.

Michel Foucault: the punitive society and nomadism
Michel Foucault: la société punitive et le nomadisme

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο Michel Foucault, La Société Punitive : Cours au Collège de France 1972-1973, ΕΗΕSS-Gallimard-Seuil, Paris 2013,το οποίο αποτελεί τον 11ο κατά σειρά έκδοσης (αλλά το 3ο κατά χρονολογική σειρά) τόμο στη μεταθανάτια έκδοση των παραδόσεων του φιλοσόφου που επιμελούνται οι François Ewald, Alessandro Fontana και Bernard Harcourt, και συγκεκριμένα από την παράδοση της 14/3/1972. Ο τίτλος είναι του μεταφραστή. Οι σημειώσεις είναι των επιμελητών, εκτός αν αναφέρεται αλλιώς.

via

Όταν μίλησα για παρανομία υπό τη μορφή της λεηλασίας, μίλησα για τον συσσωρευμένο πλούτο σαν να αποτελούνταν από αγαθά προς κατανάλωση, από στοιχεία πλούτου προς θέση σε κυκλοφορία τα οποία θα μπορούσε κανείς να τα ιδιοποιηθεί είτε για να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος, είτε για να τα διανείμει. Αλλά αυτό ήταν απλώς μια αφαίρεση. Ο πλούτος αυτός είναι πριν απ’ όλα ένας μηχανισμός παραγωγής, σε σχέση με τον οποίο το σώμα του εργάτη –τώρα άμεσα παρόν σε σχέση με αυτόν τον πλούτο ο οποίος δεν θα του ανήκει- δεν είναι πλέον απλή επιθυμία, αλλά εργατική δύναμη, η οποία πρέπει να γίνει παραγωγική δύναμη. Σε αυτό ακριβώς το σημείο του μετασχηματισμού της σωματικής δύναμης σε εργατική δύναμη και της ενσωμάτωσης αυτής της δύναμης σε ένα σύστημα παραγωγής που θα την κάνει παραγωγική δύναμη, συγκροτείται μία νέα τάση παρανομίας, η οποία, όπως και εκείνη της λεηλασίας, αφορά τη σχέση ανάμεσα στο σώμα του εργάτη και το σώμα του πλούτου, αλλά το σημείο εφαρμογής της δεν είναι πλέον το σώμα του πλούτου ως αντικείμενο πιθανής ιδιοποίησης, αλλά το σώμα του εργάτη ως δύναμη παραγωγής.
Αυτή η τάση παρανομίας συνίσταται κατ’ ουσίαν στην άρνηση εφαρμογής αυτής της δύναμης στο μηχανισμό παραγωγής. Μπορεί να πάρει περισσότερες μορφές: 1) την απόφαση της οκνηρίας: την άρνηση του εργάτη να προσφέρει στην αγορά εργασίας αυτά τα μπράτσα αυτό το σώμα, αυτή τη δύναμη· την τάση να τα «κλέψει» από το νόμο του ελεύθερου ανταγωνισμού της εργασίας, από την αγορά· 2) την εργατική αταξία, το νομαδισμό: την άρνησή του να εφαρμόσει τη δύναμή του εκεί που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει· αυτό σημαίνει ότι διασπείρει αυτές τις δυνάμεις, αποφασίζει ο ίδιος για πόσο χρόνο θα τις εφαρμόσει· 3) η γιορτή: να μη διατηρείς αυτή τη δύναμη μέσα σε όλα όσα θα μπορούσαν να της επιτρέψουν να χρησιμοποιηθεί, να τη σπαταλάς μη φροντίζοντας το σώμα σου, πέφτοντας στην αταξία· 3) Η άρνηση της οικογένειας: να μη χρησιμοποιείς το σώμα σου για την αναπαραγωγή των εργασιακών του δυνάμεων στη μορφή μιας οικογένειας που αναθρέφει η ίδια τα τέκνα της και εγγυάται, με τις φροντίδες που τους παρέχει, την ανανέωση των εργασιακών δυνάμεων· εδώ έχουμε την άρνηση της οικογένειας μέσω της παλλακείας, της ασωτείας.
Αυτό το σύνολο πρακτικών αναδεικνύεται και καταγγέλλεται από μια ολόκληρη σειρά συγγραφέων που εμφανίζουν τις αγορεύσεις τους ως ένα εγχείρημα ηθικοποίησης της εργατικής τάξης. Έτσι, στο έργο του: De la moralisation des classes laborieuses [Περί ηθικοποιήσεως των εργαζομένων τάξεων] (Παρίσι, Guillaumin 1851), ο Grün επισημαίνει τις κύριες μάστιγες της εργατικής τάξης:

1) την ακράτεια·
2) την απερισκεψία και τους πρώιμους γάμους: ο άνθρωπος πρέπει να παντρεύεται μόνο αν έχει τα μέσα να συντηρήσει οικογένεια· πρέπει να ενσταλάξουμε την καθαρότητα των ηθών αναθέτοντας την εκπαίδευση «στη θρησκευτική διδαχή, στην ευαισθητοποίηση των πατέρων και των μητέρων, στην επαγρύπνηση των εργοδοτών»·
3) ο στροβιλισμός, τα αναρχικά πάθη, η άρνηση υπαγωγής στους νόμους και εγκατάστασης·
4) η έλλειψη οικονομίας·
5) η άρνηση εκπαίδευσης και τελειοποίησης της δύναμης προς εργασία·
6) η έλλειψη υγιεινής·
7) η κακή χρήση της αναψυχής· πρέπει λοιπόν οι εργοδότες και η διοίκηση να καταπιαστούν να τους οργανώσουν. Όλα αυτά παρουσιάζονται ως μία συνηγορία για πράγματα που θα αποσπάσουν τις εργαζόμενες τάξεις από την αθλιότητα και θα τις κάνει πιο ευτυχείς. Αλλά αυτή η φιλολογία λέει επίσης ρητά ότι είναι προς το συμφέρον του αφεντικού να εφαρμοστεί πραγματικά αυτή η δύναμη εργασίας στο μηχανισμό παραγωγής.

Michel Paul Foucault (15 Οκτωβρίου 1926-25 Ιουνίου 1984)

Michel Paul Foucault

Έτσι, εμφανίζεται μία τάση παρανομίας που συνδέεται όχι με τη λεηλασία, αλλά με τη διάχυση: το επίδικο εδώ δεν είναι πλέον μια σχέση επιθυμίας προς την υλικότητα του πλούτου, είναι μία σχέση πρόσδεσης στο μηχανισμό παραγωγής. Η τάση αυτή θα έχει τη μορφή της λούφας, των καθυστερήσεων, της τεμπελιάς, των γιορτών, της ασωτείας, του νομαδισμού, με δυο λόγια κάθε μορφή που ανήκει στην τάξη της μη κανονικότητας, της κινητικότητας στο χώρο. Σε ένα κείμενο του 1840, ο Μισέλ Σεβαλιέ γράφει: «από την ακανόνιστη ύπαρξη στη διαταραγμένη ζωή, είναι μόνο ένα βήμα». Αυτή τη στιγμή, ο βιομηχανικός στρατός έχει την ίδια μορφή ζωής, τις ίδιες πρακτικές «με τα βαρβαρικά, απείθαρχα, ρακένδυτα, αρπακτικά στίφη που αποτελούσαν τους στρατούς πριν από χίλια διακόσια χρόνια». Πρέπει κάποια μέρα ο βιομηχανικός στρατός να εγκαταλείψει αυτό το παλιό ρακένδυτο μοντέλο και να αρχίσει να μοιάζει με αυτό που είναι ο στρατός σήμερα, σε αυτά τα «τακτικά σώματα, που είναι καλά εξοπλισμένα και πειθαρχημένα (…). Εκεί, μία ακούραστη πρόνοια συνοδεύει τον καθένα απ’ τη στιγμή που κατατάσσεται μέχρι τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του· ανεκτίμητη ευεργεσία μετά την οποία ανασαίνουν σήμερα οι προλετάριοί μας, έτσι όπως συντρίβονται από το βάρος της απόλυτης ανεξαρτησίας τους!»[1].

Michel Paul Foucault

Michel Paul Foucault [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

Aσφαλώς, ο 19ος αιώνας δεν ανακάλυψε την οκνηρία, αλλά θα ήταν δυνατό να γίνει μια ολόκληρη ιστορία της τεμπελιάς, δηλαδή όχι της αναψυχής –που είναι ο τρόπος με τον οποίο η οκνηρία κωδικοποιήθηκε, θεσμοποιήθηκε, ένας ορισμένος τρόπος να κατανείμουμε τη μη-εργασία κατά μήκος των κύκλων της παραγωγής, να ενσωματώσουμε την οκνηρία στην οικονομία αναλαμβάνοντάς την και ελέγχοντάς την στο εσωτερικό ενός συστήματος της κατανάλωσης-, αλλά των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι ξεφεύγουν από την υποχρέωση της εργασίας, υπεξαιρούν την εργατική δύναμη, δεν αφήνονται να συγκρατηθούν και να καθηλωθούν στο μηχανισμό παραγωγής. Αν λοιπόν μπορεί να υπάρξει μια ιστορία της τεμπελιάς, αυτό συμβαίνει επειδή δεν αποτελεί το διακύβευμα των ίδιων αγώνων σε σχέση με τις διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις εντός των οποίων έρχεται να παίξει το ρόλο της ως δύναμη αναταραχής. Υπάρχει μια κλασική μορφή τεμπελιάς, το 17ο-18ο αιώνα, που ορίζεται ως οκνηρία. Αυτή εντοπίζεται και ελέγχεται σε δύο επίπεδα: υφίσταται μια πίεση τοπική, σχεδόν ατομική –την πίεση του αρχιτεχνίτη που βάζει τον μαθητευόμενό του να δουλεύει όσο το δυνατόν περισσότερο. Στο κρατικό επίπεδο, σε μια μορφή οικονομίας που επί καιρό κυριαρχείται από τα θέματα του μερκαντιλισμού, υπάρχει η υποχρέωση να βάλουμε όλο τον κόσμο να δουλέψει για να αυξήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την παραγωγή –η αστυνομία, οι εργοδηγοί είναι τα όργανά της. Ανάμεσα στις δύο αυτές πιέσεις του χειροτεχνικού πυρήνα και της κρατικής αστυνομίας, η οκνηρία διαθέτει ευρύ περιθώριο για να εκδηλωθεί. Το 19ο αιώνα, η οκνηρία θα έχει μια άλλη μορφή· πρώτον, επειδή θα υπάρχει ανάγκη για συγκυριακούς οκνηρούς: τους ανέργους. Εξ ου και βλέπουμε τον ψόγο περί οκνηρίας να παύει πολύ γρήγορα να απευθύνεται στην εργαζόμενη τάξη. Από την άλλη, τη στιγμή της γέννησης των βιομηχανικών κέντρων, των εργοστασίων, το αντικείμενο των ελέγχων και της πίεσης είναι όλες αυτές οι αρνήσεις προς εργασία οι οποίες παίρνουν μορφή λίγο-πολύ συλλογική και οργανωμένη, μέχρι τη μορφή των απεργιών.
Αυτή η τάση παρανομίας μέσω «διάχυσης» έχει λοιπόν μια ιδιαιτερότητα, που πρέπει τώρα να διευκρινίσουμε:

Michel Paul Foucault, Paris 1975

Michel Paul Foucault, Paris 1975 [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

Πρώτον, οι σχέσεις μεταξύ παρανομίας μέσω διάχυσης και μέσω λεηλασίας: θα είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της ηθικολογίας, της αστυνομίας, όλων των εργαλείων ελέγχου του 19ου αιώνα, να διαχωρίσουν αυτές τις δύο τάσεις παρανομίας και να κάνουν τη λεηλασία κάτι που ανάγεται στη βαριά εγκληματικότητα, ως αδίκημα, αποσυνδέοντάς την από την ήπια, καθημερινή, διαρκή παρανομία της διάχυσης. Αλλά, ταυτόχρονα, ο ίδιος αυτός μηχανισμός που τείνει να αντιδιαστείλει τον κλέφτη από τον τεμπέλη, δείχνει πώς περνάμε από τον ένα στον άλλο. Πράγματι, πίσω από αυτή την προσπάθεια αποκοπής και διασύνδεσης, υπάρχει μία άλλη πραγματικότητα, πολύπλοκη. Από τη μία, μια αμοιβαία ενίσχυση των παρανομιών: όσο περισσότερο οι μάζες είναι διάχυτες, κινητές, όσο λιγότερο είναι καθηλωμένες σε συγκεκριμένα σημεία του μηχανισμού παραγωγής, τόσο περισσότερο τείνουν να περάσουν στη λεηλασία. Αντιστρόφως, όσο περισσότερο τείνουν προς τη λεηλασία, τόσο περισσότερο θα τείνουν να έχουν άτακτη ζωή, να πέφτουν στο νομαδισμό, για να αποφύγουν τις κυρώσεις. Από την άλλη, όμως, απ’ τη στιγμή που επιχειρεί κανείς να δαμάσει τη μία από αυτές τις τάσεις παρανομίας, οδηγείται να ενισχύσει την άλλη· πράγματι, όλοι οι βαρύτατοι έλεγχοι με τους οποίους δοκιμάζουμε να επιτηρήσουμε τους πληθυσμούς, να βάλουμε φρένο στη λεηλασία, επιφέρουν μία επιτάχυνση της διαδικασίας της κινητικότητας. Αφετέρου, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να ελέγξουν την παρανομία της διάχυσης οδηγούν στην ενίσχυση της λεηλασίας, και ιδίως το μέσο που χρησιμοποιεί το αφεντικό για να καθηλώσει τους εργάτες στον τόπο εργασίας τους, να τους κάνει να δουλεύουν όπου και όποτε θέλει –δηλαδή όσο το δυνατόν χαμηλότερο μισθό που να πληρώνεται με τη βδομάδα, ώστε ο εργάτης να έχει μπροστά του όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα. Καταδικάζοντάς τον στην ανέχεια, τον καθηλώνουμε στη δουλειά του, αλλά ταυτόχρονα του υποδεικνύουμε τη δυνατότητα της λεηλασίας ως έναν τρόπο για να ξεφύγει από αυτή τη μιζέρια.

Michel Paul Foucault

Michel Paul Foucault [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

Κατά δεύτερον, αυτό που καθιστά την παρανομία της διάχυσης πιο επικίνδυνη από την πρώτη, είναι ότι μπορεί πιο εύκολα από εκείνη να πάρει συλλογικές μορφές: πρώτον, διαδίδεται εύκολα. Ενώ η λεηλασία, για να πάρει κάποια έκταση, προϋποθέτει μια οργάνωση συγκάλυψης και κυκλώματα μεταπώλησης, η διάχυση δεν προϋποθέτει αυτό το κλειστό σύστημα. Δεν είναι καν οργάνωση, είναι ένας τρόπος ύπαρξης που μπορεί να παραπέμπει σε μια επιλογή, την άρνηση της βιομηχανικής εργασίας. Υπήρξαν μαζικές και ενίοτε συλλογικές αρνήσεις εργασίας τις Δευτέρες, κυκλώματα νομαδισμού οργανωμένα σε συνάρτηση με τις αγορές εργασίας, τα σωματεία της ταβέρνας [sociétés d’estaminet], αυθόρμητες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης. Έτσι, ενώ η τάση της λεηλασίας ήταν παγιδευμένη σε μια μορφή «λαθρεμπορίου» που την εξανάγκαζε σε ένα κλειστό σύστημα και δεν έβρισκε διέξοδο παρά μόνο σε εκρήξεις, πλιατσικολογικού τύπου, η τάση της διάχυσης εκβάλλει σε δυνατότητες συντονισμένης δράσης που θα βαρύνουν στην αγορά, ενάντια στους εργοδότες[2]. Θα έχει, μακροπρόθεσμα, οικονομική και πολιτική επίπτωση· στη βάση αυτή θα αναπτυχθούν στρατηγικές πάλης κατά της εργοδοσίας που, αυτές, είναι τέλεια ρυθμισμένες.
Τρίτον, ενώ η πρώτη τάση οπισθοχωρεί κατά το 19ο αιώνα, η δεύτερη, που φαινόταν πιο ήπια, πιο καθημερινή, θα έχει μια πολιτική μετεξέλιξη και θα δημιουργήσει σοβαρότερους κινδύνους για τον αστικό πλούτο. Και η δυσκολία να ελεγχθεί αυτή η τάση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην πρώτη περίπτωση: όλες αυτές οι ατασθαλίες δεν είναι ποινικά αδικήματα και, καθώς η ελευθερία της αγοράς εργασίας ήταν απαραίτητη σε αυτή την αστική οικονομία, είναι αδύνατο να οργανωθεί το νομικό της σύστημα κατά τρόπο που όλα αυτά να συνιστούν αδικήματα· έτσι, η τάση αυτή επεκτείνεται σε ένα υπο-νομικό επίπεδο. Άλλωστε, η αστική τάξη βρίσκει κατά βάθος, μέχρι ένα σημείο, ένα συμφέρον σε αυτή την παρανομία: μια εργατική δύναμη κινητή, που δεν διαθέτει σωματικές αντιστάσεις, ούτε χρηματική προκαταβολή, και δεν έχει την πολυτέλεια να απεργήσει, όλα αυτά κατά μία έννοια εξυπηρετούν τα συμφέροντά της. Σε αυτή την τάση βρίσκει και ένα καταφύγιο για τη δική της παρανομία: σε μια εποχή που υπάρχουν τα εργατικά βιβλιάρια, όταν ένας εργάτης δεν είναι τακτοποιημένος σε σχέση με τον εργοδότη του, φεύγοντας δεν μπορεί να του ζητήσει να του επιστρέψει το βιβλιάριό του· έτσι, δεν μπορεί να το υποβάλει στον καινούριο εργοδότη του και, μη όντας εν τάξει, δεν μπορεί να αξιώσει τον ίδιο μισθό. Έτσι, η παραβίαση των διαταγμάτων περί βιβλιαρίων υπήρξε τρέχουσα εργοδοτική πρακτική το 19ο αιώνα.

Michel Paul Foucault [Μεγαλώστε - Enlarge-Agrandir]

Michel Paul Foucault [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

Τέταρτον, η τάση αυτή κατά τα λοιπά αποτελούσε αντικείμενο όχι τόσο «φόβου» –εφόσον δεν έπληττε το ίδιο το σώμα του πλούτου αλλά εκπροσωπούσε απλώς ένα διαφυγόν κέρδος-, όσο επίπληξης. Έτσι, ο Villeneuve-Bargemont, στο έργο του Economie politique chrétienne, έλεγε σχετικά με τους εργάτες του Βορρά: «Αν το πλέον άπορο τμήμα του φλαμανδικού πληθυσμού έχει ελαττώματα που το βυθίζουν ακόμη περισσότερο και το διαιωνίζουν μέσα σε αυτή την αισχρή κατάσταση αποστροφής και αθλιότητας, η ηπιότητα ή, αν προτιμάτε, η έλλειψη ενεργητικότητας του χαρακτήρα των απόρων γενικώς τους αποτρέπει από ακρότητες επιβλαβείς για την κοινωνία. Ζουν στην πιο απόλυτη ένδεια, κι ωστόσο σπανίως καθίστανται ένοχοι σοβαρών προσβολών κατά των προσώπων και των περιουσιών· υποφέρουν χωρίς να εξεγείρονται και σχεδόν χωρίς καν να μουρμουρίζουν». Θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τα αντικείμενα, τους μηχανισμούς αυτής της επίπληξης: θα αρκούσε, για παράδειγμα, να μελετήσουμε έναν όρο όπως η διάχυση·. Τον όρο αυτό τον βρίσκουμε κάθε φορά που γίνεται αναφορά στην εργατική ανηθικότητα. Από το 19ο αιώνα και μετά, ένοχος «διάχυσης» ήταν εκείνος που πλήττει όχι το κεφάλαιο, την περιουσία, αλλά τη δική του εργατική δύναμη: πρόκειται για έναν λάθος τρόπο να διαχειρίζεται κανείς όχι το κεφάλαιό του αλλά τη ζωή, το χρόνο, το σώμα του.
Γι’ αυτό, στις αναλύσεις αυτές, η διάχυση παίρνει τρεις βασικές μορφές: την ασωτεία, ως σπατάλη του σώματος· την απρονοησία, ως διασπάθιση του χρόνου· και την αταξία, ως κινητικότητα του ατόμου σε σχέση με την οικογένεια, την απασχόληση. Οι τρεις μεγάλοι θεσμοί μέσα στους οποίους ενεργοποιείται η «διάχυση» είναι: η γιορτή, το λαχείο –που είναι ακριβώς αυτό μέσω του οποίου το άτομο προσπαθεί να κερδίσει τη ζωή του χωρίς να δουλεύει, και του οποίου οι σημειακοί και τυχαίοι χρόνοι αντιτίθενται στην απόκτηση χρήματος όπως γίνεται αντιληπτή σε ένα σύστημα ορθολογικής οικονομίας, δηλαδή ως διαρκή εργασία που αμείβεται με ένα ποσό εκ των προτέρων καθορισμένο-, η παλλακεία, ως τροπισμός σεξουαλικής ικανοποίησης εκτός της οικογενειακής καθήλωσης. Μέσα από αυτούς τους όρους, στοχοθετούνται όλα όσα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε με τον όρο «ηθικός νομαδισμός». Την κλασική εποχή, υπήρχε ο φόβος κυρίως για τον σωματικό νομαδισμό που συνδεόταν με τη λεηλασία. Τώρα, εξακολουθεί να υπάρχει ο φόβος για αυτή την κυκλοφορία των ατόμων γύρω από τον πλούτο, αλλά ο πρώτος νομαδισμός προκαλεί εξίσου το φόβο: αν η βιομηχανική παραγωγή δεν έχει πολλή ανάγκη την τεχνική «ειδίκευση» του εργάτη, από την άλλη έχει ανάγκη μια ενεργητική, έντονη, διαρκή εργασία –με δυο λόγια, την ηθική ποιότητα του εργάτη.
Πέμπτον, το πρόβλημα είναι πώς θα γίνει δυνατή η κυριάρχηση επ’ αυτής της αταξίας. Ένας τέτοιος έλεγχος προϋποθέτει πρώτα την ηθικοποίηση της ποινικής καταστολής[3]· αλλά προϋποθέτει επίσης μία μηχανή που είναι πιο λεπτή και πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την ποινική μηχανή με τη στενή έννοια: έναν μηχανισμό ποινικοποίησης της ύπαρξης. Η ύπαρξη θα πρέπει να πλαισιωθεί σε ένα είδος διάχυτης, καθημερινής ποινικότητας, στο ίδιο το κοινωνικό σώμα θα πρέπει να εισαχθούν παρα-ποινικές επεκτάσεις, ακόμη και εντεύθεν του δικαστικού συστήματος. Η ζωή των λαϊκών τάξεων επιχειρήθηκε να πλαισιωθεί σε ένα ολόκληρο παιχνίδι ανταμοιβών και κολασμών· για παράδειγμα, ένας εργάτης μεθυσμένος στο δρόμο διωχνόταν από το εργαστήρι του και δεν προσλαμβανόταν ξανά αν δεν ορκιζόταν ότι δεν θα ξαναμεθύσει. Επίσης, από το 1818 και μετά έχουμε τον έλεγχο μέσω της αποταμίευσης: το βιβλιάριο καταθέσεων λειτουργεί ως μια ηθική πλαισίωση, μια εναλλαγή διαρκών ανταμοιβών και κολασμών για την ύπαρξη των ατόμων. Ήδη από το 1803, οι εργάτες που δεν διέθεταν βιβλιάριο εργασίας όπου να σημειώνονται διαδοχικά τα ονόματα των εργοδοτών τους συλλαμβάνονταν για αλητεία· από το 1810, τώρα, ένας ντε φάκτο διακανονισμός με την αστυνομία είχε ως αποτέλεσμα ότι δεν συλλαμβανόταν για αλητεία όποιος εργάτης διέθετε βιβλιάριο ταμιευτηρίου. Αυτό το τελευταίο, εγγύηση ηθικότητας, επέτρεπε στον εργάτη να εκφεύγει των διαρκών αστυνομικών ελέγχων· ομοίως, η προτιμησιακή πρόσληψη εργατών που είχαν βιβλιάριο ταμιευτηρίου ήταν τρέχουσα εργοδοτική πρακτική.
Αυτό το εξω-δικαστικό κολαστικό σύστημα δεν εμπίπτει στη βαριά ποινική μηχανή με το δυικό της σύστημα· διότι όλο αυτό το κολαστικό παιχνίδι δεν έχει ως αποτέλεσμα να καταδικάζεται πραγματικά ο ενδιαφερόμενος, να πέφτει από την άλλη πλευρά του νόμου, στην παραβατικότητα. Είναι ένα παιχνίδι το οποίο προειδοποιεί, απειλεί, ένα είδος μόνιμης πίεσης. Είναι ένα σύστημα διαβαθμισμένο, διαρκές, σωρευτικό: όλες αυτές οι προειδοποιήσεις, όλοι αυτοί οι μικροί κολασμοί, τελικώς προστίθενται και σημειώνονται, είτε στη μνήμη των εργοδοτών είτε στα βιβλιάρια, και έτσι, καθώς σωρεύονται, όλα αυτά τείνουν προς ένα κατώφλι· ασκούν πάνω στο άτομο όλο και μεγαλύτερη πίεση, μέχρι τη στιγμή που αυτό, βρίσκοντας όλο και πιο δύσκολα δουλειά, πέφτει στην παραβατικότητα. Η παραβατικότητα γίνεται αυτό το κατώφλι, που καθορίζεται εκ των προτέρων σαν φυσικό.

Michel Paul Foucault

Michel Paul Foucault [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

Αυτός ο εξω-δικαστικός κολαστικός μηχανισμός λειτουργεί έτσι στην περίπτωση του βιβλιαρίου: με βάση το εκτελεστικό διάταγμα του μήνα Βαντεμιαίρ του έτους ΧΙ, ένας εργάτης, φεύγοντας από τον εργοδότη του, πρέπει να έχει ένα βιβλιάριο όπου αυτός έχει σημειώσει τη δουλειά, το μισθό του και την ημερομηνία έναρξης και λήξης. Τα αφεντικά, τώρα, από πολύ νωρίς είχανε αποκτήσει τη συνήθεια να σημειώνουν στα βιβλιάρια και την αξιολόγησή τους για τον εργάτη. Το 1809, ο υπουργός εσωτερικών Μονταλιβέ, με εγκύκλιό του, υπενθυμίζει στους νομάρχες ότι οι εργοδότες δεν έχουν δικαίωμα να σημειώνουν αρνητικές βαθμολογήσεις, αλλά μόνο συνθήκες απασχόλησης, και προσθέτει: Αφού πάντοτε επιτρέπεται να βάζει κανείς επαινετικά σχόλια, όλος ο κόσμος θα καταλάβει ότι η απουσία επαινετικού σχολίου ισοδυναμεί με απαξιωτικό σχόλιο. Έτσι, οι προϋποθέσεις απασχόλησης συνδέονται με την ύπαρξη ή μη τέτοιων σχολίων· εξάλλου, η υπερχρέωση του εργάτη τον υποχρεώνει να ζητά προκαταβολή τη στιγμή της πρόσληψης, και αυτή σημειώνεται πάντοτε στο βιβλιάριο. Ο εργάτης δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει το αφεντικό του χωρίς να έχει εξοφλήσει την προκαταβολή, είτε σε χρήμα είτε σε εργασία· αν έφευγε νωρίτερα, δεν του επιστρέφανε το βιβλιάριο, και έτσι συλλαμβανόταν για αλητεία και παραπεμπόταν στη δικαιοσύνη. Βλέπουμε λοιπόν πώς αυτό το σύστημα μικρο-κολασμών καταλήγει να ρίχνει το άτομο στα δίχτυα του δικαστικού μηχανισμού.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης


[1]Michel Chevalier, De l’industrie manufacturière en France, Paris, Jules Renouard et Cie 1841, σ. 38.
[2]Ο Φουκώ σημειώνει στο περιθώριο του χειρογράφου: «Weitling». Ο Βίλχελμ Βάιτλινγκ (1808-1871) θεωρείται ως πρόδρομος του Μαρξ, αν και ο τελευταίος τον ταξινομεί μεταξύ των «ουτοπικών σοσιαλιστών». Αυτοδίδακτος, με καταγωγή από τη λαϊκή τάξη, ο Βάιτλινγκ επαγγελόταν ένα είδος «πρωτόγονου ευαγγελικού κομμουνισμού» (πρβλ. L. Kolakowski, Histoire du marxisme, μτφρ. από τα γερμανικά Olivier Masson, Paris, Fayard 1987 [1976], Les Fondateurs. Marx, Engels et leurs prédécesseurs [Οι θεμελιωτές. Μαρξ, Ένγκελς και οι προκάτοχοί τους],σ. 304), καλώντας σε βίαιη και συλλογική εξέγερση των καταπιεσμένων ενάντια στους κατέχοντες. Συντάκτης προκηρύξεων με ευρεία κυκλοφορία στην Ευρώπη, ο Βάιτλινγκ πήρε μέρος σε πολλές παράνομες κομμουνιστικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων η «Ένωση των Δικαίων»· το 1846, βοήθησε σύντομα τον Μαρξ στην προσπάθειά του να εγκαθιδρύσει δεσμούς μεταξύ των διάφορων ευρωπαϊκών κομμουνιστικών συνδέσμων.

·Ο γαλλικός όρος dissipation, που χρησιμοποιείται εδώ, θα μπορούσε να αποδοθεί επίσης ως απείθεια, χαλαρότητα [σ.τ.μ.].

[3]Ο Φουκώ σημειώνει επί του χειρογράφου: «νόμος περί μέθης» (νόμος της 23ης Ιανουαρίου 1873 που τιμωρεί όποιον μεθά δημοσίως) και «πλημμεληματικός χαρακτήρας του νομαδισμού» (άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα του 1810).

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-1eL

.

.

 

Advertisements

.

The Grapes of Wrath (1940)
Les Raisins de la Colère (1940)

via

Από το Βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ (1902-1968), Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962— From the Book of John Steinbeck (1902-1968), Nobel Prize for Literature in 1962— Du livre de John Steinbeck (1902-1968), Prix Nobel pour la Littérature en 1962.

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-1ee

.

.
.
.
Πυθέας ο Μασσαλιώτης-Pytheas of Marseilles-Pythéas de Marseille
.

.
.
Short Link: http://wp.me/pcPJ9-1bc
.
.
.

.
Herodotus Book on Egypt — Le livre d’Hérodote sur l’Egypte
.
Το βιβλίο του Ηροδότου για την Αίγυπτο
.

.

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-1ag

.

.

.

Με βάση αποσπάσματα από το βίντεο, μετέφρασα, επεξεργάστηκα και προσέθεσα — Based on fragments of the video, I translated, edited and added — Basée sur des fragments de la vidéo, j’ai traduit, édité et ajouté

Pytheas of Marseilles
Pythéas de Marseille
Πυθέας ο Μασσαλιώτης

Πυθέας ο Μασσαλιώτης

Ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης έζησε τον 4ο π.Χ. αιώνα, έχοντας ξεπεράσει την παιδεία και την παιδαγωγία, δηλαδή την αγωγή των παιδιών αλλά και το ταξίδι του Οδυσσέα. Ξεκινάει από την Μασσαλία, πλέει προς νότο, περνά τις Ηράκλειες Στήλες (σήμερα στενά του Γιβραλτάρ), ανεβαίνει κατά μήκος των ακτών της Ισπανίας εξερευνά τα νησιά του Πουνέντε (του Δυτικού ανέμου) στον Ατλαντικό στη Δυτική Γαλλία.
Προχωρά προς την Μάγχη (γαλλικά: La Manche, το μανίκι, αγγλικά: English Channel) και περιπλέει την Αγγλία.

https://walk2geographies.files.wordpress.com/2013/11/cf80cf85ceb8ceadceb1cf82-cebf-cebcceb1cf83cf83ceb1cebbceb9cf8ecf84ceb7cf82.jpg

Άγαλμα του Πυθέα του Μασσαλιώτη έξω από το Μέγαρο του Χρηματιστηρίου της Μασσαλίας, έργο του Auguste Ottin – Statue of Pytheas outside the Palais de la Bourse, Marseilles, work of Auguste Ottin – Statue de Pythéas sur la façade du palais de la Bourse à Marseille. Œuvre d’Auguste Ottin [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

Κάποιοι λένε πως πήγε μέχρι την Ισλανδία.
Σε κάθε περίπτωση εξερευνά την Σκανδιναβία, δηλαδή τις χώρες που λέμε σήμερα: Νορβηγία, Σουηδία και τις Φινλανδικές ακτές.
Αποκτά λοιπόν τεράστια εμπειρία για τις στεριές και τις θάλασσες, εκτός του κατοικημένου κόσμου, δηλαδή εκτός της Μεσογείου.
Και είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι το έκανε για πολλούς λόγους:

Τα δεκαπέντε νησιά του Πουνέντε (Δυτικός Άνεμος) – The Fifteen Ponant islands (West Wind)- Les quinze îles du Ponant (Vent d’ouest) [Μεγαλώστε - Enlarge-Agrandir]

Τα δεκαπέντε νησιά του Πουνέντε (Δυτικός Άνεμος) – The Fifteen Ponant islands (West Wind)- Les quinze îles du Ponant (Vent d’ouest) [Μεγαλώστε – Enlarge-Agrandir]

  1. Πρώτα-πρώτα, διότι ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος διηγείται στην «Φυσική Ιστορία» του αναφέρει με μεγάλη ακρίβεια, ένα έργο που είχε γράψει και για το οποίο δεν ξανακούσαμε ποτέ, το «Περί Ωκεανού και Γης», όπου υπολογίζει την ένταση της παλίρροιας στις ακτές της Βρετάνης, υπολογίζοντας τους ρυθμούς της παλίρροιας. Και προφανώς είχε μια πολύ καλή θεωρία για να εξηγήσει τους ρυθμούς της παλίρροιας σε σχέση με τον μηνιαίο κύκλο της Σελήνης. Και είναι σχεδόν βέβαιο πως η επίδραση της Σελήνης στην παλίρροια ήταν γνωστή ήδη από τον 4ο π.Χ. αιώνα, χάρη στον Πυθέα.
  2. «Σε αυτόν τον ήρεμο κόλπο επιβεβαίωσα την επίδραση της Σελήνης στην παλίρροια. Αυτή την στιγμή, η «Άρτεμις», το πλοίο μας, φαίνεται σε όλο το μεγαλείο του.. και η θάλασσα προχώρησε, αλλά και υποχώρησε πιο πολύ από χτες. Η διαφορά ύψους δείχνει να είναι ογδόντα πήχεις[1] (4 φορές 20 πήχεις).. κάτι που μου φαίνεται τεράστιο..!»
  3. Κι από την άλλη, έχουμε επίσης μια δική του μαρτυρία, σχετικά με την μικρότερη διάρκεια της μέρες ανάλογα με τις εποχές.

Και ο λόγος που θεωρούμε ότι έφτασε τόσο βόρεια, είναι ότι υπάρχει ένα κείμενό του, όπου ο Πυθέας λέει ότι είδε ότι ο ήλιος ανέτειλε  αμέσως μετά την δύση του.
Άρα θα πρέπει να έφτασε σε μεγάλο γεωγραφικό πλάτος, αν μη τι άλλο κατά το καλοκαίρι.

... που μάλλον σχεδιάστηκε από τον Αναξίμανδρο...

… που μάλλον σχεδιάστηκε από τον Αναξίμανδρο

Κι από εκείνη την εποχή έχουμε μόνο την δική του μαρτυρία σχετικά με την ποικίλη διάρκεια της ημέρας. «… Ο ήλιος φάνηκε επί τέλους ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα… Κατάφερα να υπολογίσω τους αριθμούς που προσδιορίζουν την σχέση ανάμεσα στην σκιά και το ύψος του γνώμονά μου.. Πλησιάζουμε στο ηλιοστάσιο και εδώ η μέρα είναι πιο μεγάλη απ’ό,τι στην Χώρα των βόρειων Βρετανών. Ξεπερνάει τα 18 γυρίσματα της κλεψύδρας. Και καθώς προσπαθούσα να εξηγήσω στους ντόπιους ότι ήθελα να πάω στην Θούλη (Ισλανδία;;), αυτοί οι βάρβαροι μας έδειξαν πού δύει ο ήλιος… το μέρος όπου ο ήλιος έχει τον θρόνο και το κρεβάτι του… γιατί εκεί δύει κι από εκεί ανατέλλει..».
Αποκαλύπτεται επίσης από άλλους ιστορικούς, ότι ο Πυθέας ανακάλυψε τον όρο «γεωγραφικό πλάτος». Και πώς επινόησε το «γεωγραφικό πλάτος»;
Όταν βλέπουμε ένα ηλιακό ρολόι, νομίζουμε ότι δείχνει την ώρα. Για τους Έλληνες όμως το ηλιακό ρολόι δεν έδειχνε την ώρα: ήταν ένα αστρονομικό παρατηρητήριο. Κι αυτό έδειχνε το μήκος της σκιάς στην πιο σύντομη ημέρα, το μήκος της σκιάς στην πιο μακρά ημέρα, έδειχνε δηλαδή το μήκος της σκιάς στο χειμερινό και στο θερινό ηλιοστάσιο (Ιουνίου και Δεκεμβρίου). Κι έδειχνε επίσης το μήκος της σκιάς κατά την εαρινή και την χειμερινή ισημερία (Μαρτίου και Σεπτεμβρίου).
Και αν χαράξουμε μια γωνία που σχηματίζεται από την ακμή του γνώμονα ή του ηλιακού ρολογιού και από την θέση της σκιάς κατά την ημέρα της ισημερίας, είναι ακριβώς η γωνία του γεωγραφικού πλάτους.
Κι αυτή είναι άλλη μια ανακάλυψη που πρώτος έκανε ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης.
Παρατήρησε πως αυτή η γωνία έδειχνε σε ποιο γεωγραφικό πλάτος βρισκόταν κάποιο συγκεκριμένος τόπος.

« .. Από την σχέση μεταξύ του μήκους του γνώμονα και της σκιάς του, μπορώ να βεβαιώσω πως αυτήν την στιγμή απέχουμε 9.000 στάδια[2] από την Μασσαλία (5.400.000 πόδια[3] ή 1.666,35 χιλιόμετρα), πάνω από την διάμεσο του Κόσμου (τον Ισημερινό). Η μέρα τώρα διαρκεί σχεδόν 18 γυρίσματα της κλεψύδρας, αλλά οι βάρβαροι μου εξήγησαν ότι όλο το χειμώνα ο ήλιος ανεβαίνει μόνο 9 πήχεις (1 πήχης=52,36-64 εκατοστά του μέτρου) πάνω από τον ορίζοντα, κάτι που συμπίπτει με το ύψος του ήλιου στη θέση: Μασσαλία».

Στον επινοητή του γεωγραφικού πλάτους μπορούν να απονεμηθούν τρεις τίτλοι ταυτόχρονα:

  1. Είναι αστρονόμος, αφού το ηλιακό ρολόι είναι αστρονομικό παρατηρητήριο
  2. Είναι γεωγράφος, αφού επινόησε το γεωγραφικό πλάτος, και
  3. Είναι γεωμέτρης, αφού ανακάλυψε όλα αυτά χάρη στο θεώρημα της ισότητας των εναλλάξ γωνιών.

Γιατί, για να βρούμε την γωνία του γεωγραφικού πλάτους χρειάζεται μια ορισμένη επεξεργασία του σχήματος που μας δείχνει ο γνώμονας.
Κι εκεί, το παράδειγμά του είναι κατά τούτο ενδιαφέρον: συσχετίζει τον θρύλο και την ιστορία.
Από την μια η εξερεύνηση της γης, η χαρτογράφηση και η μέτρησή της κι από την άλλη, η σχέση που υπάρχει εκεί ανάμεσα στα γεωγραφικά σχήματα: δηλαδή τα σημεία, τις γωνίες, τις ευθείες και τις μονάδες μέτρησης.

«… ΗΆρτεμιςπλέει σε κάτι άγνωστο, που μπορώ να ονομάσω πνεύμονα της θάλασσας’. Δεν είναι ούτε σκληρός πάγος, ούτε αέρας, ούτε νερό..».

Από την Αίγυπτο, ως τα μέρη των αιώνιων πάγων, από τον ουρανό του Νότου ως τον ουρανό του Βορρά, από το Νότιο ως το Βόρειο ημισφαίριο, το ταξίδι του Πυθέα είχε επιτρέψει την χαρτογράφηση της γης.

... αστερισμούς που μάλλον δεν μπορούσε να δει στον ουρανό της Ιθάκης

… αστερισμούς που μάλλον δεν μπορούσε να δει στον ουρανό της Ιθάκης

Είχε επιτρέψει επίσης να χαρτογραφηθεί κατά κάποιον τρόπο και ο ουρανός.
Ο ουρανός των Ελλήνων δεν ήταν ο ίδιος με της Ισλανδίας που είχε ανακαλύψει ο Πυθέας, αλλά ούτε και της Αιγύπτου, όπου είχαν πάει ο Θαλής και ο Ερατοσθένης.
Το ταξίδι είχε επιτρέψει να μεγαλώσουν μαζί η γη και ο ουρανός.

Εικόνα 2

Εικόνα 2

Εικόνα 3

Εικόνα 3

Ακόμη και ο Οδυσσέας θα έβλεπε τους αστερισμούς κοντά στην σημερινή Τυνησία, που δεν θα μπορούσε να δει στον ουρανό της Ιθάκης.
Για να παρατηρήσεις τον ουρανό, χρειάζεσαι ένα αστεροσκοπείο. Οι Έλληνες δεν είχαν, γιατί απλά δεν το χρειάζονταν.
Είχαν έναν άξονα στο έδαφος, ηλιακό ρολόι και γνώμονα.
Και ιδού μια έκλειψη σελήνης: βλέπουμε την σκιά της γης που έρχεται αργά να σκιάσει την σελήνη. Οι Έλληνες γνώριζαν το μέγεθος της γης: το είχε μετρήσει ο Ερατοσθένης. Η σκιά της γης είναι 3 ως 4 φορές μεγαλύτερη από της σελήνης.

Ιδού μια έκλειψη της Σελήνης. Βλέπουμε τη σκιά της γης...

Ιδού μια έκλειψη της Σελήνης. Βλέπουμε τη σκιά της γης…

Το είχε μετρήσει ο Ερατοσθένης

Το είχε μετρήσει ο Ερατοσθένης

Οι Έλληνες γνώριζαν το μέγεθος της Σελήνης.
Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος υπολόγιζε την σχετική απόσταση του Ήλιου και της Σελήνης από την Γη, μετρώντας πάνω σε ένα όσο το δυνατόν πιο ακριβές τρίγωνο, ώστε το ορθογώνιο τρίγωνο που σχηματίζουν τα 3 ουράνια σώματα να είναι όταν η Σελήνη βρίσκεται στο πρώτο ή το τελευταίο τέταρτο.
Για να οριστεί τρίγωνο, αρκεί να μετρηθεί η γωνία της Σελήνης με την γη.

... τη σχετική απόσταση ήλιου και σελήνης από τη γη...

... τη σχετική απόσταση ήλιου και σελήνης από τη γη…

Όπως ο Θαλής έτσι και ο Αρίσταρχος κατασκευάζουν πρότυπα υπό κλίμακα σε σμίκρυνση για τέτοιες μελέτες περιπτώσεων της αστρονομίας.
Το απρόσιτο μετράται με την αναπαραγωγή ή την μίμηση μέσα στα όρια του προσιτού (δηλαδή υπό κλίμακα).
Αυτό κάνει ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος και κάθε πρωτοπόρος.
Κάποια άστρα στον ουρανό κινούνται. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία τους. Ειδικά ενός από αυτά που μοιάζει να πηγαινοέρχεται. Είναι ο πλανήτης Άρης. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο;
Υπάρχουν δύο ουράνιες σφαίρες, η μία μέσα στην άλλη. Η μία περιλαμβάνει τα σταθερά ουράνια σώματα, η άλλη τα κινούμενα, δηλαδή τους πλανήτες.
Οι δύο ουράνιες σφαίρες περιστρέφονται η μία μέσα στην άλλη. Αυτή η κίνηση εξηγεί το Σύμπαν.
Αυτή η συνδυασμένη κίνηση δημιουργεί μία καμπύλη. Ο Εύδοξος ο Κνίδιος την αποκαλούσε «Ιπποπέδη».
Σήμερα ξέρουμε πως δεν είναι οι ουράνιες σφαίρες που συγκρατούν τα άστρα: τα συγκρατεί μία και δύναμη: η συμπαντική βαρύτητα. Αλλά η εξήγηση του Εύδοξου έχει αξία, αφού πρότεινε ένα πρότυπο.
Από τις απαρχές της, η ελληνική αστρονομία ξεχωρίζει σε σχέση με τις παλαιότερες ή τις σύγχρονές της αστρονομίες: είναι για την εκπληκτική ακρίβεια του γεωμετρικού προτύπου της.
Οι Έλληνες είχαν ένα πράγμα κατά νου και το έλεγαν συχνά: να εξηγήσουν όσα παρατηρούσαν. «Τι είναι αυτό που βλέπω και πώς θα το εξηγήσω;»
Η λέξη «φαινόμενο» είναι ελληνική: αυτό που φαίνεται. Πίσω από αυτό που φαίνεται υπάρχει μία αιτία. Κι αυτή η αιτία εξηγείται πάντα γεωμετρικά.
Οι Έλληνες π.χ. από την αρχή της ιστορίας τους, μέχρι τον Πτολεμαίο στα τέλη της ελληνιστικής περιόδου, δίσταζαν πραγματικά στην ιδέα αν το κέντρο του κόσμου είναι ο Ήλιος ή η Γη.
Επομένως υπάρχουν δύο πιθανές εκδοχές:

  1. ο γεωκεντρισμός (με την γη να είναι το κέντρο του κόσμου) ή
  2. ο ηλιοκεντρισμός (με τον ήλιο να είναι το κέντρο του κόσμου).

Κι ας υποθέσουμε πως το πρώτο ενδεχόμενο είναι αληθές, η υπόθεση του γεωκεντρισμού: « Πώς οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από την γη; Πώς περιστρέφονται τα άστρα γύρω από την γη;». Άρα ένα νέο γεωμετρικό πρότυπο τα εξηγεί όλα αυτά.
Κι ας υποθέσουμε ότι το δεύτερο ενδεχόμενο είναι το σωστό, υπάρχει ένα γεωμετρικό πρότυπο που το εξηγεί: « Πώς περιστρέφονται οι πλανήτες γύρω από τον ήλιο; Και πώς περιστρέφεται η γη συγκεκριμένα γύρω από τον ήλιο;»
Σ’αυτήν την περίπτωση έλεγαν ότι υπάρχει ισοτιμία υποθέσεων.
Από την στιγμή που μπορώ να εξηγήσω με λογικό τρόπο και την κίνηση του κόσμου σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση και την κίνηση του κόσμου σύμφωνα με την δεύτερη, τότε τα δύο πρότυπα είναι ισότιμα.
Δεν υπάρχουν στις 2 θεωρίες ιδέες τόσο σαφείς, τόσο ακριβείς και τόσο ανεκτικές(ελαστικές).
Οι Έλληνες ενέταξαν το πρότυπο της γεωμετρίας στην αστρονομία: από τότε η επιστήμη επέλεξε αυτόν τον δρόμο μία για πάντα. Είναι ένας δρόμος από τον οποίο δεν έχουμε ποτέ ξεφύγει. Ένα μονοπάτι που δεν ξεχάσαμε ποτέ.


[1] 1 πήχης (μονάδα μήκους)=52,36-64 εκατοστά του μέτρου
[2] 1 στάδιο (μονάδα μήκους)= 600 πόδια ή 185,15 μέτρα
[3] 1 πόδι (μονάδα μήκους)= 30 περίπου εκατοστά του μέτρου

.
.
.
.
Short Link: http://wp.me/pcPJ9-18P
.
.
.