.

[..συνέχεια..]

Οι μετανάστες στις αγροτικές περιοχές της νότιας  Ευρώπης

Migrants in rural areas of southern Europe

Migrants dans les zones rurales du sud de l’Europe

Την περασμένη εικοσαετία οι αυξημένες ελλείψεις εργατικού δυναμικού που προκλήθηκαν από την αναδιάρθρωση της γεωργίας και του αγροτικού τομέα, η ένταση των δημογραφικών πιέσεων και η αποστροφή για τις γεωργικές εργασίες είχαν σοβαρές συνέπειες στην επιβίωση του αγροτικού τομέα και στην οικον9ομική και κοινωνική συνοχή των αγροτικών κοινωνιών στην νότια Ευρώπη. Οι άμεσες επιδοτήσεις μειώνονταν εξαιτίας της αναθεώρησης της κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ) και εξαιτίας των συμφωνιών στο πλαίσιο της GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου). Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και της υπαίθρου ένιωσαν να απειλούνται από τις φθηνές εισαγωγές αλλά και την καινοτόμο και τεχνολογική γεωργία. Σε αυτό το πλαίσιο η αύξηση των μεταναστών προσέφερε λύσεις, συνέβαλε στη μείωση του κόστους παραγωγής και εκτόνωσε τις πιέσεις που ασκούνταν στην αγροτική οικονομία. Τα δεδομένα μαρτυρούν τη ραγδαία αύξηση της απασχόλησης μεταναστών στην γεωργία και στην ευρωπαϊκή ύπαιθρο γενικότερα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές του 1990. (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, υλοτομία κλπ). Στη νότια Ευρώπη (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα) η αύξηση αυτή είναι συγκριτικά μεγαλύτερη από εκείνη της βόρειας Ευρώπης και συνδέεται με το ειδικό βάρος που έχει η γεωργία στην οικονομία των χωρών του νότου (οι οποίες π.χ. υστερούν ή και δεν έχουν βιομηχανία). Για την περίοδο που αναφερόμαστε στον ευρωπαϊκό νότο είχε συγκεντρωθεί ο μισός γεωργικός πληθυσμός και τα 2/3 των αγροτικών εκμεταλλεύσεων της ΕΕ των 15.

Οι μετανάστες (από τα Βαλκάνια, την Αφρική και την Ασία) τροφοδότησαν τις οικονομίες έντασης εργασίας απασχολούμενοι στις οικονο0μικά αναδιαρθρωμένες αγροτικές περιοχές και στην ραγδαία αναπτυσσόμενη εξειδικευμένη εποχική γεωργία. Αυτή απαιτεί συνεχή μίσθωση νέων αγροτικών εργατών από τα χαμηλότερα τμήματα της τμηματοποιημένης (segmented) αγοράς εργασίας με σκοπό να απασχοληθούν σε προσωρινές, ανειδίκευτες και συχνά παράνομες θέσεις εργασίας τόσο στην οικογενειακή όσο και στην επιχειρηματική γεωργία. Οι μετανάστες όμως δεν απασχολούνται μόνο στη γεωργία αλλά συχνά διαδραματίζουν ένα σύνθετο ρόλο στις αγροτικές περιοχές μετακινούμενοι ανάμεσα στον κλάδο της γεωργίας , του τουρισμού και των κατασκευών (δευτερογενής τομέας). Επίσης προσφέρουν στους ηλικιωμένους πληθυσμούς των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών συμπληρώνοντας το ελλειμματικό κοινωνικό κράτος.

Ο συλλογικός φορέας των εργοδοτών των επαγγελματικών οργανώσεων αναγνωρίζει την έλλειψη εποχικού εργατικού δυναμικού στην ΕΕ γεγονός που οφείλεται κυρίως στον χειρωνακτικό χαρακτήρα της εργασίας, του πολύ χαμηλούς μισθούς και την ελλιπή ή καθόλου ασφάλιση. Η απασχόληση αγροτικού εργατικού δυναμικού προερχόμενο από τρίτες χώρες αποτέλεσε μία σημαντική λύση για τη μεγάλη έλλειψη εργατικών χεριών για εποχικές εργασίες. Συγκεκριμένα εκτιμάται ότι το 2000 δούλεψαν στην ευρωπαϊκή γεωργία ως εποχικοί αγροτικοί εργάτες περίπου 500.000 μετανάστες. Από αυτούς πάνω από το 1/3 απορρόφησαν οι αγρότες της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της ΕΕ (EESC) εκτίμησε: «οι ξένοι εργάτες γης προσφέρουν σημαντική και αναγκαία υπηρεσία στη γεωργία». Για την Πορτογαλία δεν έχουμε δεδομένα παρόλο αυτά απασχολούνται σημαντικός αριθμός μεταναστών ως εποχικό εργατικό δυναμικό. Μετανάστες και γυναίκες (δηλαδή μετανάστριες και Ελληνίδες) προσφέρουν μισθωτή εργασία σε εντατικές καλλιέργειες στις οποίες το φύλο και η εθνικότητα καθορίζουν τις συνθήκες της απασχόλησης. Στον ευρωπαϊκό νότο μετανάστες χωρίς έγγραφα απασχολούνται στο πλαίσιο της διασφάλισης των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, σε μια περίοδο συνεχούς και διαρκούς απορύθμισης των αγορών εργασίας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι σημαντικό τμήμα του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού συγκεντρώνεται στη γεωργία αν και πολλοί από τους μετανάστες δεν έχουν αγροτική προέλευση. Οι συνεχιζόμενες αφίξεις μεταναστών χωρίς έγγραφα διαιωνίζουν ένα μοντέλο αγροτικής παραγωγής ιδιαίτερα προβληματικό το οποίο αναστέλλει την ομαλή διαδικασία εργασιακής και κοινωνικής ένταξης των παλαιότερων από αυτούς στις τοπικές κοινωνίες υποδοχής. Αυτοί οι παλαιότεροι μετανάστες χωρίς έγγραφα πιέζονται εντός της γεωργικής απασχόλησης και περιθωριοποιούνται και υφίστανται τις συνέπειες μείωσης των μισθών τους εξαιτίας των νέων εισερχόμενων αγροτικούς μετανάστες χωρίς έγγραφα. Η αντικατάσταση των παλαιότερων μεταναστών με έγγραφα από μετανάστες χωρίς έγγραφα έχει συνδεθεί με την προσπάθεια της εργοδοσίας και τους κράτους να περιοριστεί συνδικαλιστική δράση για μεγαλύτερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης των πρώτων. Οι μετανάστες σε πολλές αγροτικές περιοχές της νότιας Ευρώπης έχουν αρχίσει σταδιακά να συγκροτούν μία «νέα αγροτική τάξη» η οποία προκαλεί κοινωνικές εντάσεις σε σχέση με τις συνθήκες και τον τρόπο διαβίωσης του και επίσης με τις διεκδικήσεις του σ για νομιμοποίησης και μεγαλύτερους μισθούς. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των νοτιοευρωπαϊκών χωρών είναι ότι οι μετανάστες χωρίς έγγραφα, αφού νομιμοποιηθούν επιδιώκουν να μετακινηθούν σε άλλους οικονομικούς κλάδους.

Παρά τη γενικότερη αναγνώριση της θετικής συμβολής του στις τοπικές οικονομίες ο γηγενής πληθυσμός υιοθετεί αρνητικά στερεότυπα. Πολύ συχνά οι ντόπιοι δυσκολεύονται να αποδεχτούν το γεγονός ότι η απασχόληση των μεταναστών συμβαδίζει με την αυξημένη παρουσία τους στις τοπικές κοινωνίες υποδοχής με αποτέλεσμα την ύπαρξη μιας πολιτισμικής πολυφωνίας, η οποία όμως δεν είναι καθόλου εύκολο να αναιρεθεί.

Οι μετανάστες στην Ελλάδα

Το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ελλάδα έγινε για πρώτη φορά αισθητό στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και είχε να κάνει με ένα μικρό αριθμό Ασιατών, Αφρικανών και Πολωνών οι οποίοι απασχολούντο στις κατασκευές, στη γεωργία και στις οικιακές εργασίες. Μέχρι το 1986 ο αριθμός των μεταναστών δεν ξεπερνούσε τις 90.000. στην απογραφή του πληθυσμού του 1991 καταμετρήθηκαν 136.000 αλλοδαποί το1/5 όμως των οποίων προερχόταν από κράτη μέλη της ΕΕ. Με την απογραφή του 2001 οι αλλοδαποί έφτασαν τις 797.000 εκ των οποίων το 6% αντιπροσώπευαν μετανάστες από την ΕΕ.

Η ζωή μεταναστών συνεχίστηκε για μεγάλο διάστημα με την έλευση διαδοχικών κυμάτων από τα Βαλκάνια, την ανατολική Ευρώπη και πιο πρόσφατα την Ασία και την Αφρική. Οι παλαιότεροι μετανάστες είναι: οι Φιλιππινέζοι, οι Πολωνοί, οι Τούρκοι, οι Αλβανοί, οι Αιγύπτιοι και υπήκοοι κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο η εισροή μεταναστών στην Ελλάδα πενταπλασιάστηκε την περίοδο 1998-2004 ενώ ταυτόχρονα η μέση διάρκεια παραμονής των μισών από αυτούς ξεπερνάει τα 8 χρόνια. Σε σύγκριση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου η Ελλάδα εμφανίζει μια σειρά από κοινά χαρακτηριστικά αλλά και ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις.

Τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την Ελλάδα:
i) το ποσοστό συμμετοχής μεταναστών στο σύνολο πληθυσμού είναι το υψηλότερο στην ΕΕ (10% του πληθυσμού και 15% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού,
ii) 60% περίπου των μεταναστών είναι Αλβανοί,
iii) η αλβανική μετανάστευση είναι κατά βάση οικογενειακής μορφής,
iv)  τα κοινά σύνορα με την Αλβανία και τη Βουλγαρία διευκολύνουν την είσοδο και δίνουν στο φαινόμενο μία μορφή κυκλικότητας,
v) περίπου οι μισοί από τους μετανάστες παραμένουν χωρίς έγγραφα,
vi)  η εποχικότητα και η τμηματοποίησης της αγοράς εργασίας στη χώρα καθιστούν τους μετανάστες διαρθρωτικό παράγοντα της απασχόλησης σε τομείς όπως οι κατασκευές (24,5%), η γεωργία (17,5%), οι υπηρεσίες (20,5%) και ο τουρισμός (15,7%)
vii)  η εθνικότητα και το φύλο διαφοροποιούνται σημαντικά κατά κλάδο. Οι Αλβανοί απασχολούνται στις κατασκευές και τη γεωργία, οι πακιστανοί και οι Μπαγκλαντεσιανοί σε πιο σκληρές και ανθυγιεινές εργασίες στη γεωργία και στη βιοτεχνία, οι γυναίκες από τις πρώην Ανατολικές χώρες και τις Φιλιππίνες στις οικιακές υπηρεσίες κτλ.

Οι μετανάστες εμφανίζουν υψηλή συγκέντρωση:
α) στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη),
β) σε περιοχές που κυριαρχεί η εντατική γεωργία (ανατολική Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Κρήτη),
γ) στις νησιωτικές που εξαρτώνται από τον τουρισμό (νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου, Κρήτη),
δ) οι μετανάστες εμφανίζονται και στις ορεινές περιοχές όπου είναι έντονη η έλλειψη του ντόπιου εργατικού δυναμικού, όπως στην ορεινή Φωκίδα και Αρκαδία.

Λόγω του μεγάλου αριθμού τους οι Αλβανοί κυρίαρχουν σε όλους τους παραγωγικούς τομείς αλλά πιο πολύ απασχολούνται στις κατασκευές και τη γεωργία. Στη γεωργία απασχολούνται Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Ινδοί ,Αιγύπτιοι και Πακιστανοί.

Γενικά οι μετανάστες (παρά το ότι έχουν σημαντικά προσόντα μερικοί από αυτούς) εργάζονται σε κλάδους ανειδίκευτης ή ημι-ειδικευμένης απασχόλησης και συγκεκριμένα σε θέσεις με χαμηλή αμοιβή, μειωμένη ασφάλεια και βαριά και επικίνδυνα καθήκοντα.

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία όσον αφορά τους μετανάστες με έγγραφα οι άνδρες φτάνουν το 57% ενώ η αναλογία μεταξύ των δύο φύλων διαφοροποιείται σημαντικά από εθνικότητα σε εθνικότητα. Σε ορισμένες εθνικότητες υπερτερούν οι γυναίκες (Φιλιππίνες, Πρώην Σοβιετική Ένωση, Βουλγαρία, Πολωνία, και κράτη της ΕΕ) αντίθετα σε αυτούς που προέρχονται από το Μπαγκλαντές, Ιράν, Συρία, Πακιστάν κλπ υπερτερούν ο άντρες.

Η επαγγελματική και επομένως η κοινωνική ένταξη/ενσωμάτωση διαφέρει σημαντικά από εθνικότητα σε εθνικότητα. Για παράδειγμα οι υπήκοοι κρατών μελών της ΕΕ ή των ανεπτυγμένων χωρών συχνά ασκούν υψηλότερου κύρους επαγγέλματα. Στον αντίποδα οι προερχόμενοι από χώρες της Ασίας και των Βαλκανίων παρουσιάζουν μεγάλα ποσοστά ανειδίκευτης εργασίας και απασχόλησης σε επαγγέλματα χαμηλού κύρους. Από στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού για την περίοδο 2005-2009 τα οποία αφορούν απασχόλησης μεταναστών από τρίτες χώρες αποδεικνύεται ότι οι μετανάστες από ψώρες εκτός ΕΕ βρίσκονται σε αρκετά δεινή θέση στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα το 90% των μεταναστών από τις χώρες αυτές είναι μισθωτοί ενώ μεταξύ των ντόπιων το ποσοστό είναι μόλις 62%.  Αντίστοιχα οι αυτοαπασχολούμενοι μετανάστες αποτελούν μόλις το 6% του πληθυσμού τους και το 23% των ντόπιων. Πολύ μικρό ποσοστό των παλαιότερων μεταναστών ανήκει στην κύρια αγορά εργασίας ενώ η συντριπτική πλειοψηφία κατατάσσεται στη δευτερεύουσα αγορά εργασίας.

Οι μετανάστες στην ελληνική ύπαιθρο

Στη χώρα μας ύστερα από μια περίοδο μεγάλης ανόδου του αγροτικού εισοδήματος ως αποτέλεσμα της ΚΑΠ (κοινή αγροτική πολιτική) άρχισαν τη δεκαετία του 1990 να γίνονται εμφανείς οι επιπτώσεις από τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας λόγω: α) της μείωσης των ιδιωτικών επενδύσεων, β) της ανορθολογικής διαχείρισης των κοινοτικών πόρων, γ) της ανεπάρκειας της διαρθρωτικής πολιτικής. Η αναθεώρηση της ΚΑΠ και ο αναπροσανατολισμός της αγροτικής πολιτικής οδήγησαν στη δημιουργία αρνητικού περιβάλλοντος για την ελληνική γεωργία και ύπαιθρο. Από την άλλη οι πιέσεις για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής γεωργίας συνδέθηκαν: α) με την αναδιάρθρωση της ελληνικής παραγωγής προς εντατικές καλλιέργειες, β) με τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, γ) με τις έντονες ανάγκες για εποχικά χέρια και δ) με την ταυτόχρονη αποχώρηση μέρους του οικογενειακού εργατικού δυναμικού προς όφελος των επιχειρηματιών.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 το σύνολο των απασχολούμενων στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκε κατά 24% και ο αριθμό των εκμεταλλεύσεων μειώθηκε κατά 16%. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκε έξοδος από την αγροτική απασχόληση των μελών της οικογένειας και τάση συγκέντρωση της αγροτικής εργασίας στον αρχηγό της οικογένειας. Επίσης κατά τη δεκαετία του 1990 το ποσοστό των αρχηγών αγροτικής εκμετάλλευσης πάνω από 65 ετών πήγε από το 25% στο 34% ενώ το ποσοστό των νέων αγροτών μεταξύ του συνόλου των αρχηγών αγροτικών εκμεταλλεύσεων μειώθηκε από το 9% στο 5%. Τώρα παρατηρούνται αντίστροφες τάσεις παρόλο που δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής επαρκή στοιχεία.

Το δημογραφικό έλλειμμα που είχε προκαλέσει κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 η αγροτική έξοδος ενισχύθηκε στη σημερινή εποχή από την αναδιάρθρωση της γεωργίας, τη μείωση της γεωργικής απασχόλησης και την επέκταση της πολύ-απασχόλησης. Παράλληλα η ύπαιθρος μετατράπηκε σε τόπο ανάπτυξης και άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων εκτός από τις γεωργικές. Αυτό οφείλεται στην οικιστική επέκταση και τα νέα καταναλωτικά πρότυπα που έχουν να κάνουν τόσο με την αναψυχή όσο και με την επιστροφή στον τόπο καταγωγής. Η κοινωνική και οικονομική διαφοροποίησης της υπαίθρου έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας «νέας αγροτικότητας» στο πλαίσιο της οποίας έχουν ανακύψει ανάγκες για ευέλικτη απασχόληση. Έτσι «διευκολύνεται η διείσδυση» φτηνών εργατικών χεριών των μεταναστών οι οποίοι φαίνεται να αναλαμβάνουν ευέλικτους και διαφοροποιημένους ρόλους σε μια πολύ-λειτουργική ύπαιθρο. Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία της ελληνικής υπαίθρου που έχουν να κάνουν άμεσα ή και έμμεσα με τους μετανάστες και επηρεάζουν τις τοπικές αγορές εργασίας:

1) παρατηρείται μία όλο και πιο έντονη «από-αγροτοποίηση» της υπαίθρου καθώς η αγροτική απασχόληση αποτελεί κύριο επάγγελμά για όλο και λιγότερους ενώ για τους περισσότερους είναι απλώς μία πηγή εισοδήματος ή και ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής,

2) καταγράφεται μία αποστασιοποίηση των εργαζομένων και ιδιαίτερα των νέων από τα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Αυτό αφορά την απαξίωση της αγροτικής εργασίας και την αντικατάστασή της από επαγγέλματα που θεωρούνται «καθαρότερα», σχετικά ειδικευμένα, καλύτερα αμειβόμενα και πιο ξεκούραστα.

3) Δημιουργείται σταδιακά και σε τοπικό επίπεδο μια αγορά εργασίας, η οποία αποτελείται από διαφορετικά τμήματα:

α).- η κύρια αγορά εργασίας στην οποία απευθύνονται και όσοι ή όσες επιδιώκουν πλήρη απασχόληση στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, ασφαλιστική κάλυψη, καλύτερες συνθήκες εργασίας με μέσο ή υψηλό εισόδημα,

β). δευτερεύουσα αγορά στην οποία κατευθύνονται κυρίως οι μετανάστες, αλλά πλέον και πολλοί ντόπιοι που δουλεύουν χωρίς ασφάλιση.

4) Διευρύνεται σε μεγάλο βαθμό η «ευελιξία» στην απασχόληση επειδή η πολύ-απασχόληση, η εναλλαγή εργασιών στη διάρκεια του έτους, η διαδοχή εργασιών μέσα στην ίδια μέρα, η εναλλαγή περιόδων απασχόλησης και ανεργίας, η εναλλαγή τυπικής και άτυπης απασχόλησης, η εντατική εποχιακή απασχόληση αποτελούν επιλογές αποτελούν εναλλαγές για το λιγότερο ειδικευμένο τοπικό εργατικό δυναμικό. Αυτό το τοπικό εργατικό δυναμικό –ντόπιο ή ξένο- οφείλει να επιδείξει την αναγκαία προσαρμοστικότητα. Όσον αφορά τους μετανάστες η προσαρμοστικότητά τους αναδεικνύει τον πολύ-λειτουργικό τους ρόλο και την πολυσχιδή σημασία τους ως παραγωγικού συντελεστή σε τοπικό επίπεδο και επεκτείνεται στις δημογραφικές και πολιτισμικές διαστάσεις στη συμμετοχή τους στις τοπικές κοινωνίες.

5) Παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στους οικονομικούς και κοινωνικούς ρόλους των δύο φύλων. Η έξοδος των γυναικών στις τοπικές αγορές εργασίας συνδέεται με τη ζήτηση για οικιακές εργασίες και για φύλαξη νεότερων ή γηραιότερων μελών του νοικοκυριού.

6) Υπάρχει πίεσης για ανάπτυξη και διατήρηση ενός αστικού καταναλωτικού προτύπου στις τοπικές οικονομίες που έχει να κάνει τόσο με τη στέγαση όσο και με την απόκτηση καταναλωτικών αγαθών.

Η γήρανση του ντόπιου αγροτικού πληθυσμού και η μείωση της συμμετοχής των νέων στις αγροτικές εργασίες όπως και η ανάγκη διατήρησης και κοινωνικού ιστού στην ύπαιθρο αποτελούν μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η ελληνική ύπαιθρος και κατ’ επέκταση και η ευρωπαϊκή. Στις προκλήσεις αυτές οι μετανάστες φάνηκαν να προσφέρουν κατά τα περασμένα χρόνια μία σημαντική λύση.

Ωστόσο πρόσφατα και εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε πολύ έντονα και στην Ελλάδα δημιουργήθηκε μία νέα κατάσταση. Το 2008 έλαβε τέλος η οικονομική ανάπτυξη για τη χώρα και άνοιξε νέους κύκλους οικονομικής ύφεσης που συνεχίζεται για έκτη ή έβδομη χρονιά με συνολικό ποσοστό ύφεσης 27%-28%. Από την άνοιξη του 2009 όλοι οι ελληνικοί οικονομικοί δείκτες άρχισαν να μειώνονται σημαντικά. Η ύφεση είχε άμεσες και αρνητικές επιπτώσεις στο χαμηλής ειδίκευσης εργατικό δυναμικό και σε όσους διέθεταν χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Αντίθετα ευνόησε αυτούς με τα ψηλά εισοδήματα. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η απασχόληση των μεταναστών θα πληγεί πολύ περισσότερο από την απασχόληση του ντόπιου πληθυσμού. Η ανεργία των μεταναστών σημείωσε ραγδαία αύξηση μετά το τρίτο τρίμηνο του 2008.

Στον αγροτικό χώρο η εικόνα είναι διαφοροποιημένη από περιοχή σε περιοχή και ανάλογα με τον τύπο της γεωργίας. Σε περιοχές δυναμικής γεωργίας τα μεροκάματα των Αλβανών και Ασιατών εμφανίζονται σταθερά τα τελευταία 2 χρόνια περίπου 25€ έως 30€. Σε άλλες περιοχές όπου η γεωργική παραγωγή πιέζεται εξαιτίας των χαμηλών τιμών πώλησης επιχειρείται η μείωση του κόστους παραγωγής με αντίστοιχή μείωση του όγκου της απασχόλησης των μεταναστών. Η προσπάθεια να μειωθούν τα μεροκάματα έχει συχνά ως συνέπεια τη μείωση της ποιότητας της εργασίας και κατ’ επέκταση τη μείωση της ποιότητας της παραγωγής. Συνοπτικά η εκτεταμένη παρουσία των μεταναστών στις τοπικές αγορές εργασίας αποτέλεσε μία μοναδική ευκαιρία για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της υπαίθρου αλλά και της περιφέρειας. Κατά την πάροδο των ετών το μεταναστευτικό φαινόμενο εξελίχτηκε και διαφοροποιήθηκε σημαντικά αποκτώντας  όλο και πιο σύνθετα χαρακτηριστικά στις χώρες υποδοχής καθώς περιλάμβανε:

α) διαφορετικούς μεταναστευτικούς πληθυσμούς,

β) με διαφορετικές επιδιώξεις και στρατηγικές,

γ) διαφορετικό καθεστώς νομιμότητας,

δ) διαφορετική επαγγελματική εξειδίκευση και διαθεσιμότητα.

Συμπεράσματα. Στην Ελλάδα όπως και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό νότο οι μετανάστες που στην πλειονότητά τους ήρθαν χωρίς έγγραφα τροφοδότησαν την άτυπη αγορά εργασίας. Ακόμα και όταν νομιμοποιήθηκαν οι διαθέσιμες θέσεις ήταν χαμηλής εξειδίκευσης, χαμηλών αμοιβών, μεγάλου μόχθου και περιορισμένων ευκαιριών ώστε να μπορέσουν να βελτιώσουν την κοινωνική και επαγγελματική θέση τους. Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική δεν διασφαλίζει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και το βάρος για την ενσωμάτωσή τους μετατοπίζεται περισσότερο στους ίδιους και στις τοπικές κοινωνίες υποδοχής.

Υπάρχουν κατηγορίες μεταναστών όπως π.χ. οι Αλβανοί οικογενειάρχες και άλλοι που επέδειξαν σημαντική προσαρμοστικότητα στην αγορά εργασίας αλλά και στην κοινωνία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανέλιξή τους στην επαγγελματική και κοινωνική πυραμίδα και την καλύτερη ένταξη και ενσωμάτωσή τους σε σχέση με άλλες κατηγορίες μεταναστών που δεν είχαν παρόμοιες δυνατότητες ή δεν τους δόθηκαν ίδιες ευκαιρίες.

Το μεταναστευτικό φαινόμενο έχει εξελιχθεί σημαντικά στη χώρα ωστόσο ό, τι ήταν δεδομένο πριν μερικά χρόνια μοιάζει σήμερα να μην είναι, αφού η κοινωνία δημιουργεί εμπόδια στην κοινωνική ένταξη και ενσωμάτωση των μεταναστών. Ο γηγενής πληθυσμός περιχαρακώνεται απέναντι στους μετανάστες τους οποίους χαρακτηρίζουν «απειλή» για την κοινωνία και την οικονομία ενώ συχνά επιστρατεύουν το επιχείρημα ότι πολλοί από αυτού σ είναι χωρίς έγγραφα προκειμένου οι περιορισμοί ένταξης και ενσωμάτωσής τους να γίνουν αυστηρότεροι.

Όσον αφορά την ύπαιθρο με δεδομένο τον αποπροσανατολισμό της ΚΑΠ και των άλλων αλλαγών που έχουν δρομολογηθεί στις αγροτικές περιοχές η συνέχιση της απασχόλησης των μεταναστών δεν είναι εύκολο να ανατραπεί. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δημογραφικές και κοινωνικο-οικονομικές συνιστώσες των αγροτικών περιοχών δεν ευνοούν την απασχόληση του γηγενούς αγροτικού πληθυσμού σε χαμηλά αμειβόμενες εργασίες. Η απασχόληση των μεταναστών στις τοπικές αγορές εργασίας προβλέπεται να συνεχιστεί παρά τις αντιφάσεις των κυρίαρχων αντιλήψεων απέναντί τους και παρά τις αντιστάσεις του γηγενούς πληθυσμού στο ενδεχόμενο της ενσωμάτωσής του σ σε τοπικό επίπεδο.

Η κρίση δε φαίνεται να ανατρέπει την πορεία της μισθωτής απασχόλησης των μεταναστών στην ελληνική ύπαιθρο. Η δημογραφικοί, κοινωνικοί και διαρθρωτικοί παράγοντες που προκάλεσαν την άνοδο της απασχόλησης τους φαίνεται ότι εξακολουθούν να την καθιστούν απαραίτητη.

Οι προσδοκίες των μεταναστών για κοινωνική κινητικότητα υπηρετούν το στόχο της κοινωνικής συνοχής στις κοινωνίες υποδοχής τόσο για τους ίδιους όσο και για τους γηγενείς. Ωστόσο οι γηγενείς δεν είναι έτοιμοι να συναινέσουν στην κοινωνική καταξίωση και στην αναγνώριση των μεταναστών από τη στιγμή που η κοινωνία, η γνώμη της οποίας διαμορφώνεται και επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τα ΜΜΕ, είναι επιφυλακτική. Οι γηγενείς ανησυχούν καθώς πιέζονται καθημερινά από το άχθος της οικονομικής ύφεσης και υποχωρούν σε εύκολες ερμηνείες σχετικά με τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών και την καταπολέμηση της μετανάστευσης χωρίς έγγραφα.

.

Σημειώσεις της Π. Βασιλείου από το : ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ – ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.), Μετανάστες στη Ελλάδα, Απασχόληση και ένταξη στις τοπικές κοινωνίες, 2012

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-103

.

.

.

Advertisements

.

Παγκόσμια και Νοτιο-Ευρωπαϊκή Μετανάστευση

Global and South European Immigration

Immigration Mondiale et Sud Européenne

Διαβάστε επίσης: -φορντισμός (4 άρθρα)

Εκτιμάται ότι το 2010 οι μετανάστες γενικώς ήταν 214.000.000 και άρα αποτελούσαν το 3,1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Σε προβολή εάν ο ρυθμός αυτός συνεχιστεί, τότε το 2050 θα μπορούσαν ξεπεράσουν τα 405.000.000.
Περίπου 6 στους 10 μετανάστες ζουν στις ανεπτυγμένες χώρες και αυτό αντιστοιχεί στο 10% του πληθυσμού των ανεπτυγμένων χωρών[1]. Αυτό το ποσοστό αφορά τους μετανάστες ως σύνολο, σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού και όχι τους μετανάστες που είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι αποτελούν το 15% του εργαζόμενου πληθυσμού. Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο πάνω από 5.000.000 άτομα διασχίζουν τα διεθνή σύνορα για να ζήσουν και να εργαστούν σε κάποια ανεπτυγμένη χώρα του Βορρά. Η κινητικότητα των πληθυσμών αποτελεί μία σημαντική διάσταση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Τα οφέλη για την ανθρώπινη ανάπτυξη από τον περιορισμό των εμποδίων στην κινητικότητα αλλά και από τη βελτίωση της μεταχείρισης των μεταναστών –υποτίθεται ότι– είναι σημαντικά.
Συχνά, σε μερίδα των ΜΜΕ βρίσκουν έδαφος και προβάλλονται στερεότυπα του τύπου «οι μετανάστες κλέβουν τις δουλειές μας», «οι μετανάστες επιβαρύνουν τους φορολογούμενους», περιγράφοντας με μελανά χρώματα τη μετανάστευση σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικοί παρακολουθούν με ενδιαφέρον και ανησυχία τη σχέση ανάμεσα στην κινητικότητα των πληθυσμών και τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις τόσο για τις χώρες αποστολής όσο και για τις χώρες υποδοχής των μεταναστών.
Η μετανάστευση προς την Ευρώπη είναι ένα φαινόμενο που εκδηλώθηκε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πρώτη  μεταπολεμική περίοδο, μετανάστες ακολούθησαν την από-αποικιοποίηση προς τις Δυτικο-Ευρωπαϊκές Χώρες,  ενώ, μετά το 1989, νέοι μετανάστες ήρθαν να στηρίξουν την οικονομική ανασυγκρότηση της Ευρώπης. Η δεκαετία του ΄60είχε χαρακτηριστεί από τη μαζική μετανάστευση περίπου 30.000.000 «φιλοξενούμενων» εργατών κάνοντας έτσι τον κάθε μετανάστη τον «έβδομο άνθρωπο», αφού ένας στου εφτά ευρωπαίους ήταν μετανάστης.
Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973-1974 (εμπάργκο από τις χώρες του ΟΠΕΚ) προκάλεσαν οικονομική ύφεση και άλλαξαν το σκηνικό. Από το 1973 και μέχρι την πτώση των καθεστώτων του ανατολικού συνασπισμού (1989-1990) η συγκεκριμένη χρονική περίοδος χαρακτηρίζεται από «περιοριστική μεταναστευτική πολιτική», καθώς η μετανάστευση περιορίστηκε σημαντικά και όχι μόνο αυτό, αλλά συνδυάστηκε και με ένα σημαντικό ρεύμα, την παλιννόστηση.
Η περιοριστική πολιτική της περιόδου αυτής (1973-1990) ενίσχυσε τη μετανάστευση χωρίς έγγραφα αφ΄ενός, και αφ΄ετέρου οδήγησε σε ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών που αναζητούσαν λύση στο πρόβλημά τους μέσω πολιτικού ασύλου –π.χ. Αλβανοί (μέχρι τον Αύγουστο του 1991), Βορειοηπειρώτες, Πολωνοί, κ.α.
Από το 1990 έως το 2012, δηλαδή περίπου την τελευταία 20ετία, μια σειρά από παράγοντες όπως:
α) η παγκοσμιοποίηση,
β) η κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού,
γ) οι περιβαλλοντικές κρίσεις,
δ) οι περιφερειακές συγκρούσεις,
ε) η δημογραφική γήρανση, και
στ) οι αλλαγές στη διάρθρωση της αγοράς εργασίας άλλαξαν ριζικά το ρόλο της Ευρώπης, ως περιοχής υποδοχής μεταναστών όσο και την ίδια τη σύνθεση του μεταναστευτικού πληθυσμού.
Κατά την περίοδο 2005-2010 οι μετανάστες προς την Ευρώπη  αυξήθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Μεγάλη αύξηση παρατηρήθηκε στους μετανάστες από τρίτες χώρες, οι οποίοι στις αρχές του 2009 ζούσαν ή/και δούλευαν στην Ε.Ε. των 27 και υπολογίζονται στα 19,9 εκατομμύρια, δηλαδή ένα 4% των 499.000.000 του συνολικού πληθυσμού της Ευρώπης.
Εάν σε αυτούς προστεθούν και οι πολίτες άλλων κρατών–μελών της Ε.Ε., τότε το σύνολο των πολιτών τρίτων χωρών της Ευρώπης των 27 φτάνει τα 32.000.000, δηλαδή το 6,4% του συνολικού πληθυσμού. Στα 19.900.000 δηλαδή, προστέθηκαν άλλοι 12.100.000 ενδο-ευρωπαϊκοί μετανάστες.
Σύμφωνα με έναν ευρύτερο ορισμό για τους μετανάστες, που αφορά όσους κατοικούν στην Ε.Ε. αλλά όμως έχουν γεννηθεί σε τρίτες χώρες, με στοιχεία του 2007 αντιπροσώπευαν 40.700.000, δηλαδή το 8,3% του πληθυσμού της Ευρώπης των 27.
Μια σημαντική διάσταση της μετανάστευσης προς την Ευρώπη, είναι το πολύ μεγάλο ποσοστό των μεταναστών χωρίς έγγραφα, που ταυτόχρονα είναι και κοινό γνώρισμα των μεταναστευτικών ροών στις ανεπτυγμένες χώρες. 5.000.000-10.000.000 μετανάστες χωρίς έγγραφα κατοικούν στην Ευρώπη, ενώ κάθε χρόνο προστίθενται σε αυτούς άλλοι 500.000.
Ωστόσο η μετανάστευση χωρίς έγγραφα είναι έννοια που έχει κατασκευαστεί διοικητικά και κοινωνικά και αφορά όσους μετανάστες βρίσκονται κάποια δεδομένη χρονική στιγμή χωρίς έγγραφα. Μετανάστες από την Βουλγαρία, την Ρουμανία, την Πολωνία ή την Λιθουανία είναι πλέον νόμιμοι μετανάστες αφού οι χώρες αυτές έχουν ενταχθεί πλέον στην ΕΕ.
Την ίδια στιγμή μετανάστες από αυτές τις χώρες που βρίσκονταν ήδη στην Ευρώπη πριν την ένταξη των χωρών αυτών στην Ε.Ε., έχουν νομιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα για την καταγραφή της μετανάστευσης χωρίς έγγραφα, φαίνεται ότι το 2008 υπήρχαν 1,9-3,8 εκατομ. μετανάστες χωρίς έγγραφα στην Ευρώπη.
 

Η ερμηνεία της μετανάστευσης προς τη Ν. Ευρώπη
Κατά τη δεκαετία του 1980 οι χώρες της νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία) αποτέλεσαν προορισμό για μετανάστες από τις πρώην Ανατολικές χώρες, την λατινική Αμερική και την Αφρική. Οι χώρες της νότιας Ευρώπης από χώρες αποστολής μεταναστών μετατράπηκαν σε χώρες υποδοχής, συνέχισαν όμως παράλληλα να στέλνουν μετανάστες και προς την Βόρεια Ευρώπη, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία κλπ.
Αυτές οι τέσσερις νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες χρησίμευσαν ως προθάλαμος για να συνεχίσουν οι μετανάστες τον δρόμο τους προς τη Δυτική Ευρώπη (μετανάστευση transit), στην πορεία όμως οι μετανάστες χωρίς έγγραφα εγκλωβίστηκαν και κατέληξαν να γίνουν ο τελικός προορισμός των χωρών αυτών.
Κατά την περίοδο 2005-2010 σε αυτές τις τέσσερις χώρες του νότου (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία) σημειώθηκε η σημαντικότερη είσοδος μεταναστών στην Ευρώπη, δηλαδή 3,4 εκατομ. άτομα.
Υπολογίζεται ότι σήμερα κατοικούν στον ευρωπαϊκό νότο 9.000.000 μετανάστες, με ή χωρίς έγγραφα. Στην Ιταλία το ποσοστό είναι σχετικά μικρό (4,3% του συνολικού πληθυσμού), ενώ στην Πορτογαλία και στην Ελλάδα ανέρχεται αντίστοιχα σε 7,3% για την πρώτη και 8,8% για τη δεύτερη. Σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις για την Ελλάδα το ποσοστό ξεπερνά το 10% επί του συνολικού πληθυσμού, ενώ στην Ισπανία φτάνει το 11%.
Η σημαντική αύξηση των μεταναστών στις χώρες της νότιας Ευρώπης έχει να κάνει με τη γεωγραφική θέση τους, δηλαδή τα διακριτά σύνορά τους και τις εκτεταμένες ακτογραμμές. Οι μετανάστες που φτάνουν στον ευρωπαϊκό νότο και τελικά δε μπορούν να φύγουν για άλλη χώρα, έχουν μετατρέψει αυτές τις χώρες σε τελικό τους προορισμό.
Η ένταξη αυτών των χωρών στην ΕΕ, κατά την δεκαετία του 1980, η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε, η αναδιάρθρωση κάποιων τομέων της οικονομίας, η εποχικότητα κάποιων άλλων τομέων, όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία και η γεωργία καθώς και η παρα-οικονομία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.
Όλα αυτά δημιούργησαν νέες ανάγκες για εργατικό δυναμικό, ενώ η βελτίωση του βιοτικού και του εκπαιδευτικού επιπέδου των ντόπιων πληθυσμών οδήγησε στην αποχώρησή τους από τις χαμηλά αμειβόμενες και χαμηλού κοινωνικού κύρους (status) θέσεις εργασίας.
Τέλος, η αδυναμία των μηχανισμών ελέγχου των μεταναστών χωρίς έγγραφα και η πολύ χαμηλή χρηματοδότηση των υπηρεσιών αυτών, δεν επέτρεψαν τον έλεγχο των μεταναστών χωρίς έγγραφα.
Η νότια Ευρώπη αποτελεί μία ειδική περίπτωση του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού μοντέλου που χαρακτηρίζεται από ύστερη εκβιομηχάνιση, μεγάλο αγροτικό και τουριστικό τομέα, κερδοσκοπική αστική ανάπτυξη και διευρυμένη παρα-οικονομία οικογενειακής μορφής. Αυτά συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου μετανάστευσης, που διαφέρει σημαντικά από το φορντιστικό μοντέλο της μετανάστευσης με έγγραφα των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, η οποία συνδέθηκε με την εκβιομηχάνιση των χωρών της βόρειας Ευρώπης, όπως π.χ. η Γερμανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία.
Το μοντέλο αυτό ονομάστηκε «νοτιοευρωπαϊκο» και έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τη μετανάστευση χωρίς έγγραφα, την πολλαπλότητα και την ομοιογένεια των εθνικοτήτων που φτάνουν στη νότια Ευρώπη, τη διαφορετική συμμετοχή των δύο φύλων (που έχει να κάνει με την εθνικότητα, τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στη χώρα προέλευσης και τον τύπο απασχόλησης στις χώρες υποδοχής), τη διαφορετική γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των μεταναστών και τέλος, τη συνύπαρξη της μετανάστευσης με μεγάλα ποσοστά ανεργίας και υπο-απασχόλησης στις χώρες υποδοχής.
 Είναι λοιπόν σημαντικό να μελετηθεί ο βαθμός στον οποίο οι τέσσερις χώρες της νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία) συγκροτούν ένα ενιαίο μοντέλο μετανάστευσης, αλλά να μελετηθούν επίσης και οι μεταξύ τους διαφορές, που δημιουργούν εμπόδια στην συγκρότηση ενός τέτοιου μοντέλου.
Πρόσφατα έγινε μία προσπάθεια να μελετηθούν και χώρες που εντάχθηκαν τελευταία στην ΕΕ, όπως η Κύπρος, η Μάλτα και η Σλοβενία. Η ιδιαιτερότητα του «νοτιευρωπαϊκού μοντέλου» έγκειται σε συγκεκριμένα δημογραφικά και κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά αλλά και στις μεταβολές που παρατηρήθηκαν σε αυτές τις χώρες και είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ευκαιρίες για τους μετανάστες.
Από τη δεκαετία του 1990 παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας που παρατηρούνται στην Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα και πλησιάζουν το 35% (με την ανεργία των νέων στο 65%), οι χώρες αυτές εξακολουθούν να προσελκύουν μεγάλους αριθμούς μεταναστών.
Η αναδιάρθρωση της οικονομίας και η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, οδήγησαν στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης τις οποίες συχνά απορρίπτουν οι ντόπιοι πληθυσμοί.
Η προσδοκία για «ασφαλή και αξιοπρεπή» απασχόληση για τους ντόπιους πληθυσμούς, έχει ως συνέπεια την απόρριψη θέσεων εργασίας από τους ντόπιους, που συνοδεύονται επίσης από χαμηλές αμοιβές, σκληρή εργασία και κακές συνθήκες απασχόλησης.
Έτσι δίνεται χώρος για να απασχοληθούν στις θέσεις αυτές οι μετανάστες. Αυτό οφείλεται στο ότι στη νότια Ευρώπη, ορισμένες ομάδες ανέργων δεν βρίσκονται σε άμεση ανταγωνιστικότητα με τους μετανάστες στην αγορά εργασίας.
Αυτές οι ομάδες του ντόπιου πληθυσμού εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, μόνο εάν αυτές αντιστοιχούν στην εκπαίδευση, την οικογενειακή και οικονομική θέση τους.
Σε ένα τέτοιο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον οι μετανάστες έρχονται και καλύπτουν τις ανάγκες μιας τμηματοποιημένης (segmented), ευέλικτης και συχνά άτυπης αγοράς εργασίας.
Καλύπτουν τις «τρύπες» που δημιουργεί ο ντόπιος πληθυσμός και είναι κυρίως με κοινωνικούς και λιγότερο με οικονομικούς όρους.
Πρόκειται για μια τμηματοποιημένη αγορά εργασίας που χαρακτηρίζεται από ευέλικτη ή/και άτυπη απασχόληση, στην οποία κυριαρχούν άθλιες συνθήκες απασχόλησης και οι εργαζόμενοι είναι ανασφάλιστοι.
Σε αυτή τη δευτερεύουσα αγορά εργασίας τις θέσεις καταλαμβάνουν ανειδίκευτοι κακοπληρωμένοι εργάτες, οι οποίοι έχουν πολύ μικρά περιθώρια εξέλιξης.
Ο διαχωρισμός μεταξύ των θέσεων εργασίας στην επίσημη και στην ανεπίσημη/ άτυπη αγορά εργασίας έχει να κάνει με το χαρακτήρα των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων εξουσίας, με τις ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών φύλων, των κοινωνικών τάξεων και των εθνικοτήτων. Σε μια τμηματοποιημένη αγορά εργασίας οι μετανάστες καταλαμβάνουν τις πιο επισφαλείς, πιο χαμηλά αμειβόμενες, πιο περιθωριακές και υψηλής εκμετάλλευσης θέσεις απασχόλησης.
Η τμηματοποιημένη αυτή αγορά εργασίας αφορά τη γεωργία, τις κατασκευές, τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία, τον τουρισμό, το πλανόδιο εμπόριο και τις  «κατ’ οίκον» υπηρεσίες.
Επιπλέον όσο οι κανόνες και η λειτουργία των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών θεσμών δυναμώνουν τα δικαιώματα των απασχολουμένων στην επίσημη αγορά εργασίας, τόσο η ανάγκη για τη συντήρηση και διόγκωση της άτυπης απασχόλησης του ευέλικτου μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού θα γίνεται μεγαλύτερη.
Η τμηματοποίηση της αγοράς εργασίας συνδέεται ακόμα με την «εσωτερική» ιεράρχηση των εθνικοτήτων των μεταναστών, αλλά και με την «αρχαιότητα» της παρουσίας των μεταναστών στις χώρες υποδοχής. Οι καλύτερες θέσεις στην αγορά εργασίας ανατίθενται στους «παλαιότερους» μετανάστες, ενώ οι χειρότερες όσον αφορά την αμοιβή, τις συνθήκες εργασίας και την ασφάλιση, παραχωρούνται στους «νεότερους» και συχνά στους μετανάστες χωρίς έγγραφα.
Ήδη από τη δεκαετία του 1990, η συνεχώς αυξανόμενη μετανάστευση χωρίς έγγραφα, ήρθε να καλύψει τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό των νέων χωρών υποδοχής μεταναστών, και βασικά στη νότια Ευρώπη.
Ωστόσο το φαινόμενο επεκτείνεται σιγά-σιγά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου οι μετανάστες χωρίς έγγραφα εξαναγκάζονται να συνεισφέρουν τα μέγιστα σε διάφορους τομείς της οικονομίας.
Παρ’ όλα αυτά, εκτός από την ευελιξία και τις άτυπες μορφές απασχόλησης που παρέχουν οι μετανάστες χωρίς έγγραφα, παρατηρείται και σημαντική γεωγραφική κινητικότητα λόγω της εποχικότητας, της προσωρινότητας και της περιοδικότητας των εργασιών που υποχρεώνονται να κάνουν, προκειμένου να ενταχθούν στις δευτερεύουσες-άτυπες αγορές εργασίας των χωρών υποδοχής.
Για αρκετά χρόνια η άτυπη απασχόληση αποτέλεσε τη μοναδική ευκαιρία των μεταναστών για εργασία.
Επίσης στη νότια Ευρώπη τα όρια μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης-άτυπης-ευέλικτης απασχόλησης δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, ενώ η μετάβαση από τη μία στην άλλη, έχει συχνά να κάνει με διαπραγματεύσεις μεταξύ μεταναστών και ντόπιων.
Έτσι από τη δεκαετία του 1980, η νότια Ευρώπη ήρθε να επιβεβαιώσει την άποψη ότι η εργασία των μεταναστών είναι προϋπόθεση για την εντεινόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη, ακόμη και στη μετα-φορντιστική εποχή, αφού επιτρέπει τη διαρκή επέκταση των τμηματοποιημένων αγορών εργασίας.
Πρόκειται δηλαδή για τμηματοποιημένες αγορές εργασίας που διαφοροποιούνται κατά οικονομικό τομέα, τύπο εργασίας και κοινωνικό φύλο.
Σε αυτή την τμηματοποιημένη αγορά εργασίας ο ανταγωνισμός με τους ντόπιους είναι πρακτικά ανύπαρκτος, καθώς οι δεύτεροι αρνούνται να εκτελέσουν εργασίες σε τομείς όπως η γεωργία, οι κατασκευές, ο τουρισμός, η φροντίδα ηλικιωμένων και οι οικιακές υπηρεσίες.
Οι διαφορές αμοιβής ανάμεσα σε γηγενείς και μετανάστες, και ειδικά όταν αυτοί οι τελευταίοι είναι χωρίς έγγραφα, είναι μεγάλες μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων της αγοράς εργασίας.
Σχετικά με τη συμπληρωματικότητα ή τον ανταγωνισμό των μεταναστών με τους γηγενείς απασχολούμενους:
έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες που αποδεικνύουν την τμηματοποίηση της αγοράς εργασίας και την ανάληψη από τους μετανάστες εργασιών με μειωμένο κύρος, χαμηλές αμοιβές και ανύπαρκτη εξειδίκευση. Αυτό σημαίνει ότι πολύ σπάνια οι μετανάστες και ο γηγενής πληθυσμός ανταγωνίζονται σε σχέση με την αγορά εργασίας. Επιπλέον η εκτεταμένη ετερο-απασχόληση των μεταναστών, οι οποίοι εμφανίζονται σημαντικά υπερ-εκπαιδευμένοι σε σχέση με τις θέσεις εργασίας που καλούνται να καταλάβουν, συνεπάγεται τη μη πλήρη αξιοποίηση αυτού του εργατικού δυναμικού, ανάλογα με την ειδικότητά και με τα προσόντα τους.
Ωστόσο, κάποιες από τις χώρες της νότιας Ευρώπης και αρκετές από τη δυτική και κεντρική Ευρώπη, όπως η Σουηδία, η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Τσεχία και η Αυστρία απασχολούν μετανάστες ανάλογα με τα προσόντα τους.
Ειδικά στην Ελλάδα το ποσοστό των αλλοδαπών που απασχολούνται σε θέσεις εργασίας δυσανάλογες με τα προσόντα τους, είναι τριπλάσιο από εκείνο των ντόπιων. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν η Ισπανία και η Ιταλία με μικρότερα βέβαια ποσοστά, ενώ η Πορτογαλία ακολουθεί με ακόμα μικρότερο ποσοστό.
Τα μεγάλα ποσοστά ετερο-απασχόλησης (απασχόλησης αναντίστοιχης με τα προσόντα των μεταναστών) στις χώρες της νότιας Ευρώπης, αποτελούν μία σημαντική ένδειξη των θεσμικών (άδεια παραμονής, αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, κτλ), κοινωνικών ή άλλων εμποδίων που τίθενται για την πλήρη ενσωμάτωση των μεταναστών στις τοπικές κοινωνίες υποδοχής.
Εάν εξεταστεί συγκριτικά το μεταναστευτικό φαινόμενο σε γεωγραφικό επίπεδο, είναι φανερό ότι οι χώρες που αναφέρονται δεν αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι η θεωρητική κατασκευή του «νοτιοευρωπαϊκού» μοντέλου μπορεί να αμφισβητηθεί για πολλούς λόγους:

  1. Οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες δεν αποτελούν ενιαία γεωγραφική ενότητα και ειδικά επειδή στο εσωτερικό τους και κυρίως της Ιταλίας και της Γαλλίας, υπάρχουν σημαντικές περιφερειακές διαφορές σε ό,τι αφορά  τον αριθμό των μεταναστών αλλά και την εθνική τους σύνθεση.
  2. Υπάρχουν μεγάλες διαφορές στη σύνθεση του μεταναστευτικού πληθυσμού κάθε χώρας, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ της χώρας υποδοχής και της χώρας προέλευσης των μεταναστών.
  3. Σε σχέση με το ζήτημα της κατά φύλο και εθνικότητα σύνθεσης και της ασυμμετρίας ως προς τη συμμετοχή των δύο φύλων, έχει παρατηρηθεί πρόσφατα μία τάση εξισορρόπησης.
  4.  Η σύνδεση της μετανάστευσης χωρίς έγγραφα, που αποτελεί την κυρίαρχη μορφή μετανάστευσης στον ευρωπαϊκό νότο, με την παρουσία και τα χαρακτηριστικά του άτυπου-ευέλικτου τομέα της εργασίας, έχει επεκταθεί σημαντικά και στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Για τους παραπάνω λόγους αυτό το θεωρητικό «νοτιοευρωπαϊκό» μοντέλο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως στατικό, αφού αλλάζει με διαδικασίες όπως η οικογενειακή συνένωση.
Το ερώτημα είναι λοιπόν αν κατά τα επόμενα χρόνια θα μπορούμε να μιλάμε για την ιδιαιτερότητα του «νοτιοευρωπαϊκού» μοντέλου ή αν από την άλλη, θα υπάρξει σύγκλιση των χαρακτηριστικών του βόρειου και του νότιου μοντέλου μετανάστευσης.


[1] Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Μετανάστευσης για το 2010.

.

Σημειώσεις της Π. Βασιλείου και διορθωμένες από εμένα, από το: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ – ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.), Μετανάστες στη Ελλάδα, Απασχόληση και ένταξη στις τοπικές κοινωνίες, 2012

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-ZY

.

.

.

.

[συνέχεια]

Ευρωπαϊκή Μετανάστευση, 7° μάθημα/σημειώσεις

.

Η νομιμότητα της παρουσίας του μετανάστη ρυθμίζεται με τρεις τρόπους:

.
α.  a priori:

Μέτρα ελέγχου της εισόδου και της παραμονής του μετανάστη στην επικράτεια ως προς τα οποία οι ευρωπαϊκές χώρες συγκλίνουν

β. a posteriori:

Προγράμματα νομιμοποίησης ή όπως λέγεται «αμνήστευσης» της εισόδου και παραμονής του μετανάστη στη χώρα.

γ. Συνεχείς επαναπροσδιορισμοί του κώδικα ιθαγένειας (υπηκοότητας):

Υπάρχει κι ένας τρίτος τρόπος για να ρυθμιστεί η παρουσία των μεταναστών στο έθνος. Αυτός είναι μέσα από τους συνεχείς επαναπροσδιορισμούς του κώδικα ιθαγένειας (υπηκοότητας), στην διακριτική ευχέρεια της Πολιτείας.

Η ιθαγένεια δηλώνει τον τόπο στον οποίο κάποιος γεννήθηκε, και τούτο είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να αλλάξει.

Ο κώδικας ιθαγένειας λοιπόν είναι επί της ουσίας ο «κώδικας υπηκοότητας». Το άρθρο 19 του Κώδικα Ιθαγένειας προέβλεπε για τους μουσουλμάνους της Θράκης ότι αν μεταναστεύσουν στην Τουρκία χωρίς πρόθεση να επιστρέψουν, τότε χάνουν την ελληνική ιθαγένεια. Αυτό ονομάζεται «στέρηση ιθαγένειας» και οι εν λόγω πολίτες «ανιθαγενείς». Η αρχή έγινε με Διάταγμα του 1927 (Κυβέρνηση Ζαΐμη)[1]. Εν συνεχεία το Διάταγμα του 1927, μεταλλάχθηκε στο άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας το 1955. Το εν λόγω άρθρο ίσχυσε από το 1955 (Κυβέρνηση Παπάγου ή Καραμανλή) και καταργήθηκε το έτος 1998, επί κυβέρνησης Σημίτη. Ενδιαμέσως απέκτησε και κανονιστική θωράκιση μέσω του Συντάγματος του 1975.

Έτσι λοιπόν μέσα από τις συνεχείς αναμορφώσεις του κώδικα ιθαγένειας  αλλάζουν και οι συνθήκες με τις οποίες ένας μετανάστης θα μπορούσε να ενταχθεί στην κοινωνία.

Το Κράτος και η Πολιτεία έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να ρυθμίζουν την παρουσία των μεταναστών στο έθνος. Η κοινωνία, από την πλευρά της (θα μπορούσε) να ορίζει τις συνθήκες με τις οποίες συμμετέχουν οι μετανάστες στη χώρα. Αυτά ρυθμίζονται μέσω διαδοχικών αναθεωρήσεων των πολιτικών απονομής της ελληνικής υπηκοότητας και άρα αναθεωρήσεων της αναλογίας μεταξύ του δικαίου του αίματος ή της καταγωγής (jus sanguinis) και του δικαίου της επικράτειας ή του εδάφους [στην κυριολεξία: δίκαιο του χώματος] (jus solis). Τα δύο αυτά μοντέλα (το Γερμανικό και το Γαλλικό αντίστοιχα) βρίσκονται στα δύο άκρα και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διαμορφώνουν την δική τους στρατηγική με μείγμα των δύο αυτών.
Η Γερμανία το 2002 πλησίασε το δίκαιο της Γαλλίας, με την παροχή διαβατηρίου στους Τούρκους που γεννήθηκαν στη χώρα.
Η Γαλλία επίσης πλησίασε το δίκαιο της Γερμανίας με την απόφαση να κάνει πιο δυσμενείς τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις με τις οποίες παρείχε την υπηκοότητα, η οποία στην αρχή ήταν δεδομένη. Η υπηκοότητα του γερμανικού δικαίου υποστηρίζει ότι για να είναι κάποιος Γερμανός, πρέπει να έχει γεννηθεί από Γερμανό (πατέρα ή μητέρα). Για τη Γαλλία από την άλλη μεριά, εάν ένα παιδί γεννιόταν στο γαλλικό έδαφος, εναέριο χώρο ή χωρικά ύδατα έπαιρνε αυτομάτως τη γαλλική υπηκοότητα. Από το 1986 υπάρχουν οι εξής απαιτήσεις: α).- το παιδί να έχει γεννηθεί στη Γαλλική επικράτεια, οριζόμενη κατά τα παραπάνω και εν συνεχεία, να έχει ζήσει τα τελευταία πέντε χρόνια πριν την ενηλικίωσή του σε γαλλικό έδαφος.

Το περιεχόμενο της ένταξης στην κοινωνία υποδοχής παραμένει άγνωστο όπως και οι όροι με τους οποίους θα μπορούσε να επιτευχθεί, ενώ παράλληλα και η κοινωνία υποδοχής δεν πιέζει προς μία τέτοια κατεύθυνση ή αποφεύγει να τη διεκδικήσει. Εξίσου άγνωστη παραμένει η συσχέτιση της υπηκοότητας με την ιδιότητα του πολίτη (το οποίο περιλαμβάνει και το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθα). Από κοντά ακολουθεί και η θολή χρήση της λεγόμενης πολυπολιτισμικότητας. Η Ελλάδα αρκείται στο θέμα αυτό σε κάποιες κατευθύνσεις που δίνονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίες συνοψίζονται στο: «την πολιτική μας την επιβάλει η Ε.Ε και οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας». Όμως η όποια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική δε μπορεί να επεκταθεί πέρα από τη ρύθμιση της εισόδου στη χώρα, της παραμονής, της κινητικότητας των μεταναστών μέσα στην επικράτεια όπως επίσης και στα θέματα πολιτικής ασύλου.

Η μετανάστευση, όπως έχει αναφερθεί κατ’επανάληψη, χωρίζεται στην μεταΠολεμική (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και την μεταΨυχροπολεμική (από το έτος 1989 και μετά).

Οι παρατηρήσεις που θα ακολουθήσουν αφορούν την «Νέα Μετανάστευση», δηλαδή την μεταΨυχροπολεμική:

Η «νέα μετανάστευση» χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη δυσκολία των μεταναστών να ενταχθούν στην κοινωνία υποδοχής και να επωφεληθούν από τους ισχύοντες κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς. Οι κοινωνικές συνέπειες της εργασιακής υπερ-εκμετάλλευσης, το πρόβλημα εκπαίδευσης, οι ελλείψεις πολιτικής αναγνώρισης της εθνο-πολιτισμικής διαφορετικότητας κυρίως σε σχέση με το Ισλάμ καθώς και η αναμενόμενη αύξηση της πολιτικής συνειδητοποίησης των μεταναστών δεν αντιμετωπίζονται βέβαια με απλές από τα πάνω κινήσεις συγκυριακής εξομάλυνσης των εντάσεων και επιφανειακού εξανθρωπισμού των συνθηκών παρουσίας και εργασίας των μεταναστών στη χώρα. Ούτε επίσης με ρητορικές περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της απόφασης σχετικά με την ίδρυση τεμένους στην Αθήνα, τη χρηματοδότησή του αλλά και  τους όρους της λειτουργίας του: η απόφαση δεν πάρθηκε με όρους πολιτικούς, ούτε επειδή τέθηκε θρησκευτικό ζήτημα περί άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων των μουσουλμάνων της Αθήνας. Τέθηκε όμως με όρους συγκυρίας: υποτίθεται ότι θα ιδρυόταν ένα τέμενος κοντά στο αεροδρόμιο των Σπάτων για την εξυπηρέτηση των μουσουλμάνων αθλητών με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες .

Όλες οι σχετικές μελέτες και το σχετικό πρωτογενές υλικό δείχνουν τη βιωμένη από τους μετανάστες εχθρότητα εκ μέρους της κοινωνίας υποδοχής και εκ μέρους της διοίκησης. Οι ίδιες μελέτες δείχνουν ακόμη την προσβολή της αξιοπρέπειάς τους, τη σκληρότητα, τη βαναυσότητα, τη βαρβαρότητα εκ μέρους του κράτους, της διοίκησης και την κοινωνίας υποδοχής (αυτά τα τρία είναι τρία διακριτά ζητήματα). Οι μετανάστες αισθάνονται ότι πρέπει να είναι προσεκτικοί, ότι κινδυνεύουν, ότι είναι ταπεινωμένοι. Η διάσταση ανάμεσα στο είδος απασχόλησής τους και τα προσόντα τους δε μπορεί παρά να τους προκαλεί οργή και δυσαρέσκεια. Οι μελέτες που διαρκώς πολλαπλασιάζονται, παραμένουν προς το παρόν στο γεγονός ότι ο μόνος τρόπος που έχουν οι μετανάστες να εκφραστούν είναι διαμεσολαβούμενοι από τους Έλληνες μελετητές και κυρίως από τις μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Επιπλέον, όσο και αν φαίνεται εφικτή η κοινωνική κινητικότητα των μεταναστών (κοινωνική ανέλιξη) στην πραγματικότητα, θεσμοθετείται η αβεβαιότητα και η πρόσκαιρη παρουσία τους στη χώρα, ενώ οι νέες γενιές των μεταναστών, είτε εκείνων που ήρθαν με τους γονείς τους, είτε εκείνων που γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν στην Ελλάδα θα είναι φορείς όλης αυτής της άδικης κοινωνικής μεταχείρισης που υπέστησαν.

Ωστόσο η ένταξη των μεταναστών ως πολιτικό αίτημα και μαζί με αυτήν η ανάγκη για πολιτική εκπροσώπηση και πολιτική συμμετοχή, αφορά τόσο την κοινωνία υποδοχής όσο και τους ίδιους τους μετανάστες και χρειάζεται πολιτική διεκδίκηση εκ μέρους και των δύο.

Όμως από τη σκοπιά της κοινωνίας υποδοχής, αιτήματα όπως η πολιτική εκπροσώπηση και η πολιτική συμμετοχή των μεταναστών, ο εκδημοκρατισμός της πρόσβασής τους στις κοινωνικές κατακτήσεις, οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες κοινωνικής τους κινητικότητας με όρους που παλαιότερα τέθηκαν σε σχέση με τα εγχώρια κοινωνικά στρώματα, δεν έχουν ακόμη τεθεί. Η μέχρι τώρα εξέλιξη του σχεδιασμού και της πολιτικής άφησε έξω την πολιτική συμμετοχή των μεταναστών στην κοινωνία υποδοχής, την εκ μέρους της ουσιαστική κατανόηση της μετανάστευσης και άρα και τη δική της απάντηση, την ευθύνη και τις δεσμεύσεις της. Από την πλευρά της κοινωνίας υποδοχής, τα όργανα που παράγουν και εφαρμόζουν πολιτική δεν ενθαρρύνουν την πολιτική εκπροσώπηση των μεταναστών, ενώ οι ίδιοι προτιμούν να χρησιμοποιούν τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα ως πραγματικούς εκπροσώπους τους, αλλά και ως μεσολαβητές για την ad hoc (επί τούτου) συνήθως επίλυση-άμβλυνση των προβλημάτων τους. Η επιδιωκόμενη συντόμευση της παρουσίας τους στη χώρα ή/και ο κατακερματισμός της χρονικής διάρκειας, η επιλογή της προσωρινής διαμονής, η εποχικότητα, η κυκλική εναλλαγή τους καθώς και η απουσία οποιονδήποτε εγγυήσεων καθιστούν την πολιτική τους εκπροσώπηση και συμμετοχή ανέφικτες.

Από τη στιγμή που τα περισσότερα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα είναι συνάρτηση της άδειας  παραμονής, ο μετανάστης αναγκαστικά αποπροσωποποιείται και υποβαθμίζεται σε ευκίνητη και ρευστή εργατική δύναμη. Η εποχή κατά την οποία οι μετανάστες θα αποτελέσουν μέρος του εκλογικού σώματος έστω και σε αυτοδιοικητικό/τοπικό επίπεδο φαντάζει για κάποιους ιδιαίτερα μακρινή. Το ζήτημα, οι όροι και οι προϋποθέσεις της μεταναστευτικής ψήφου δεν έχουν ακόμη τεθεί στην Ελλάδα, είτε αντιμετωπίζονται συγκυριακά. Το ίδιο συγκυριακά αντιμετωπίζεται και η πολιτική τους αντίληψη και στάση σε σχέση με τα διεθνή ζητήματα, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε κατά την περίοδο των πολέμων  στη Γιουγκοσλαβία ή τον πόλεμο εναντίον του Ιράκ.


[1] «Έλληνες υπήκοοι αλλογενείς, εγκαταλίποντες το ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως επανόδου, αποβάλλουσι την ελληνικήν ιθαγένειαν. Τα ανήλικα τέκνα τα αποδημούντα μετ’ αυτών αποβάλλουσι και αυτά συγχρόνως μετά των γονέων την ελληνικήν ιθαγένειαν. Η περί μη επανόδου πρόθεσης, αποτελούσα ζήτημα πραγματικόν τεκμαίρεται εξ οιουδήποτε σχετικού γεγονότος, (…) Η περί μη επανόδου πρόθεσις και παν σχετικών με το άρθρο τούτο κρίνεται εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει υπό του Υπουργού των Εξωτερικών» (1927).
Εν συνεχεία, το 1947: «περί αποστερήσεως της Ελληνικής Ιθαγένειας προσώπων αντεθνικώς δρώντων εν τω εξωτερικώ». Δείτε επίσης:
Περιπέτειες της ελληνικής ιθαγένειας:Ποιος (δεν) έχει τα «προσόντα» να είναι Έλληνας;

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-Zv

.

.

.

.

Σχηματική Παρουσίαση της Μετα-ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ σε σύγκριση με την Μετα-ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ Μετανάστευση

Παλαιά Μεταπολεμική μετανάστευση:  (Μετά το 1950)
1.Οι χώρες προέλευσης και προορισμού ήταν συγκεκριμένες. Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική προς ΒΔ. Ευρώπη (Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Βέλγιο) αλλά και Ολλανδία, οι χώρες αυτές συγκέντρωναν πληθυσμό από τις πρώην αποικίες τους.
2. Στις χώρες υποδοχής υπήρχε μεταναστευτικός σχεδιασμός, τοπικά γραφεία στρατολόγησης και Διακρατικές συμφωνίες.
3.Στην μεταπολεμική μετανάστευση υπήρχε απαγόρευση εξερχόμενης μετανάστευσης από το Ανατολικό block, πλην της Γιουγκοσλαβίας. (Υπήρχε η αντίληψη της ντροπής του να φύγεις για την Δύση).
4. Το μορφωτικό επίπεδο των μεταναστών ήταν ανύπαρκτο, άρα απασχολούνταν σε ανειδίκευτη εργασία. Υφίσταται βέβαια η διαρροή εγκεφάλων (brain drain)[1]
5. H μετανάστευση ήταν κυρίως ανδρική, ή και οικογενειακή. Στις Φιλιππίνες όμως οι γυναίκες μετανάστριες απασχολούνταν ως οικιακό προσωπικό ενώ οι άντρες ως πληρώματα πλοίων.

Νέα Μετανάστευση:  Μετά τον Ψυχρό πόλεμο, 1989 (Πτώση του τείχους του Βερολίνου)
1. Στη νέα μετανάστευση οι χώρες προέλευσης και προορισμού είναι ποικίλες.
2. Ήταν ανοργάνωτη, σχεδιασμός στις χώρες υποδοχής δεν υπήρχε. Δεν υπήρχαν συμφωνίες ούτε ασφάλιση ούτε και περίθαλψη. Μετανάστευση χωρίς έγραφα.
3.Μετά το 1989 γίνεται άρση της Απαγόρευσης μετανάστευσης από τις Ανατολικές χώρες , Ανατολική Γερμανία προς την Δυτική Ευρώπη κτλ.
4. Το μορφωτικό επίπεδο συχνότατα ήταν υψηλό, συχνά όμως  οι μετανάστες δεν κατάφερναν να χρησιμοποιήσουν τα προσόντα τους.
5. Η μετανάστευση ήταν κυρίως γυναικεία.

.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΧΩΡΑ ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ: ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

1960 Έτος-Τομή για το ελληνικό κράτος: 

1. 1960-Αγροτική έξοδος: φεύγει πληθυσμός από τις επαρχίες  λόγω ανεργίας και έλλειψης γης  προς τις βιομηχανικές περιοχές την Αθήνας (Δυτικές συνοικίες), αλλά και Ελευσίνα και την βιομηχανική ζώνη της Θεσσαλονίκης.

2. Το 1960 αίρεται ο αναπαλλοτρίωτος  χαρακτήρας του κλήρου: Μετά το 1930 γίνεται η αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, το ζευγάρι έπαιρνε έναν κλήρο και  ένα τέταρτο του κλήρου για κάθε παιδί. Το 1960 αίρεται ο αναπαλλοτρίωτος  χαρακτήρας του κλήρου, ωστόσο κατά την κατοχή στην Β. Ελλάδα (Γερμανική και Βουλγαρική κατοχή) έγιναν προηγουμένως άτυπες μεταβιβάσεις κλήρων. Το 1960 πραγματοποιούνται χιλιάδες μεταβιβάσεις κλήρων νόμιμα, με συμβόλαια.

3. 1960 έχουμε την κατασκευή αρδευτικών καναλιών: Το 1930 στην Ελλάδα  η Monks & Ulen εξυγίανε εκατοντάδες  χιλιάδες ελώδη στρέμματα ενώ ρυθμίστηκε και η κοίτη αρκετών ποταμών όπως Στρυμόνα, Αχέροντα κλπ. Έτσι διπλασιάστηκαν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Το 1960 έχουμε την κατασκευή αρδευτικών καναλιών γεγονός που αποτελεί τομή για τους αγρότες.  Αλλάζουν τελείως τα καλλιεργούμενα είδη. Πριν το 1930 καλλιεργούνταν σε μεγάλο βαθμό ρύζι, μετά το 1930 σιτηρά και καπνός (έως το 1960) ενώ μετά την κατασκευή των αρδευτικών καναλιών καλλιεργείτε η βιομηχανική ντομάτα, τα ζαχαρότευτλα και το καλαμπόκι.

4. Το 1960 γίνεται αναδασμός ώστε να πάρουν γη οι ακτήμονες. Την περίοδο αυτή έναν ολόκληρο κλήρο κατείχαν οι γονείς και ένα τέταρτο του κλήρου για κάθε παιδί. Στην συνέχεια δημιουργήθηκε η ανάγκη τα παιδιά των κληρούχων να αποκτήσουν κλήρο, οπότε το 1960 πραγματοποιείται νέα διανομή γης για τους ακτήμονες, που συνοδεύτηκε από εκρηκτική αύξηση των γάμων, προκειμένου να αποκτήσουν γη (κλήρο δικαιούντο ΜΟΝΟΝ τα ζευγάρια).

5.Το 1960 ξεκινάει η εκμηχάνιση στις καλλιέργειες (τρακτέρ, αλωνιστικές κτλ.)

6. Ταυτόχρονα φεύγουν οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες στην Γερμανία. Το 1960 λειτούργησαν στην ελληνική επικράτεια γερμανικά γραφεία διαλογής των μεταναστών, μέσω διακρατικών συμφωνιών.

.

Η ελληνική κοινωνία αιφνιδιάστηκε από την μεταναστευτική ροή

Αντίθετα με τους ισχυρισμούς ότι αιφνιδιάστηκε η ελληνική κοινωνία από την μεταναστευτική ροή, η Ελλάδα δεν έγινε χώρα μετανάστευσης ανεξήγητα. Το 1960 ενώ 300.000 Έλληνες εργάζονταν στην Γερμανία, 15.000 με 20.000 αλλοδαποί εργάζονταν στην Ελλάδα, κατά άλλους ο αριθμός αυτός ανέρχεται στις 60.000 . Το δελτίο του συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων ζητούσε την «προσωρινή» εισαγωγή άλλων 10.000 από Αφρική και Ασία.  Ήδη και πριν το 1970 είχαμε μετανάστες από την Αφρική και την Ασία, ενώ από τα μέσα του 1980 είχαμε μετανάστες από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη  (όπως Πολωνία καθώς έφευγαν λόγω δικτατορίας Γιαρουζέλσκι), Βουλγαρία και Ρουμανία. Εάν λάβουμε υπόψη τις εξερχόμενες και εισερχόμενες μεταναστευτικές ροές από την Ελλάδα οι εξερχόμενες ροές υπερτερούσαν συντριπτικά, τουλάχιστον έως το 1970.

1973-1974 Παγκόσμιες Πετρελαϊκές Κρίσεις. 

Οι χώρες του ΟΠΕΚ πραγματοποιούν εμπάργκο στις εξαγωγές. Η παραγωγή στις αναπτυγμένες χώρες μειώθηκε με αποτέλεσμα να κλείσουν εργοστάσια στην Δυτική Ευρώπη.  Ως συνέπεια παλιννόστησαν από την Γερμανία πολλοί Έλληνες. Παρόλα αυτά  η ελληνική έξοδος προς την Γερμανία συνεχίστηκε με σημαντικούς ρυθμούς έως τα μέσα του 1980 αλλά με άλλη μορφή, πλέον η απασχόληση αφορούσε τον  τομέα παροχής υπηρεσιών, ιδικά με την Ισχύ της Ελεύθερης Ενδοκοινοτικής Κυκλοφορίας 1-1-1988. Από το 1989 με 1990 και μετά οι ηττημένοι του ψυχρού πολέμου εγκατέλειψαν μαζικά τις λεηλατημένες χώρες τους.

Κατάρρευση των καθεστώτων του Ανατολικού block

Μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του Ανατολικού block και άλλων καθεστώτων των Βαλκανίων η μεταναστευτική έξοδος από αυτές τις χώρες εντείνεται  ενώ μέρος των ανθρώπων αυτών που έρχονται στην Ελλάδα είναι εθνοτικά Έλληνες (πολιτικοί πρόσφυγες από την Τασκένδη κτλ.) Το 1985 σταμάτησε η εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία και άνοιξαν τα σύνορα. Όμως μετά την πολιτική αλλαγή του 1990 (πτώση της κυβέρνησης  του Ενβέρ  Χότζα στην Αλβανία) ήρθαν πολλοί Αλβανοί υπήκοοι μεταξύ των οποίων και Έλληνες ομογενείς (Βορειοηπειρώτες) αρχικά με την ιδιότητα του «αιτούντος άσυλο» και από το 1991 με την ιδιότητα του οικονομικού μετανάστη. Συνολικά οι 2 τελευταίες δεκαετίες  (1972-1992) χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη εισερχόμενη μετανάστευση από φτωχότερες χώρες και μάλιστα με πολύ υψηλούς ρυθμούς, ενώ η Ελλάδα παρουσιάζει στην Ευρώπη το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αριθμό μεταναστών «χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα» αλλά και το μεγαλύτερο αριθμό απελάσεων μέσω των «επιχειρήσεων σκούπα» .

Τι είναι μετανάστης (ορισμός):

Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί εξαρτώμενοι από την άσκηση η μη οικονομικών δραστηριοτήτων, την διάρκεια παραμονής κτλ. Ωστόσο όποιος ορισμός και να υιοθετηθεί υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Μετανάστης είναι ο αλλοδαπός  προερχόμενος από φτωχότερη και λιγότερη ανεπτυγμένη χώρα. Οι μετανάστες αποτελούν μια δικλείδα ασφαλείας για την χώρα προέλευσης, αποτελούν ένα είδος εξαγωγής ανεργίας, ψήφου αμφισβήτησης και πολιτικής ανατροπής, ενώ η εργατική τους δύναμη είναι ένα εξαγώγιμο προϊόν που αποφέρει σκληρό συνάλλαγμα. Ταυτόχρονα αποτελούν και δικλίδα ασφαλείας για τις χώρες υποδοχής. Είναι ένα εργατικό δυναμικό στο οποίο μπορούν εύκολα να επιβάλλονται διαπραγματεύσιμες κοινωνικές παροχές αλλά και αέναη  κινητικότητα είτε με το να απελαύνονται σε περιόδους ύφεσης προς την χώρα προέλευσης τους, είτε με το να προωθούνται προς τρίτες χώρες με την μορφή «ρευστής εργατικής δύναμης», και  βέβαια όταν ανακοινώνονται οι επίσημοι δείκτες ανεργίας συχνά δεν γίνεται αναφορά στην ανεργία των μεταναστών είτε στο σύνολό του είτε ειδικά εκείνων που είναι χωρίς χαρτιά. Οι μετανάστες χρησιμοποιούνται ως εφεδρεία για την οικονομική μεγέθυνση και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της χώρας υποδοχής και αυτό σε γενικές γραμμές μόνο αφού στην πραγματικότητα η κοινωνία υποδοχής δεν μπορεί να θεωρείται ενιαία και συγκεκριμένα τμήματα της επηρεάζονται διαφορετικά από την συμμετοχή της μεταναστευτικής εργασίας, ενώ για ορισμένα τμήματα της κοινωνίας η μεταναστευτική εργασία μπορεί να είναι και ανταγωνιστική. Στην φάση που βρισκόμαστε τώρα υπάρχουν μακροχρόνιοι άνεργοι μετανάστες όπως αυτοί στον τομέα της οικοδόμησης, αγροτικό τομέα. Πολλοί μετανάστες γυρίζουν μαζικά στην πατρίδα τους (πρώτα από όλα οι Αλβανοί), άλλους τους μαζεύουν σε στρατόπεδα και τους επαναπροωθούν σε χώρες όπως Πακιστάν και Μπαγκλαντές με ειδικές πτήσεις. Υπάρχει και το κομμάτι της Φοιτητικής  μετανάστευσης, ζήτημα αμφιλεγόμενο (μπορούν να είναι μετανάστες ή και όχι, εξαρτάται από το αν ασκούν ή όχι οικονομική δραστηριότητα, αν είναι στην δευτερογενή «μαύρη» αγορά εργασίας κλπ). Μή-μετανάστες (non-immigrants)[2]

 


[1] διαρροή εγκεφάλων (brain drain)
Η πολιτική κινήτρων που εφαρμόζουν κάποιες χώρες για να προσελκύσουν άτομα εξαιρετικού επιστημονικού κύρους, παρέχοντας ανάλογες με τα προσόντα τους και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και αμοιβής, που δεν μπορούν να έχουν στην χώρα καταγωγής τους.

Πέρα από την αυτονόητη αφαίμαξη των χωρών καταγωγής, αυτό σημαίνει επιπλέον, ότι η χώρα καταγωγής έχει ήδη επιβαρυνθεί με τις δαπάνες εκπαίδευσής τους, εις όφελος της χώρας προορισμού.

[2] μη-μετανάστες (non-immigrants)
Όρος που έχει εισαγάγει η αμερικανική μεταναστευτική νομοθεσία και αφορά ειδικές κατηγορίες επισκεπτών-μεταναστών στις ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα: περιστασιακοί επισκέπτες για επιχειρηματικές δραστηριότητες, επενδυτές, φοιτητές, νοσοκόμες σε ορισμένες ειδικότητες, ιεραποστολικές ομάδες, μοντέλα, καλλιτεχνικές ομάδες, περιστασιακοί αγροτικοί εργάτες, μαθητευόμενοι, επισκέπτες με προγράμματα ανταλλαγών, στρατιωτικό προσωπικό, άτομα με εξαιρετικές ικανότητες στην τέχνη, την επιστήμη, τον αθλητισμό και τα συνοδεύοντα τους άτομα, κλπ κλπ

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-Zc

.

.

.