμοί δημιουργούνται και μεγαλύτερες εντάσεις, κανόνα τον οποίο θα πρέπει να συνυπολογίσουν. Κατόπιν, με την ίδια σοβαρότητα και δίνοντας σχεδόν το ίδιο βάρος,  συζητιέται το θέμα της προμήθειας καφετιέρας για τις ανάγκες των καθηγητών. Ουσιαστικά δηλαδή, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι μαθητές έχουν γίνει σε τέτοιο βαθμό «οι άλλοι», αυτοί που αν δεν υπήρχαν θα ήμασταν καλύτερα και με λιγότερα προβλήματα, ώστε να τους αντιμετωπίζουμε σαν πρόβλημα και μόνο έτσι. Οι καθηγητές βεβαίως είναι κι αυτοί άνθρωποι. Όταν η μητέρα του Κινέζου μαθητή τους κινδυνεύει με απέλαση, αποφασίζουν να προστρέξουν και να τη βοηθήσουν.
Ο Φρανσουά, ο καθηγητής των Γαλλικών είναι μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Προσπαθεί με εναλλακτικές πρακτικές να πλησιάσει τους μαθητές του. Αυτό δε σημαίνει πως δεν γνωρίζει την κατάσταση. Οι κανόνες πρέπει να ισχύουν. Ο μαθητής που ξεπερνάει τα όρια πρέπει να υποστεί τις συνέπειες που κάποιες φορές μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.
Παρόλα αυτά, προσπαθεί να αναδείξει την προσωπικότητα και τις δυνατότητες των παιδιών. Καθώς τα προτρέπει να μιλήσουν για τον εαυτό τους, φανερώνεται ένα πλήθος παραγόντων που συντελούν στον κοινωνικό τους αποκλεισμό. Επειδή το μάθημά του είναι η γλώσσα, ο περισσότερος λόγος γίνεται γύρω από θέματα που την αφορούν.  Οι μαθητές δυσκολεύονται όχι μόνο να μιλήσουν σωστά αλλά ακόμη και να κατανοήσουν έννοιες και λέξεις. Διαμαρτύρονται γιατί θα πρέπει να μάθουν να χρησιμοποιούν τους συγκεκριμένους τρόπους    έκφρασης με τους οποίους δεν θα μπορέσουν ποτέ να συνεννοηθούν με τους δικούς τους  και τον κοινωνικό τους περίγυρο και αντιδρούν όταν ο καθηγητής επισημαίνει πως πρέπει να ξέρουν να μιλούν κατ’ αυτό τον τρόπο γιατί αυτός είναι ο επίσημος λόγος του κράτους. Αναρωτιούνται γιατί ακόμα και στα παραδείγματα να χρησιμοποιούνται κλασικά γαλλικά ονόματα και όχι αντιπροσωπευτικά της δικής τους κουλτούρας. Προσπαθούν να κατανοήσουν την ιστορία με τη γαλλική –δυτική-  λογική και τον γαλλικό – δυτικό-  τρόπο σκέψης.
Όσο δυσκολεύονται στην έκφραση και την ομιλία, τόσο δυσκολότερη γίνεται η κοινωνικοποίηση και η ένταξή τους. Ντρέπονται να εκφραστούν, αισθάνονται κατωτερότητα και απογοήτευση. Περιθωριοποιούν τους εαυτούς τους και αντιδρούν με βία. Και παρόλο που ο Φρανσουά προσπαθεί να αποφορτίσει καταστάσεις δίνοντάς άλλα ονόματα, το «γκέτο» είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει αν το ονομάσεις  «γειτονιά». Αυτοαναιρείται την ίδια στιγμή που θέτει τα όρια με το κέντρο αντιστοιχίζοντας το πρόβλημα με έναν τόπο, (Λαφαζάνη 1997:69-76) καθώς αναρωτιέται αν και πότε τα κορίτσια πηγαίνουν στο κέντρο, το οποίο απέχει τέσσερις στάσεις του μετρό.
Η χωρική ρύθμιση «κέντρο – προάστιο», έχει ως αποτέλεσμα τον παράλληλο γεωγραφικό  αποκλεισμό συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και μέσω αυτού τη διαιώνιση, την αναπαραγωγή, την «εξασφάλιση» ίσως, της ακίνδυνης περιθωριοποίησής τους.
Ο πρωταγωνιστής και συγγραφέας του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία Φρανσουά Μπεγκοντό λέει σχετικά (my film) : «Ο σκοπός του βιβλίου μου ήταν να καταγράψω μια σχολική χρονιά, παραμένοντας πιστός στις δικές μου εμπειρίες. Γι αυτό το λόγο δεν υπήρχε καθαρή αφηγηματική γραμμή και καμιά μυθιστορηματική πλοκή δεν επικεντρώνονταν σε ένα συγκεκριμένο γεγονός… Οι περισσότεροι από τους εφήβους, είναι φτιαγμένοι χαρακτήρες. Δεν είναι ηθοποιοί, αλλά βγαίνουν φυσικοί διότι πολύ απλά, παίζουν τους εαυτούς τους. Πιο αληθινό δεν γίνεται…. Το σοβαρό κοινωνικό σχόλιο που απορρέει από κάθε σκηνή της ταινίας του Καντέ, κάνει τη μεγάλη διαφορά.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Λοράν Καντέ στην ίδια συνέντευξη αναφέρει: Το φιλμ είναι πρώτα απ’όλα η ζωή μέσα στη τάξη, η ζωή της τάξης: μια κοινότητα δηλαδή 25 ατόμων που δεν έχουν διαλέξει ο ένας τον άλλο, αλλά καλούνται να είναι μαζί και να συνεργάζονται, ολόκληρη σχολική χρονιά ανάμεσα σε 4 τοίχους… Το πρώτο σχολείο που προσεγγίσαμε ήταν το Γυμνάσιο Φρανσουάζ Ντολτό, στο 20ο διαμέρισμα του Παρισιού. Ήταν το σωστό. Όλοι οι έφηβοι είναι μαθητές του Ντολτό, όλοι οι καθηγητές που εμφανίζονται στη ταινία, διδάσκουν εκεί, ενώ ο μοναδικός «κατασκευασμένος» ρόλος είναι αυτός της μητέρας του Σουλεϊμάν. …Οι χαρακτήρες του σεναρίου που υπήρχαν μόνο μέσα από τις συνθήκες που μπορούσαν να παράγουν, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Κανένα από τα παιδιά δεν είχε σενάριο στα χέρια του. Όταν αυτοσχεδίαζαν ανάλογα με τις περιστάσεις, έφτιαχναν τους δικούς τους διάλογους. Όλος ο σχεδιασμός του φιλμ, έγινε με βάση τη γλώσσα. Ήθελα να κινηματογραφήσω αυτούς τους λεκτικούς χείμαρρους, που είναι πολύ συχνοί σε μια τάξη, όπου η σχετικότητα της θέσης του παιδιού ή η δύναμη δεν μετρούν τόσο, όσο ποιος θα έχει το τελευταίο λόγο….Το φιλμ δεν προσπαθεί να υπερασπισθεί ή να κατηγορήσει καμία πλευρά. Όλοι έχουν στιγμές αδυναμίας και εκρήξεων, στιγμές μεγαλείου και μικροπρέπειας. Ο καθένας μπορεί να εκθέσει την διορατικότητα και την τύφλωσή του, την αδικία και τη κατανόηση. Ίσως έχω την εντύπωση πως το φιλμ εκφράζει κάτι παραδοξολογικά θετικό: Σε ένα σχολείο πολύ χαοτικό, που δεν μπορεί να κρύψει το πρόσωπό του, υπάρχουν στιγμές απογοήτευσης, αλλά και περιπτώσεις τεράστιας ευτυχίας. Από αυτό το υπέροχο χάος, μπορεί να γεννηθεί η ευφυΐα και η νοημοσύνη.
Βιβλιογραφία-Πηγές
-Eriksen, Thomas Hylland,(2007) Μικροί τόποι, μεγάλα ζητήματα, Μια εισαγωγή στην κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, εκδόσεις Κριτική
-Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος & Κοινωνικές Σχέσεις, Χώρος & Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος , σσ. 69-76
-Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Wattsand SarahWhatmore, The Dictionary of Human Geography, τελευταία έκδοση (2009).
-www.myfilm.gr

2).- Εργασία της Γεωργίας Γκάγκαρλη, 7ο εξάμηνο, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Οκτώβριος 2010.

Ανάμεσα στους  τοίχους, του Laurent Cantet

Παρόλο που μετανάστευση θεωρείται η μετακίνηση ενός ατόμου ή ενός πληθυσμού από  μια χώρα σε μια άλλη, ωστόσο έμφαση πρέπει να δοθεί στην ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων από τη νέα κοινωνία, την αποδοχή τους  και την αντιμετώπισή τους από τους γηγενείς. Στην ταινία ‘’Ανάμεσα στους τοίχους’’ του Laurent Cantet προβάλλεται το κοινωνικό, ρατσιστικό, εκπαιδευτικό και εθνοτικό στοιχείο.  Παρουσιάζονται οι διαφορές μεταξύ των μεταναστών, των καθηγητών ακόμη και μεταξύ καθηγητών και μαθητών.
Είναι λογικό και απολύτως φυσιολογικό οι μετανάστες να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην έκφρασή τους διότι δεν ξέρουν τη γλώσσα. Γι’ αυτό ευθύνεται η πολιτεία και το εκπαιδευτικό σύστημα της κάθε χώρας υποδοχής. Εκτός του ότι τα παιδιά δεν γνωρίζουν βασικά θέματα ιστορίας, παγκοσμίως αναγνωρισμένα και μελετημένα, δε γνωρίζουν και απλές έννοιες της καθομιλούμενης γλώσσας.  Το λεξιλόγιό τους είναι πενιχρό, λιτό και συχνά σε λέξεις που χρησιμοποιούν προσδίδουν αρνητική σημασία, ενώ αρχικά δεν έχουν.
Οι δυσκολίες κατανόησης λέξεων και εκφράσεων από τους ίδιους τους μαθητές, τους δημιουργούν το αίσθημα της μειονεκτικότητας. Δεν γνωρίζουν κάτι και  μπαίνουν στη διαδικασία να ρωτήσουν προκειμένου να μάθουν. Όταν όμως δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ότι μπορούν να πετύχουν έστω και κάτω από τις πολλαπλές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν, δεν κατορθώνουν να βγάλουν από πάνω τους το πέπλο της διαφορετικότητάς τους. Δεν προσπαθούν να αλλάξουν συμπεριφορά και ενδιαφέροντα γιατί δεν τους δίνεται η απαραίτητη βοήθεια και ευκαιρία. Νομίζουν ότι  και να κάνουν κάτι καλύτερο ή κάτι το διαφορετικό δεν θα αλλάξει κάτι, δε θα δει κανείς τη προσπάθειά τους και δε θα αμειφθούν,  θα παραμείνουν οι ίδιοι, οι μετανάστες.
Απόρροια το ότι δεν προσπαθούν να κάνουν κάτι για τον εαυτό τους είναι το γεγονός ότι θεωρούν πώς κανένας δεν ενδιαφέρεται για αυτούς. Βλέπουν μια αρνητικότητα από τους περισσότερους καθηγητές τους και αν κάποιος θέλει πραγματικά να τους βοηθήσει προς το καλύτερο δεν τον αφήνουν. Δεν πιστεύουν ότι ενδιαφέρεται κάποιος γι’ αυτούς και ειδικά ο καθηγητής, ιδίως όταν βλέπουν ότι απογοητεύονται μαζί τους.  Αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι και μέσα στην οικογένειά τους δε βιώνουν το δέσιμο, δεν υπάρχει επικοινωνία με τους γονείς ή τα αδέρφια τους  και δε συζητούν για τα προβλήματά τους. Θεωρούν και οι γονείς τους εαυτούς τους διαφορετικούς και αυτό έχει αντίκτυπο στα παιδιά. Ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής και δεν ξέρει κανείς αν έχουν προσπαθήσει να τη μάθουν. Οι γονείς δεν μπορούν να κάνουν διάλογο με τους καθηγητές για τα προβλήματα των παιδιών τους και μάλιστα δε μπαίνουν στη διαδικασία να τους εξηγήσουν τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία του εαυτού τους.
Μια πλευρά του εαυτού τους και σίγουρα όχι η θετική είναι ότι οι μετανάστες επειδή δεν εισπράττουν σεβασμό, δεν αποδίδουν. Δεν υπάρχει στη ζωή τους ή στην καθημερινότητά τους και ίσως να μη ξέρουν τι σημαίνει. Δεν ξέρουν πότε πρέπει να μιλήσουν, πότε να ζητήσουν συγγνώμη, πότε να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν. Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές οι αντιδράσεις τους είναι υπερβολικές. Γιατί απλά αδιαφορούν για τους τρόπους τους, αφού αδιαφορούν οι γύρω τους γι’ αυτούς. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπως είναι το σχολείο ανταλλάσσονται απόψεις με σκοπό να συζητηθούν και να αναλυθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν κατανοητές από όλους. Όλοι δέχονται τις απόψεις του άλλου με τη μόνη παρέμβαση να πουν τη δική τους σε περίπτωση διαφωνίας. Κανείς δε μπορεί να χειροδικήσει εναντίον κάποιου άλλου. Η χειροδικία είναι παράπτωμα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τιμωρία. Και η τιμωρία με τη σειρά της οφείλει να είναι δίκαιη και αποδεκτή από όλους. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις εκτεταμένης έντασης μετά από τιμωρία. Για το λόγο αυτό η τιμωρία δε πρέπει να θεωρείται μέσο εκδίκησης, αλλά μέσο σωφρονισμού. Όλοι να είναι θετικά προδιατεθειμένοι απέναντί της για να καταλάβουν ότι γίνεται μόνο για ένα καλύτερο αποτέλεσμα συμπεριφοράς.
Το ότι βρίσκονται σε μια άλλη χώρα από τη δική τους δε σημαίνει ότι την έχουν αποδεχτεί. Κάποιοι μπορεί να έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα περάσουν μεγάλο μέρος της ζωής τους εκεί και ίσως να το θέλουν και κάποιοι αναπολούν κάθε στιγμή της χώρας καταγωγής τους. Στα παιδιά της ταινίας φαίνεται μια διαφορά που απαντάται στην υποστήριξη της χώρας καταγωγής ή της χώρας παραμονής. Άλλοι υποστηρίζουν τη γλώσσα της χώρας τους, τις δικές τους συνήθειες ακόμη και την ποδοσφαιρική ομάδα ενώ άλλοι υποστηρίζουν όλα αυτά στη χώρα παραμονής. Οι πρώτοι θεωρούν πως δε πρέπει να αλλάξουν τα πιστεύω τους και οι ιδεολογίες τους, επειδή άλλαξαν χώρα, ενώ οι δεύτεροι εφόσον τώρα ζουν εκεί θα συμβιβαστούν σ’ αυτά που τους προσφέρονται.

από το βιβλίο του François Bégaudeau, Entre les murs, (Editions Gallimard, Verticales 2006).

1).- Εργασία της Στεφανίας Λαζαρίδου, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Απρίλιος 2010.

Η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» τουLaurent Cantet (2008), παρουσιάζει ένα σχολείο σε ένα από τα γκέτο, τις εργατικές κατοικίες της Γαλλίας με μαθητές παιδιά-μετανάστες δεύτερης γενιάς. Το σχολείο αναπαριστά ένα μικρόκοσμο που αντιπροσωπεύει τη γενικότερη κοινωνία του γαλλικού κράτους. Στη διάρκειά της κουλτούρες και συμπεριφορές έρχονται σε αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανάμειξης εθνοτικών ομάδων, ενώ αναδεικνύονται προβλήματα που γεννά η μετανάστευση και οι συνέπειές της: φυλετικές διακρίσεις που τις εντείνει και το σχολικό περιβάλλον, έλλειψη προγραμμάτων για άμβλυνση ανισοτήτων που δημιουργεί η κοινωνική κατάσταση, μέσω της εκπαίδευσης θεσμοθετείται η διαφορετικότητα, η κοινωνική ανισότητα κ.α.( Ανάμεσα στους τοίχους) Ειδικότερα από την οπτική των εκπαιδευτικών βλέπουμε ότι οι καθηγητές που διορίζονται σε σχολεία περιοχών-γκέτο το θεωρούν καταδίκη ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν αντέχουν τη συμπεριφορά των μαθητών, καθώς δεν είναι σε θέση να την ελέγξουν και να τη διαχειριστούν, ξεσπούν και εγκαταλείπουν την αίθουσα. Δείχνουν θέληση και είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν κάθε μαθητή που ενδιαφέρεται να μάθει αλλά αγανακτούν από τις αντιδράσεις ορισμένων από αυτούς.
Από την άλλη, οι καθηγητές σε τέτοιου είδο
υς σχολεία, θέλοντας ή μη, αντιπροσωπεύουν τον κυρίαρχο λόγο, δεδηλωμένο ή υπονοούμενο  ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της ευθύνης και ενοχής των κοινωνικά αποκλεισμένων, έναντι του κατώτερου των μαθητών-μεταναστών, των «απόβλητων» (Λαφαζάνη 1997:69-76). Θεωρούν τα παιδιά κοινωνικά αποκλεισμένα άτομα (καθηγητής: «Πάτε στο κέντρο; Είναι 4 στάσεις του μετρό μακριά από τη γειτονιά σας») αλλά τα ίδια υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να είναι ίσ
οι μεταξύ ίσων πολιτών (μαθήτρια: Μα φυσικά! Εγώ πηγαίνω συνέχεια!»).
Οι μαθητές βιώνουν καθημε
ρινά την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους ίδιους τους καθηγητές τους και αισθάνονται την κοινωνική αδικία ενώ καλλιεργείται φόβος από μέρους των καθηγητών για να κερδηθεί σεβασμός. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα παίρνουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους προσπαθώντας να υπερασπιστούν τον εαυτό τους εφόσον κανείς δεν το κάνει γι’ αυτούς.  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι άτομα με δυνατότητες και γνώση του ποιοί είναι και ποια είναι η θέση τους μέσα στην κοινωνία καθώς και το ποιά είναι η άποψη της κοινωνίας γι’ αυτούς. Δε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τα ίδια τα παιδιά αποκαλούν το μέρος όπου ζουν «γκέτο», μια λέξη ιδιαίτερα φορτισμένη με αρνητική έννοια. Συνεπώς η διαδικασία συγκρότησης κοινωνικής ταυτότητας είναι μια κοινωνική κατασκευή την οποία και αντιλαμβάνονται τα παιδιά που φοιτούν σε τέτοιου είδους σχολεία. [“La Haine” του Mathieu Kassovitz (1995)] . Στην ταινία  αναπαριστάται το μοντέλο μεταναστευτικής πολιτικής της Γαλλίας, το λεγόμενο αφομοιωτικό, δίκαιο της επικράτειας ή του χώματος, του εδάφους (jus solis).  Πρόκειται για το δεύτερο από τα δύο ευρωπαϊκά μοντ
έλα ένταξης ενσωμάτωσης των μεταναστών κατά το οποίο  δεν προβλέπονται συλλογικότητες -κοινότητες σε εθνοπολιτισμική βάση. Συναλλάσσεται με/και ενσωματώνει τους εθνοτικά διαφορετικούς ατομικά, ενώ το κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη διαφορετικότητά του αλλά αυτό, θεωρητικά, δεν αφορά το κράτος. Όλα τα άτομα παρακολουθούν το γαλλικό ενιαίο σχολείο, (école laïque), το οποίο δεν θρησκεύεται, ενώ, παραμένει μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς σχολείο, ώστε να την διαθέσει η οικογένεια του μαθητή, κατά τις αντιλήψεις της, στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο,  η Γαλλία υιοθέτησε κάποιες τροποποιήσεις στον κώδικα ιθαγένειάς της, που την πλησίασαν κάπως στο πολυπολιτισμικό μοντέλο.
Όσον αφορά το χώρο, το γκέτο αποτελεί έναν κοινωνικά αποκλεισμένο χώρο, όπως και το σχολείο. Είναι μια προσπάθεια δηλαδή, αντιστοίχισης του προβλήματος με έναν τόπο ώστε να εντοπίζουμε καλύτερα το πρόβλημα, εφόσον όταν το περιφράξουμε τότε μπ
ορούμε να το κατανοήσουμε , άρα και να το διαχειριστούμε και να το ελέγξουμε πιο εύκολα. Επιπλέον, μπορούμε να διαπιστώσουμε το ποιος είναι κοινωνικά αποκλεισμένος ή ποιος πρόκειται να γίνει, αν εμπίπτει ή δεν εμπίπτει δηλαδή στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται χωρο-κοινωνικές διαφοροποιήσεις (κέντρο-γκέτο) αποκτώντας και τα άτομα ένα «ανήκειν»-στίγμα του κοινωνικά αποκλεισμένου και  περιθωριοποιημένου εφόσον μέρα με τη μέρα γίνονται περισσότερο άλλοι και λιγότερο δικοί μας, ζώντας αλλού, πηγαίνοντας σε άλλους γιατρούς, αποκτώντας διαφορετικές συνήθειες, διαφορετικούς τρόπους διασκέδασης, ντυσίματος, μέχρι και διαφορετική γλώσσα (Λαφαζάνη 1997:69-76). Βλέπουμε σε μια σκηνή τα παιδιά να αντιδρούν στη γλώσσα τη διδασκαλία της οποίας  τους «επιβάλει» ο καθηγητής τους, μια γλώσσα επίσημη εθνική η οποία μάλλον αναδεικνύει παρά αμβλύνει τις διαφορές. Οι μετανάστες με την εγκατάστασή τους σε έναν τόπο, όπως είναι φυσικό, δεν αμελούν παντελώς τη μητρική τους γλώσσα και τον πολιτισμό τους, αλλά ενσωματώνουν λέξεις και συνήθειες στην αντίστοιχη που επικρατεί στη χώρα υποδοχής. Είναι απόλυτα λογικό έτσι, οι μαθητές-μετανάστες να θεωρούν τη γλώσσα που τους διδάσκεται «ξένη», μια γλώσσα που θα τους χρησιμεύσει ,ωστόσο, στη μετέπειτα ζωή τους απλά δεν είναι σε θέση να το κατανοήσουν τη δεδομένη στιγμή (Μαθητής: «Ποιοι μιλούν τη γλώσσα που μας διδάσκετε… μήπως οι επιτηδευμένοι αστοί του μεσαίωνα;»)
Δε θα
πρέπει να ξεχνάμε ότι κοινωνικό αποκλεισμό έχουμε από τη στιγμή που οι κοινωνικά αποκλεισμένοι αρχίζουν να εμφανίζονται ως πρόβλημα και απειλή για την κοινωνία (Λαφαζάνη1997: 69-76). Στην ταινία αποκλεισμό εκτός του άλλων, υφίσταται και ατομικά ο Σουλεϊμάν, αντιδραστικός μαθητής τον οποίο και αναγκάζονται να απομονώσουν από το σχολείο εξαιτίας της συμπεριφοράς του. Έτσι ο Σουλεϊμάν αποτελεί έναν κοινωνικά αποκλεισμένο μέσα σε έναν χώρο επίσης κοινωνικά αποκλεισμένο, όταν ο ίδιος αποκτά ένα «ανήκειν»-στίγμα, αυτό του αντιδραστικού ατόμου.

Βιβλιογραφία-Πηγές

Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος & Κοινωνικές Σχέσεις, Χώρος & Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος , σσ. 69-76

©-ΑνθρωποΓεωγραφίες