Στην ιστορία της γεωγραφίας έχουν συμβεί τέσσερις σημαντικές τομές, που σημάδεψαν τόσο την γεωγραφία όσο και τις υπόλοιπες επιστήμες. Αυτά είναι η ποσοτική επανάσταση (quantitative revolution) , η περιφερειακή γεωγραφία (regional geography), ο περιβαλλοντικός ντετερμινισμός ή γεωγραφικός ντετερμινισμός ή περιβαλλοντική αιτιοκρατία (Environmental Determinism) και η ριζοσπαστική ή κριτική γεωγραφία (Radical /Critical geography).
Το αντικείμενο και κατά προσέγγιση οι σπουδές της γεωγραφίας, έχουν υποστεί σημαντικές αλλαγές κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Η γεωγράφοι δεν περιορίζονται πλέον σε μία συμβατική θεώρηση και περιγραφή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και των μεταβολών στο φυσικό περιβάλλον. Η προσέγγιση αυτή έχει αντικατασταθεί από μία προσέγγιση συστηματικής κατανόησης και κριτικής ανάλυσης των δυνάμεων που διαμορφώνουν τα γεωγραφικά φαινόμενα και σφαιρικής έως συνθετικής αντίληψης των φυσικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών πτυχών της ανθρώπινης παρουσίας και δράσης στον χώρο. Από τον καιρό που η γεωγραφία αποτελούσε αποκλειστικά μία περιγραφική επιστημονική προσέγγιση με άξονα τον απλό εντοπισμό υφιστάμενων χαρακτηριστικών του φυσικού περιβάλλοντος, απαντώντας στα ερωτήματα «τι», «που», και «πόσο» σήμερα τείνει να δίνει απαντήσεις στα πρόσθετα ερωτήματα «πως» και «γιατί».
Η πρώτη σημαντική εξέλιξη που βοήθησε προς την κατεύθυνση αυτή είναι η ποσοτική επανάσταση, η οποία ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 και έφτασε ως την δεκαετία του ΄60. Πρόκειται για έναν ριζικό μετασχηματισμό που βίωσε η αγγλοαμερικανική γεωγραφία. Έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για την θέση, τον ιδρυτή ή την ημερομηνία της επανάστασης, αλλά τίποτα δεν μπορεί να απαντηθεί με σαφήνεια. Φαίνεται όμως ότι η ποσοτική επανάσταση αποτέλεσε απόρροια της κρίσης της δεκαετίας του ΄50 στην γεωγραφία.
Ήδη από την δεκαετία του ΄40  και στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 η γεωγραφία αμφισβητήθηκε ως ακαδημαϊκό θέμα εξαιτίας μιας σειράς σημαντικών γεγονότων. Συγκεκριμένα, έκλεισαν πολλά τμήματα μαθημάτων γεωγραφίας στα πανεπιστήμια, όπως η κατάργηση του προγράμματος γεωγραφίας στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το 1948. Επιπλέον συνδέθηκαν τμήματα του ανθρώπου και της φυσικής γεωγραφίας. Επίσης στην κρίση αυτή οδήγησε και ο χαρακτήρας της ίδιας της γεωγραφίας, που ήταν περιγραφική σε μεγάλο βαθμό και όχι επιστημονική. Ακόμη δημιουργήθηκε ένα μπέρδεμα για το θέμα της γεωγραφίας καθώς περιελάμβανε επιστήμη, τέχνη, ανθρωπότητα και κοινωνικές επιστήμες. Τέλος, η γεωγραφία βρέθηκε στο περιθώριο, εξαιτίας της ανάπτυξης της τεχνολογίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και της εισόδου της στις κοινωνίες. Έτσι λοιπόν τα γεγονότα άρχισαν να απειλούν την θέση της γεωγραφίας. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι γεωγράφοι άρχισαν να χρησιμοποιούν νέες μεθόδους ξεκινώντας έτσι την ποσοτική επανάσταση.
Οι γεωγράφοι ξεκίνησαν υιοθετώντας επαγωγικές στατιστικές τεχνικές (inductive statistical techniques) και θεωρητικά μοντέλα και θεωρίες. Οδηγήθηκαν σε μια αυξανόμενη χρήση στατιστικών τεχνικών και ειδικότερα πολλών μεταβλητών ανάλυσης με την χρήση υπολογιστών στην γεωγραφική έρευνα. Επιπλέον υιοθέτησαν μεθόδους που αποτέλεσαν δέσμη των μαθηματικών τεχνικών. Ακολουθώντας αυτή την πορεία οι γεωγράφοι/ επαναστάτες, το 1956 γίνεται η πρώτη σειρά μαθημάτων στις στατιστικές σε ένα αμερικανικό τμήμα γεωγραφίας.
Μέσα από την παραπάνω διαδικασία η ιδιογραφική (ιδιοσυγκρατική) γεωγραφία που ασχολούνταν με την περιγραφή, την καταλογογράφηση, την οριοθέτηση και την τοπική διαφοροποίηση μετατοπίστηκε σε μία νομοθετική (κανονιστική) γεωγραφία που αποκρυσταλλώθηκε ως χωρική επιστήμη (Spatial science). Ακόμη η ποσοτική επανάσταση αύξησε σε μεγάλο βαθμό την αξία των μεταβλητών ανάλυσης και των οικονομετρικών μεθόδων. Τέλος, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 συγκροτήθηκε ένα δίκτυο που ένωσε τους ποσοτικούς ερευνητές και τα τμήματα της γεωγραφίας σε δύο νέα σύνολα γεωγραφικών πρακτικών που περιλάμβαναν την μηχανογράφηση και την μελέτη και την εφαρμογή των σύνθετων στατιστικών και ποσοτικών μεθόδων (Quantitative Research Methodology). Δημιουργείται δηλαδή η Νέα Γεωγραφία (New Geography) μέσα από μία νεο-θετικιστική στροφή.
Η νέα γεωγραφία που προέκυψε μέσα από την επανάσταση σταθεροποιήθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60. Η επιστήμη αυτή χαρακτηρίστηκε από κάποια στοιχεία που την έκαναν να ξεχωρίζει και να απομακρυνθεί από το περιθώριο. Ακολούθησε την τυπική θεωρία δανεισμού και  κλοπής θεωριών από πέντε τουλάχιστον πηγές που βρίσκονται έξω από την γεωγραφία, όπως η Νευτώνεια φυσική, τα νεοκλασικά οικονομικά (Neoclassical Economics) και η αστική κοινωνιολογία (Urban sociology). Επιπλέον, χρησιμοποιεί ολοένα και πιο εξελιγμένες στατιστικές και μαθηματικές μεθόδους. Επίσης, εξαρτάται από την μηχανογράφηση. Άρχισε η ευρεία χρήση των υπολογιστών και στα μέσα της δεκαετίας του ΄60, οι υπολογιστές είχαν μεγάλη σημασία για την γεωγραφία. Ακόμη άνοιξε μία νέα επαγγελματική και κοινωνική δομή, αφού στην ποσοτική επανάσταση συμμετείχαν νέοι άνθρωποι, φιλόδοξοι και φοιτητές. Τέλος, ανέδειξε μία εναλλακτική και θεσμική αιτιολόγηση για τον θετικισμό της γεωγραφικής έρευνας.
Η επίδραση της ποσοτικής επανάστασης δεν είναι η ίδια η επανάσταση αλλά τα αποτελέσματα που είχε στον χώρο της γεωγραφίας και των επιστημών γενικότερα. Η ποσοτική επανάσταση βελτίωσε με τις τεχνικές και τα μέσα μέτρησης και ταξινόμησης των γεωγραφικών φαινομένων όμως υποβάθμισε την αξία της πληροφορίας που περιέχουν, δηλαδή ένας ποσοτικός γεωγράφος θα κρατήσει μόνο το ελάχιστο τμήμα που ικανοποιεί το μαθηματικό μοντέλο του. Οι ποσοτικοί γεωγράφοι στηρίζουν την ανάλυση τους σε καθαρά οικονομικούς παράγοντες. Ο άνθρωπος έχει στόχο την  μεγιστοποίηση της σχέσης του χώρου με την οικονομική δραστηριότητα (homo economicus).
Μέχρι την δεκαετία του ΄70 η ποσοτική επανάσταση επιβραδύνθηκε από τους εξέχοντες ερευνητές των ποσοτικών μεθόδων και άρχισε να επανεξετάζει την σχετικότητα και νομιμότητα των ποσοτικών τεχνικών. Επιπλέον, προέκυψαν τρεις σχολές σκέψης που λειτούργησαν ως κριτικές. Αυτές είναι ο δομισμός, ο ανθρωπισμός και ο συμπεριφορισμός. Η συμπεριφοριστική (behaviour) γεωγραφία επιδίωξε να εισάγει τους ανθρώπους στα υπάρχοντα μοντέλα και να εξετάσει την ανθρωπότητα ως στατικό φαινόμενο. Η ανθρωπιστική (humanistic) γεωγραφία προσπάθησε να τοποθετήσει τους ανθρώπους και τις εμπειρίες τους στο κέντρο του πειθαρχήματος. Χρησιμοποίησε πολλές ανθρωπιστικές τεχνικές όπως η ανάλυση πηγών και η χρήση κειμένων και της λογοτεχνίας. Τέλος, η δομιστική (structuralist) γεωγραφία αναγνώριζε ότι ορισμένες από τις κοινωνικοχωρικές σχέσεις και συνθήκες είναι αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής. Έτσι λοιπόν οι τρείς κυρίαρχες προσεγγίσεις αποτελούν μία θεμιτή συλλογή των ποσοτικών ερευνητικών μεθόδων. Η ποσοτική επανάσταση άσκησε επιδράσεις στον φυσικό και οικονομικό τομέα και την αστική γεωγραφία. Επιπλέον, άλλαξε την δομή πολλών τμημάτων γεωγραφίας.
Στο τέλος της δεκαετίας του ΄70 η λαβή της ποσοτικής επανάστασης στο πειθάρχημα (discipline) χαλάρωσε. Αυτό συνέβη γιατί δημιουργήθηκε ένας διαφορετικός κόσμος, πιο ανήσυχος και λιγότερο αθώος. Τα προβλήματα που θέτονταν στις συζητήσεις σχετίζονταν με την ένδεια, τα αστικά δικαιώματα, το περιβάλλον, το κοινωνικό φύλο (Social construction of gender difference), την φυλετική ισότητα, τον  πόλεμο και τον  Tρίτο Kόσμο όπου έδειχναν την ανασφάλεια και έβλεπαν τον άνθρωπο και στις υπόλοιπες διαστάσεις του. Η ποσοτική επανάσταση ήταν ανίκανη να τα εξετάσει. Η κυριαρχία της ποσοτικής διάστασης σύντομα τέθηκε σε αμφισβήτηση στο βαθμό που είχε αρχίσει η στροφή (πολιτισμική στροφή- cultural turn) προς νέες επιστημονικές κατευθύνσεις, στροφή που οδήγησε σε μία κοινωνική-περιβαλλοντική επανάσταση. Κάποιοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι η ποσοτική επανάσταση αφαίρεσε  την ανθρώπινη διάσταση από μία επιστήμη που υπερηφανεύτηκε ότι μελέτησε τον ανθρώπινο και φυσικό κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Παρόλα αυτά η ποσοτική επανάσταση παραμένει ένα από τα ορόσημα της πρόσφατης ιστορίας της γεωγραφίας και είναι ένα από τα στηρίγματα των ιδιογραφικών μελετών.

Πηγές
1. Benjamin L. Saitluanga, Quantitative revolution in Geography/Geography as a spatial organization
2. Quantitative revolution
3. «Quantitative Revolution»: Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Watts and SarahWhatmore (eds.), The Dictionary of Human Geography, 5th Edition, John Wiley & Sons, Ltd., 2009, σ.σ, 611-612.

Εργασία για το μάθημα «Ανθρωπογεωγραφία ΙΙ — Θεματικές Περιοχές», των:  Μαρίας Κουρδούμη, ΣΤ’ εξάμηνο και Στέλλας Κυριάκου, Η’ εξάμηνο, Ιούνιος 2012.

Advertisements