-Εργασίες φοιτητών/φοιτητριών


Το εργοστάσιο στο River Rouge: Η κλίμακα της μαζικής παραγωγής είναι δύσκολα αντιληπτή. Το εργοστάσιο του Ford στο River Rouge του Detroit, ολοκληρώθηκε το 1928, εκτεινόταν σε δύο χιλιόμετρα κατά μήκος ενός παραποτάμου του ποταμού Ντητρόϊτ, και είχε 100,000 εργάτες. Οι πρώτες ύλες, όπως ο σίδηρος και το λάστιχο ξεφορτώνονταν στο ένα του άκρο και στο άλλο άκρο, 72 ώρες αργότερα εμφανίζονταν τελειωμένα αυτοκίνητα. Ωστόσο, το σύστημα του Ford αποδείχτηκε λιγότερο αποτελεσματικό από εκείνο της GM, η οποία παρήγαγε μια σειρά διαφορετικών μοντέλων για διαφορετικά βαλάντια. (Πηγή: Photo journal: Rise and fall of mass production)

Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις κατασκευαστικές τεχνικές που αναπτύχθηκαν από τον Henry Ford (30 Ιουλίου 1863 – 17 Απριλίου 1947) στις ΗΠΑ στις αρχές του 1900. Περιγράφει όμως και τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες που συνδέονται με το συγκεκριμένο σύστημα παραγωγής.

ο κ. και η κα Henry Ford, στο πρώτο αυτοκίνητο που κατασκεύασε (μεγαλώστε όσα νομίζετε)

Ford Model T

Το επαναστατικό σύστημα του Ford στην παραγωγή του αυτοκινήτου, καθώς και οι άλλες κατασκευές στις οποίες προχώρησε αργότερα, στηρίχτηκε σε τέσσερις βασικές αρχές:
(1) την κάθετη ολοκλήρωση/ καθετοποίηση της παραγωγής, σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία της παραγωγικής διαδικασίας πραγματοποιούνται σε ένα χώρο και η συναρμολόγηση γίνεται σε μία  κινούμενη  γραμμή  παραγωγής,
(2) την επιστημονική διαχείριση και τις αρχές του τεϊλορισμού, με βάση τα οποία αυξάνεται η παραγωγικότητα των εργαζομένων,
(3)την  τυποποίηση και την  οικονομία, που είναι το αποτέλεσμα  που προκύπτει από την  παραγωγή περιορισμένου αριθμού μοντέλων ή μόνο ενός μοντέλου του παραγόμενου προϊόντος,
(4) την μαζική κατανάλωση: οι εργαζόμενοι πληρώνονται καλά, πράγμα που τους μετατρέπει σε καταναλωτές ώστε να δημιουργήσουν μια αυτο-αναπαραγόμενη ζήτηση για αγαθά, και
(5) ο Ford συμπίεσε το κόστος του, αποφεύγοντας όλους τους προμηθευτές και το κέρδος που θα έβγαζαν πουλώντας του προϊόντα ή υπηρεσίες (αγόρασε σιδηρόδρομο, στόλο φορτηγών, ορυχεία άνθρακα και δασικές εκτάσεις για ξύλευση, έχτισε ένα πριονιστήριο, και αγόρασε ένα υαλουργείο).

καλή Διασκέδαση με την Ford (διαφήμιση)

Όταν ο νεαρός Ford άφησε τη φάρμα του πατέρα του το 1879 για το Ντιτρόιτ, μόνο δύο  στους οκτώ Αμερικανούς ζούσαν σε πόλεις. Όταν πέθανε στην ηλικία των 83 ετών, η αναλογία ήταν πέντε στους οκτώ.
Το 1899 δημιούργησε την Detroit Automobile Company (αργότερα τη Henry Ford Company, η οποία όταν αυτός αποχώρησε το 1902, αναδιοργανώθηκε ως Cadillac Motor Car Company) και το 1903 ίδρυσε τη Ford Motor Company.
Μετά από πολλούς πειραματισμούς, ο Ford και οι μηχανικοί του, σύμφωνα με το σύστημα παραγωγής που είχε εξελιχθεί από το 1913-14 στο νέο εργοστάσιο του στο Highland Park στο Michigan, ήταν σε θέση να προσφέρουν κομμάτια των συναρμολογούμενων μερών του παραγόμενου αυτοκινήτου MODEL T, και ολόκληρα μέρη (που είχαν παραχθεί σε γραμμές συναρμολόγησης από τους ίδιους), με ακριβές χρονοδιάγραμμα κατασκευής σε μία συνεχώς κινούμενη κύρια γραμμή συναρμολόγησης, όπου παραγόταν ένα πλήρες σασί κάθε 93 λεπτά. Ήταν μια τεράστια βελτίωση σε σχέση με τα 728 λεπτά που απαιτούνταν προηγουμένως.

Μηχανή αεροσκάφους Ford_4ATF

Η κινούμενη γραμμή συναρμολόγησης που για πρώτη φορά εφαρμόστηκε στην παραγωγή του αυτοκινήτου Model-T στο εργοστάσιο της Ford στο Highland Park, Michigan, το 1914, αύξησε την παραγωγικότητα  της εργασίας κατά δέκα φορές και έγινε δυνατή η εκπληκτική μείωση της τιμής.

γραμμή συναρμολόγησης της Ford

Ο υπολογισμός της εργασίας του εργατικού δυναμικού με βάση το λεπτό και ο συντονισμός μιας πληθώρας ενεργειών στην παραγωγή επέφεραν τεράστια κέρδη στην παραγωγικότητα.
Το 1914 η Ford Motor Company ανακοίνωσε ότι οι εργαζόμενοι θα αμείβονταν στο εξής με κατώτατο μισθό  5 δολάρια την ημέρα (σε σύγκριση με έναν μέσο όρο 2,34 δολάρια που ίσχυε για τη βιομηχανία) και θα μείωνε την ημερήσια εργασία από εννέα ώρες σε οκτώ, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της λειτουργίας του εργοστασίου σε ένα σύστημα με τρεις βάρδιες την ημέρα.
Ο Ford έγινε διάσημος παγκοσμίως. Οι άνθρωποι τον θεωρούσαν είτε ως έναν μεγάλο ανθρωπιστή ή ως τρελό σοσιαλιστή.

1908 Ford Model T (διαφήμιση)

Ο ανθρωπισμός όμως δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Προηγουμένως το κέρδος των εργοστασίων είχε βάση τους χαμηλούς μισθούς και τα αυτοκίνητα είχαν τιμές τόσο υψηλές, ώστε οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να τα αποκτήσουν. Ο Ford  από την άλλη πλευρά, συμπίεσε τις τιμές του αυτοκινήτου του (το κόστος του Model T ήταν $ 950 το 1908 και $ 290 το 1927), προκειμένου να κερδίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς και, στη συνέχεια σύνδεσε την τιμή και την αποτελεσματικότητα.

Η γραμμή συναρμολόγησης, το πλαίσιο και όργανα κύλισης

Κύρια συνεισφορά του Ford αποτέλεσε η μαζική παραγωγή / κατανάλωση στο χώρο της μηχανικής διαδικασίας. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστήματος του ήταν η τυποποίηση: τυποποιημένα εξαρτήματα και τα ανταλλακτικά τους, τυποποιημένες διαδικασίες παραγωγής, και ένα απλό, εύκολο στην κατασκευή (και επισκευή) τυποποιημένο προϊόν. Τυποποίηση που ήταν αναγκαία, ώστε να επιτυγχάνεται με ευκολία η αντικατάσταση των εξαρτημάτων με όμοια ‘ανταλλακτικά’.

το σήμα της Ford Motor Company

Για την γενίκευση της χρήσης των ανταλλακτικών, ο Ford αξιοποίησε την  πρόοδο στον τομέα των εργαλειομηχανών και των συστημάτων ακριβούς μέτρησης. Με τις καινοτομίες αυτές έγινε δυνατή η μετακινούμενη και συνεχής γραμμή συναρμολόγησης, στην οποία κάθε συναρμολογητής εκτελεί μια ενιαία, απλή, και μονότονα επαναλαμβανόμενη εργασία.

Ford-T coupé (1926)

Ford-T (1912)

Ο Ford ήταν επίσης ένας από τους πρώτους που αξιοποίησε τις δυνατότητες του  ηλεκτρικού κινητήρα για να ρυθμίσει τη ροή της εργασίας. Μηχανήματα που προηγουμένως σωρεύονταν μπροστά σε μια μοναδική κεντρική πηγή ενέργειας, θα μπορούσαν  πλέον να αποσυμφορηθούν στην γραμμή συναρμολόγησης, αυξάνοντας έτσι κατά πολύ την παραγωγή (David, 1990). Το Ford-T από τα 780 δολάρια που κόστιζε το 1910, συμπιέστηκε σε 360 δολάρια το 1914 (Hounshell, 1984, Abernathy, 1978) ). Ως εκ τούτου, ο όρος Fordism σημαίνει: «… την τυποποίηση ενός προϊόντος και την μαζική κατασκευή του σε τιμή τόσο χαμηλή ώστε η εργατική τάξη  να μπορεί να αντέξει οικονομικά να το αγοράσει.»

Ο Henry Ford και ο γιος του Edsel ποζάρουν στο μοντέλο F της Ford

Καθώς η εργασία μεταβάλλεται όπως έχει δείξει η θεωρία της πολιτικής οικονομίας, ο Φορντισμός υιοθετήθηκε ευρέως από τους κατασκευαστές μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εφαρμόστηκε σε βιομηχανίες διαφορετικές μεταξύ τους, από την παραγωγή μπισκότων ως την παραγωγή ταινιών για τον κινηματογράφο.

Εξαιτίας της άνευ προηγουμένου οικονομικής ανάπτυξης και της σταθερότητας που συνδέθηκαν με τον φορντισμό  μέχρι τη δεκαετία του 1970, η περίοδος αυτή έγινε γνωστή ως η «χρυσή εποχή» του φορντισμού (Glyn, Hughes, Lipietz και Singh, 1991). Ωστόσο, οι ίδιες αυτές αρχές του φορντισμού ήταν επίσης υπεύθυνες για την καταστροφή τους το 1970. Οι καταναλωτές άρχισαν να αναπτύσσουν μια περιφρόνηση για την μαζικοποίηση που συνδέεται με το  φορντιστικό μοντέλο παραγωγής, «ένα μοντέλο που να ταιριάζει σε όλους».

1896 Το τετράτροχο του Χένρι Φορντ, 1896 (έγχρωμη)

Η επιστημονική διαχείριση της παραγωγής (Taylorism) και η υποβάθμιση των επαγγελματικών προσόντων των εργαζομένων,  τους οδήγησε στην δυσαρέσκεια  και την απογοήτευση, εξαιτίας της μονότονης και πιεστικής  χρονικά  παραγωγής στα εργοστάσια. Επιπλέον, η οικονομική αστάθεια, που συνδέθηκε κυρίως με τις  πετρελαϊκές κρίσεις(1972- 1979), οδήγησε σε επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών, απειλώντας έτσι ολόκληρο το καθεστώς συσσώρευσης πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το οικοδόμημα του  φορντισμού . Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι άρχισαν να εξεγείρονται  κατά του τρόπου διαχείρισης της εργασίας και του διαχωρισμού των ιδίων σε ξεχωριστές και διακριτές κατηγορίες.

Ford Millennium

Το σύστημα δημιουργούσε ελάχιστες ευκαιρίες για εξέλιξη, αλλά το  σημαντικότερο ήταν  ότι οι μισθολογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας  παρέμειναν συλλογικές, κάτι που θεωρήθηκε μεν αποδεκτό  σε περιόδους μεγάλων αυξήσεων των μισθών αλλά απορριπτέο  όταν οι αυξήσεις μειώθηκαν. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν  οι Sayer και Walker (1992), αυτό δεν σημαίνει ότι ο φορντισμός έληξε κατά την περίοδο αυτή και αντικαταστάθηκε  από τον μετα-φορντισμό. Μάλλον αμφισβητήθηκε (αλλά δεν εκτοπίστηκε  κατ ‘ανάγκη) από την (επαν-) εμφάνιση διαφορετικών λογικών παραγωγής και συσσώρευσης.

1908 Ford Model T

«Θα φτιάξουμε ένα αυτοκίνητο που να προορίζεται για το μεγάλο πλήθος» διακήρυξε ο Ford κατά την αναγγελία της γέννησης του  αυτοκινήτου Model T, τον Οκτώβριο του 1908. Στα 19 χρόνια της ύπαρξής του Model T,  πούλησε 15.500.000 αυτοκίνητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότερα από 1.000.000 στον Καναδά, και 250.000 στη Μεγάλη Βρετανία. Η συνολική παραγωγή του ανήλθε στο μισό της παραγωγής αυτοκινήτων του κόσμου. Χάρη κυρίως στο όραμα του Ford, το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε  βοηθητικό εργαλείο για τον απλό άνθρωπο και όχι ως πολυτέλεια για τους πλούσιους.
Μέχρι τότε μόνο οι πλούσιοι είχαν ταξιδέψει ελεύθερα σε όλη τη χώρα. Πλέον, εκατομμύρια άνθρωποι θα μπορούσαν άνετα να πάνε οπουδήποτε.

Ford Model T, συναρμολόγηση

Το Model T ήταν μία από τις μεγαλύτερες και πιο γρήγορες αλλαγές στη ζωή των απλών ανθρώπων στην ιστορία, και οι αλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Οι αγρότες δεν ήταν πια αποκλεισμένοι σε απομακρυσμένα αγροκτήματα. Το άλογο εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα και οι εκτάσεις που καλλιεργούνταν με σανό χρησιμοποιήθηκαν για άλλες καλλιέργειες πράγμα που προκάλεσε μια γεωργική επανάσταση. Το αυτοκίνητο έγινε το κύριο στήριγμα της αμερικανικής οικονομίας και μοχλός της αστικοποίησης – οι πόλεις απλώθηκαν  προς τα έξω, δημιουργώντας προάστια και οικιστική ανάπτυξη – και οδήγησε στην δημιουργία ενός από τα καλύτερα συστήματα εθνικών δρόμων στον κόσμο.

Ford Model T πλάγια όψη

πρωτοσέλιδο του Time Magazine, αφιερωμένο στον H. Ford, όταν ήταν 71 ετών

Ο Henry Ford στο Time Magazine, January 14, 1935

Ο Ford πέτυχε με την υλοποίηση της ιδέας του, όχι απλώς να καλύψει μια βασική ανάγκη, αλλά να δημιουργήσει ένα προοίμιο για μια ευρύτερη επανάσταση. Η ανάπτυξη των τεχνικών της μαζικής παραγωγής, επέτρεψε στην εταιρεία να βγάζει ένα Ford Model T  κάθε 24 δευτερόλεπτα, ώστε να προχωράει σε συνεχείς μειώσεις της τιμής του αυτοκινήτου. Αυτό έγινε δυνατόν λόγω της οικονομίας κλίμακας, σε συνδυασμό με την καταβολή μεγαλύτερων μισθών. Έτσι οι εργαζόμενοι ανέβασαν το επίπεδο διαβίωσης τους, και έγιναν εν δυνάμει  πελάτες, μεταξύ άλλων, και για τα αυτοκίνητα που έφτιαχναν οι ίδιοι. Αυτές οι καινοτομίες άλλαξαν την ίδια τη δομή της κοινωνίας.
Ο Ford αντιλήφθηκε ότι το κόστος στην κατασκευή (και άρα τα κέρδη για τους μεσάζοντες) άρχιζε τη στιγμή που η πρώτη ύλη χωριζόταν από τη γη και συνεχιζόταν  μέχρι το τελικό προϊόν να παραδοθεί στον καταναλωτή. Στο εργοστάσιο που έχτισε στην River Rouge ενσωματώνεται η ιδέα του για μια ολοκληρωμένη παραγωγή που να περιλαμβάνει τη λειτουργία, τη συναρμολόγηση, και τη μεταφορά. Για να πραγματοποιηθεί η κάθετη ολοκλήρωση της αυτοκρατορίας του, αγόρασε έναν σιδηρόδρομο, απέκτησε 16 ορυχεία άνθρακα και περίπου 700.000 στρέμματα (285.000 εκτάρια) δάσους για ξύλευση, έχτισε ένα πριονιστήριο, απέκτησε ένα στόλο φορτηγών ώστε να μεταφέρει μετάλλευμα από τα ορυχεία του Lake Superior, και αγόρασε ακόμη και ένα υαλουργείο, αφού τα αυτοκίνητά του έπρεπε να έχουν τζάμια).

Σημείωση 1.- Όταν ο Ford έφτιαχνε αυτοκίνητα το 1919, το ξύλο ήταν βασικό υλικό: χρησιμοποιείτο για την κατασκευή του σκελετού του αυτοκινήτου, για τα πατώματα και τους τροχούς. Για κάθε Ford Model-T χρειαζόταν συνολικά 0,60 του κυβικού μέτρου ξυλεία περίπου. Ο Ford  χρειάστηκε την ξυλεία για την κατασκευή containers που φόρτωνε στα πλοία του, για τους συνδέσμους των σιδηροτροχιών, για τα κιβώτια των αυτοκινήτων, για κασόνια αποθήκευσης. Επίσης, τόσο τα πλοία του, όσο και οι μηχανές των εργοστασίων του ήταν ατμομηχανές, που σημαίνει πως δούλευαν με κάρβουνο.(από το βιβλίο «Beyond the Model T: the other ventures of Henry Ford «, του Ford R. Bryan)

Για τους γεωγράφους, ο φορντισμός συχνά συνδέεται με την εμφάνιση σημαντικών βιομηχανικών περιοχών όπως η Black Country των West Midlands του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Daniels, Bradshaw, Shaw και Sidaway, 2005), αλλά και βιομηχανιών όπως αυτή της παραγωγής ταινιών, ιδίως στο Λος Άντζελες, που υιοθέτησαν τις αρχές του φορντισμού σε πρώιμο στάδιο (βλ. Christopherson και Storper, 1986). Συνδέεται επίσης με την έμφυλη κατανομή της εργασίας, στην οποία ως τόπος των ανδρών θεωρήθηκε  το εργοστάσιο και των γυναικών το σπίτι.

Η μαζική παραγωγή ξεκίνησε στο Detroit το 1914, όταν ο Henry Ford ανακάλυψε ότι μία κινούμενη γραμμή συναρμολόγησης που θα χρησιμοποιούσε ξεχωριστά κινητά εξαρτήματα θα μπορούσε να μειώσει δραστικά το κόστος κατασκευής αυτοκινήτων. Πούλησε 18.000.000 Ford-Model T, μετατρέποντας την Αμερική την πρώτη σε ιδιοκτησία αυτοκινήτου δημοκρατία στον κόσμο και σε τιμές που έπεφταν συνεχώς (από τα 780 δολάρια στα 250 μέσα σε μια δεκαπενταετία). Η μαζική παραγωγή, ήταν μια άχαρη δουλειά, με υψηλό τζίρο (κύκλο εργασιών). Για να συγκρατήσει την ανειδίκευτη εργατική δύναμη, ο Ford διπλασίασε τα μεροκάματα σε 5 δολάρια την ημέρα, κάτι που δικαιολογούσε η υψηλότερη παραγωγικότητα. (Πηγή: Photo journal: Rise and fall of mass production)

– Δείτε εδώ ένα καταπληκτικό video(59 δευτερολέπτων) της εποχής της μεγάλης δόξας του Ντητρόϊτ
Εδώ το διάσημο Ford Model T (από το  Touring car)
– και εδώ φωτογραφίες από το Μουσείο Ford στο Detroit του Michigan

εργασία εξαμήνου της επί πτυχίω φοιτήτριας Ελένης-Θεοπίστης Πασχαλάκη

Advertisements

The Uninvited: Refugees at the Rich Man’s Gate (Οι Απρόσκλητοι: Πρόσφυγες στην Πόρτα του Πλούσιου)

Βιβλιοπαρουσίαση της Θεοπίστης-Ελένης  Πασχαλάκη, 7ο εξάμηνο, Νοέμβριος 2010.

Το βιβλίο προσπαθεί να ρίξει φως  στις ελάχιστα γνωστές ζωές και στους κόσμους αυτών που προσπαθούν να κρυφτούν από τους προβολείς της αστυνομίας σε κάποια Ιταλικά λιμάνια , αυτών που ρίχτηκαν από λαθρέμπορους στη θάλασσα , όταν οι δεύτεροι προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την αστυνομία, αυτών που πέθαναν από ασφυξία μέσα σε φορτηγά κάτω από τη Μάγχη ή που πέθαναν από  δίψα προσπαθώντας να περάσουν τη Σαχάρα.
Ιστορίες , που ο συγγραφέας γνώρισε κατά τις συνεντεύξεις μεταναστών  και προσφύγων στο  Μαρόκο, την Ισπανία, την Ιταλία, το Κοσσυφοπέδιο, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας  και στην  Αλβανία, ώστε να γίνουν  κατανοητές οι δυσκολίες που οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν  για να καταφέρουν να περάσουν τις πύλες και τείχη του φρουρίου «Ευρώπη». Λόγοι που σπρώχνουν τους ανθρώπους στη μετανάστευση, είναι η ανεργία, η ακραία φτώχεια , τα  ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα. Τα δίκτυα διακίνησης λαθρομεταναστών, που συχνά συνδέονται με οργανώσεις τύπου μαφίας, αποτελούν τον κυριότερο  τρόπο για να εισέλθουν στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη μια οι οικονομικοί μετανάστες  που θέλουν να βελτιώσουν τη ζωή τους   κι από την άλλοι οι  αιτούντες άσυλο  πρόσφυγες.
Κατέγραψε   πολυάριθμες μαρτυρίες των μεταναστών  στο Κέντρο Προσφύγων Calamocarro Center στην Ceuta. Παρόλο που η ισπανική αστυνομία περιπολεί  στα τείχη γύρω από τη Ceuta, είναι  εντυπωσιακό το θάρρος των μεταναστών από την Αφρική και η δύναμη της θέλησης τους, ώστε τα τείχη να αποδεικνύονται  αναποτελεσματικά για την πρόληψη της εισόδου τους. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι δύο από τα πιο σημαντικά σημεία εισόδου στην Ευρώπη για παράνομους μετανάστες και επομένως υπόκεινται σε πολύ στενή και αυστηρή παρακολούθηση.   Για εκείνους που προέρχονται από τη Δυτική Αφρική, υπάρχουν δύο κύριοι άξονες της μετανάστευσης, οι οποίοι ελέγχονται από λαθρέμπορους: ο δυτικός άξονας, μέσω του οποίου οι άνθρωποι φτάνουν στη Ceuta ή τη Melilla και στη συνέχεια επιχειρούν να διασχίσουν τη Μεσόγειο, και ο ανατολικός μέσω της Λιβύης και της Τουρκίας ή του Λίβανου, πριν επιχειρήσουν να εισέλθουν στην Ευρώπη, παράλληλα με πολυάριθμους Κούρδους,  Κοσοβάρους,  Τούρκους, Ιρακινούς, Αλβανούς, ακόμη και Κινέζους. Πάνω στα σκάφη τόσο της Ισπανικής Guardia Civil όσο και της Ιταλικής  Guardia di Finenza, ο  συγγραφέας έγινε μάρτυρας πολλών περιστατικών.
Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη ,   το ένα αφιερωμένο στους πρόσφυγες και το άλλο στους οικονομικούς  μετανάστες. Το πρώτο περιλαμβάνει την ιστορία των προσφυγικών ρευμάτων στην Ευρώπη από το 1920 μέχρι σήμερα. Επίσης αναλύει τις σημερινές τάσεις σε ό, τι αφορά το άσυλο, τις πολιτικές και τη σταδιακή απώλεια της σημασίας των προγραμμάτων όπως το πρόγραμμα μετεγκατάστασης των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας.    Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Ganding συζητά τη σημασία των εμβασμάτων για τις οικονομίες των χωρών αποστολής, αναλύει τους κύριους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι μεταναστεύουν και προχωράει στην   παροχή στατιστικών στοιχείων που αφορούν τις νέες μορφές φτώχιας   και του κοινωνικού αποκλεισμού , την   αύξηση του επιπέδου των εθνοτικών συγκρούσεων  και μια τάση  εμφάνισης ρατσισμού  και εχθρικής συμπεριφοράς εκ μέρους των αυτόχθονων πληθυσμών.
Η βασική κριτική που ασκείται στο βιβλίο   είναι για το ότι δεν προτείνονται  συγκεκριμένες λύσεις  που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Ωστόσο, τονίζεται η ανάγκη να ενισχυθεί η συνεργασία με τις χώρες προέλευσης των οικονομικών μεταναστών, προκειμένου να ξεπεραστεί η κατάσταση αυτή και να σχεδιαστούν ρεαλιστικές πολιτικές που να αποσκοπούν στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης.  Η απομόνωση των μεταναστών σίγουρα δεν θα δώσει λύση στο πρόβλημα.
Το βασικό πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου  είναι η  προσεκτική ανάλυση της εξέλιξης της Ευρώπης στην οποία ζούμε σε ό,τι αφορά το ρόλο της ως φιλοξενούσας  κοινωνίας για  μετανάστες.  Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα  των πολιτικών μετανάστευσης σε επίπεδο ΕΕ,   η βιωσιμότητα της σημερινής διωκτικής πολιτικής  των μεταναστευτικών ροών είναι αμφισβητήσιμη, και μπορεί, μακροπρόθεσμα, να οδηγήσει σε μια κατάσταση πολύ πιο δυσεπίλυτη.  Αντιμετωπίζουμε σήμερα υψηλότερα ποσοστά θανάτου, την ποινικοποίηση των παράνομων προσώπων, τον αποκλεισμό των μεταναστών, την ενίσχυση των εγκληματικών δικτύων που ωφελούνται από τη σημερινή κατάσταση και την καταστροφή του κοινωνικού ιστού των κοινωνιών μας.

Ο συγγραφέας Jeremy Harding, είναι μέλος του London Review of Books
Έχει γράψει τα βιβλία:
Small Wars, Small Mercies: Journeys in Africa’s Disputed Nations
-The Uninvited: Refugees at the Rich Man’s Gate, το οποίο αρχικά δημοσιεύτηκε στην LRB και τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας Martha Gellhorn (2001)
Mother Country, 2006

©-ΑνθρωποΓεωγραφίες

3).- Εργασία της Ελένης Πασχαλάκη, 7ο εξάμηνο, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Νοέμβριος 2010.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ (ENTRE LES MURS), Σκηνοθεσία: Laurent Cantet, Σενάριο : Francois Begaudeau


Η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» βασισμένη στο ομώνυμο  βιβλίο του  François Bégaudeau, μας μεταφέρει σε ένα σχολείο των προαστίων του Παρισιού, όπου παρακολουθούμε μαθητές και δάσκαλους για ένα ολόκληρο σχολικό έτος.
Αρχικά αναγνωρίζουμε τα τυπικά στοιχεία του χώρου ενός σχολείου, το κουδούνι, τη σχολική αίθουσα, την τυπική διάταξη των επίπλων ( ο καθηγητής στην έδρα μπροστά από τον πίνακα και οι μαθητές απέναντί του σε δύο σειρές θρανίων). Ήδη ξεκαθαρίζονται οι «κοινωνικές θέσεις» (Thomas Hylland Eriksen 2007: 94), το ποιος  έχει τον έλεγχο και τον κυρίαρχο ρόλο.
Βλέπουμε την πρώτη συνάντηση του «προσωπικού» και αντιλαμβανόμαστε πως πίσω από τα χαμόγελα και τις συστάσεις υποβόσκει δυσαρέσκεια.
Καθώς, μαζί με τον Φρανσουά που είναι καθηγητής Γαλλικών μπαίνουμε στην τάξη της οποίας είναι ο υπεύθυνος, βλέπουμε εφήβους προερχόμενους όχι μόνο από τη Γαλλία αλλά και πολλούς μετανάστες. Παιδιά προερχόμενα από ποικίλες χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς: την Κίνα, την Αλγερία, την Τυνησία, το Μαλί, το Μαρόκο…ο Μινγκ και ο Σουλεϊμάν, ο Ντζιμπρίλ και ο Ντικό, ο Μοχάμεντ, ο Κέβιν, η Κούμπα, η Ζιάζια…πιο λίγοι οι Γάλλοι από τους ξένους. Μια  τάξη μείγμα πολιτισμών. Το μορφωτικό επίπεδο είναι φανερά χαμηλό. Τα παιδιά δυσκολεύονται να κατανοήσουν έννοιες, γεγονότα, λέξεις.   Η πολυσυλλεκτικότητα και η πολυπολιτισμικότητα είναι οι δεδομένες δυνάμεις που κυριαρχούν.
Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε και ενώ στη μνήμη μας ανακαλούνται οι προσωπικές μας εμπειρίες από τις δικές μας σχολικές αίθουσες, παράλληλα με  την τυπική και συνηθισμένη καθημερινότητα αρχίζουν να αναδύονται σημαντικά κοινωνικά θέματα. Θέματα που αφορούν τον κοινωνικό αποκλεισμό ομάδων όχι μόνο κοινωνικά αποκλεισμένων αλλά και κοινωνικά ενσωματωμένων στην τοπική πραγματικότητα (Λαφαζάνη 1997:69-76). Οι μαθητές αυτοί έχουν μεγαλώσει στα προάστια του Παρισιού και η κοινωνική παιδεία που έχουν πάρει τους έχει χαρτογραφήσει προδιαγεγραμμένη πορεία: φτηνή εργασία, κουζίνα, ταμείο ανεργίας ή ακόμα και φυλακή.
Το γαλλικό μοντέλο  ένταξης ενσωμάτωσης των μεταναστών  το λεγόμενο και αφομοιωτικό, λειτουργεί με βάση το δίκαιο της επικράτειας, του χώματος (jus solis). Συναλλάσσεται με/και ενσωματώνει τους εθνοτικά διαφορετικούς ατομικά. Δεν προβλέπονται συλλογικότητες -κοινότητες σε εθνοπολιτισμική βάση. Το κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη διαφορετικότητά του και αυτό, θεωρητικά, δεν αφορά το κράτος. Όλα τα άτομα παρακολουθούν το γαλλικό ενιαίο σχολείο, (école laïque), το οποίο δεν θρησκεύεται, ενώ, παραμένει μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς σχολείο, ώστε να την διαθέσει η οικογένεια του μαθητή, κατά τις αντιλήψεις της, στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση (Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Wattsand Sarah Whatmore, The Dictionary of Human Geography, τελευταία έκδοση (2009).
Το κράτος, το οποίο φυσικά παράγει και την κυρίαρχη ιδεολογία, έχει αποφασίσει πως οι κάτοικοι της επικράτειάς του θα πρέπει να συνομιλούν και να συνδιαλέγονται με βάση το τοπικό – εθνικό πρότυπο, τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Ακόμη και η θρησκεία, η οποία επίσης αποτελεί για τους ανθρώπους μία κυρίαρχη ιδεολογία, ενώ τυπικά δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα, αποτελεί βασικό συστατικό της «κοινωνικής ταυτότητας» των μαθητών. Η αδυναμία κατανόησης από το σύνολο των συμμαθητών, της ιδεολογίας που παράγει για κάποιον από τους μαθητές η θρησκευτική του τοποθέτηση, είναι ένας ακόμη παράγοντας που παράγει κοινωνικό αποκλεισμό, που τον τοποθετεί ακόμη περισσότερο στην πλευρά των «άλλων» (Λαφαζάνη 1997:69-76).
Τα παιδιά  θέλουν να ενσωματωθούν. Κάνουν όνειρα, διαλέγουν επαγγέλματα αλλά η κοινωνία τα έχει ήδη αποβάλει, προτού προσπαθήσουν. Εκείνα το νιώθουν κι έτσι προσθέτουν την επιθετικότητα στο καθημερινό ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους απέναντι στον καθηγητή.
Στα διαλείμματα, στο γραφείο των καθηγητών η φράση που ακούγεται συνέχεια είναι: «δεν αντέχω άλλο με αυτό το τμήμα». Οι καθηγητές απελπίζονται, γιατί κατά βάθος γνωρίζουν πως ό,τι και να κάνουν δεν μπορούν να  βοηθήσουν αυτά τα παιδιά, είναι παιδιά των μεταναστών. Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν την παρουσία τους σε ένα τέτοιο σχολείο ως δυσμένεια. Αγανακτούν και απογοητεύονται από τους μαθητές, την απόδοση και τη συμπεριφορά τους. Δεν έχουν τη διάθεση να συνεργαστούν με το σύστημα αλλά ούτε και με τους μετανάστες μαθητές τους. Προτείνουν λύσεις που πιστεύουν ότι θα βελτιώσουν την καθημερινότητά τους στο χώρο του σχολείου. Λύσεις προς αντιμετώπιση της παραβατικότητας των παιδιών και μόνο, ακλουθώντας, χωρίς ίσως καν να το αντιλαμβάνονται, την ίδια πρακτική με το κράτος.
Έτσι σε μια συνέλευση του προσωπικού του σχολείου προτείνεται και συζητιέται ένα είδος «point system»  που θα στέλνει γρήγορα στην έξοδο τους απείθαρχους και κακότροπους μαθητές χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες  του σχολείου. Κάποιος βέβαια τους θυμίζει πως όπου υπάρχουν πολύ σκληροί κανονισμοί δημιουργούνται και μεγαλύτερες εντάσεις, κανόνα τον οποίο θα πρέπει να συνυπολογίσουν. Κατόπιν, με την ίδια σοβαρότητα και δίνοντας σχεδόν το ίδιο βάρος,  συζητιέται το θέμα της προμήθειας καφετιέρας για τις ανάγκες των καθηγητών. Ουσιαστικά δηλαδή, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι μαθητές έχουν γίνει σε τέτοιο βαθμό «οι άλλοι», αυτοί που αν δεν υπήρχαν θα ήμασταν καλύτερα και με λιγότερα προβλήματα, ώστε να τους αντιμετωπίζουμε σαν πρόβλημα και μόνο έτσι. Οι καθηγητές βεβαίως είναι κι αυτοί άνθρωποι. Όταν η μητέρα του Κινέζου μαθητή τους κινδυνεύει με απέλαση, αποφασίζουν να προστρέξουν και να τη βοηθήσουν.
Ο Φρανσουά, ο καθηγητής των Γαλλικών είναι μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Προσπαθεί με εναλλακτικές πρακτικές να πλησιάσει τους μαθητές του. Αυτό δε σημαίνει πως δεν γνωρίζει την κατάσταση. Οι κανόνες πρέπει να ισχύουν. Ο μαθητής που ξεπερνάει τα όρια πρέπει να υποστεί τις συνέπειες που κάποιες φορές μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.
Παρόλα αυτά, προσπαθεί να αναδείξει την προσωπικότητα και τις δυνατότητες των παιδιών. Καθώς τα προτρέπει να μιλήσουν για τον εαυτό τους, φανερώνεται ένα πλήθος παραγόντων που συντελούν στον κοινωνικό τους αποκλεισμό. Επειδή το μάθημά του είναι η γλώσσα, ο περισσότερος λόγος γίνεται γύρω από θέματα που την αφορούν.  Οι μαθητές δυσκολεύονται όχι μόνο να μιλήσουν σωστά αλλά ακόμη και να κατανοήσουν έννοιες και λέξεις. Διαμαρτύρονται γιατί θα πρέπει να μάθουν να χρησιμοποιούν τους συγκεκριμένους τρόπους    έκφρασης με τους οποίους δεν θα μπορέσουν ποτέ να συνεννοηθούν με τους δικούς τους  και τον κοινωνικό τους περίγυρο και αντιδρούν όταν ο καθηγητής επισημαίνει πως πρέπει να ξέρουν να μιλούν κατ’ αυτό τον τρόπο γιατί αυτός είναι ο επίσημος λόγος του κράτους. Αναρωτιούνται γιατί ακόμα και στα παραδείγματα να χρησιμοποιούνται κλασικά γαλλικά ονόματα και όχι αντιπροσωπευτικά της δικής τους κουλτούρας. Προσπαθούν να κατανοήσουν την ιστορία με τη γαλλική –δυτική-  λογική και τον γαλλικό – δυτικό-  τρόπο σκέψης.
Όσο δυσκολεύονται στην έκφραση και την ομιλία, τόσο δυσκολότερη γίνεται η κοινωνικοποίηση και η ένταξή τους. Ντρέπονται να εκφραστούν, αισθάνονται κατωτερότητα και απογοήτευση. Περιθωριοποιούν τους εαυτούς τους και αντιδρούν με βία. Και παρόλο που ο Φρανσουά προσπαθεί να αποφορτίσει καταστάσεις δίνοντάς άλλα ονόματα, το «γκέτο» είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει αν το ονομάσεις  «γειτονιά». Αυτοαναιρείται την ίδια στιγμή που θέτει τα όρια με το κέντρο αντιστοιχίζοντας το πρόβλημα με έναν τόπο, (Λαφαζάνη 1997:69-76) καθώς αναρωτιέται αν και πότε τα κορίτσια πηγαίνουν στο κέντρο, το οποίο απέχει τέσσερις στάσεις του μετρό.
Η χωρική ρύθμιση «κέντρο – προάστιο», έχει ως αποτέλεσμα τον παράλληλο γεωγραφικό  αποκλεισμό συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και μέσω αυτού τη διαιώνιση, την αναπαραγωγή, την «εξασφάλιση» ίσως, της ακίνδυνης περιθωριοποίησής τους.
Ο πρωταγωνιστής και συγγραφέας του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία Φρανσουά Μπεγκοντό λέει σχετικά (my film) : «Ο σκοπός του βιβλίου μου ήταν να καταγράψω μια σχολική χρονιά, παραμένοντας πιστός στις δικές μου εμπειρίες. Γι αυτό το λόγο δεν υπήρχε καθαρή αφηγηματική γραμμή και καμιά μυθιστορηματική πλοκή δεν επικεντρώνονταν σε ένα συγκεκριμένο γεγονός… Οι περισσότεροι από τους εφήβους, είναι φτιαγμένοι χαρακτήρες. Δεν είναι ηθοποιοί, αλλά βγαίνουν φυσικοί διότι πολύ απλά, παίζουν τους εαυτούς τους. Πιο αληθινό δεν γίνεται…. Το σοβαρό κοινωνικό σχόλιο που απορρέει από κάθε σκηνή της ταινίας του Καντέ, κάνει τη μεγάλη διαφορά.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Λοράν Καντέ στην ίδια συνέντευξη αναφέρει: Το φιλμ είναι πρώτα απ’όλα η ζωή μέσα στη τάξη, η ζωή της τάξης: μια κοινότητα δηλαδή 25 ατόμων που δεν έχουν διαλέξει ο ένας τον άλλο, αλλά καλούνται να είναι μαζί και να συνεργάζονται, ολόκληρη σχολική χρονιά ανάμεσα σε 4 τοίχους… Το πρώτο σχολείο που προσεγγίσαμε ήταν το Γυμνάσιο Φρανσουάζ Ντολτό, στο 20ο διαμέρισμα του Παρισιού. Ήταν το σωστό. Όλοι οι έφηβοι είναι μαθητές του Ντολτό, όλοι οι καθηγητές που εμφανίζονται στη ταινία, διδάσκουν εκεί, ενώ ο μοναδικός «κατασκευασμένος» ρόλος είναι αυτός της μητέρας του Σουλεϊμάν. …Οι χαρακτήρες του σεναρίου που υπήρχαν μόνο μέσα από τις συνθήκες που μπορούσαν να παράγουν, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Κανένα από τα παιδιά δεν είχε σενάριο στα χέρια του. Όταν αυτοσχεδίαζαν ανάλογα με τις περιστάσεις, έφτιαχναν τους δικούς τους διάλογους. Όλος ο σχεδιασμός του φιλμ, έγινε με βάση τη γλώσσα. Ήθελα να κινηματογραφήσω αυτούς τους λεκτικούς χείμαρρους, που είναι πολύ συχνοί σε μια τάξη, όπου η σχετικότητα της θέσης του παιδιού ή η δύναμη δεν μετρούν τόσο, όσο ποιος θα έχει το τελευταίο λόγο….Το φιλμ δεν προσπαθεί να υπερασπισθεί ή να κατηγορήσει καμία πλευρά. Όλοι έχουν στιγμές αδυναμίας και εκρήξεων, στιγμές μεγαλείου και μικροπρέπειας. Ο καθένας μπορεί να εκθέσει την διορατικότητα και την τύφλωσή του, την αδικία και τη κατανόηση. Ίσως έχω την εντύπωση πως το φιλμ εκφράζει κάτι παραδοξολογικά θετικό: Σε ένα σχολείο πολύ χαοτικό, που δεν μπορεί να κρύψει το πρόσωπό του, υπάρχουν στιγμές απογοήτευσης, αλλά και περιπτώσεις τεράστιας ευτυχίας. Από αυτό το υπέροχο χάος, μπορεί να γεννηθεί η ευφυΐα και η νοημοσύνη.
Βιβλιογραφία-Πηγές
-Eriksen, Thomas Hylland,(2007) Μικροί τόποι, μεγάλα ζητήματα, Μια εισαγωγή στην κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, εκδόσεις Κριτική
-Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος & Κοινωνικές Σχέσεις, Χώρος & Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος , σσ. 69-76
-Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Wattsand SarahWhatmore, The Dictionary of Human Geography, τελευταία έκδοση (2009).
-www.myfilm.gr

2).- Εργασία της Γεωργίας Γκάγκαρλη, 7ο εξάμηνο, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Οκτώβριος 2010.

Ανάμεσα στους  τοίχους, του Laurent Cantet

Παρόλο που μετανάστευση θεωρείται η μετακίνηση ενός ατόμου ή ενός πληθυσμού από  μια χώρα σε μια άλλη, ωστόσο έμφαση πρέπει να δοθεί στην ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων από τη νέα κοινωνία, την αποδοχή τους  και την αντιμετώπισή τους από τους γηγενείς. Στην ταινία ‘’Ανάμεσα στους τοίχους’’ του Laurent Cantet προβάλλεται το κοινωνικό, ρατσιστικό, εκπαιδευτικό και εθνοτικό στοιχείο.  Παρουσιάζονται οι διαφορές μεταξύ των μεταναστών, των καθηγητών ακόμη και μεταξύ καθηγητών και μαθητών.
Είναι λογικό και απολύτως φυσιολογικό οι μετανάστες να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην έκφρασή τους διότι δεν ξέρουν τη γλώσσα. Γι’ αυτό ευθύνεται η πολιτεία και το εκπαιδευτικό σύστημα της κάθε χώρας υποδοχής. Εκτός του ότι τα παιδιά δεν γνωρίζουν βασικά θέματα ιστορίας, παγκοσμίως αναγνωρισμένα και μελετημένα, δε γνωρίζουν και απλές έννοιες της καθομιλούμενης γλώσσας.  Το λεξιλόγιό τους είναι πενιχρό, λιτό και συχνά σε λέξεις που χρησιμοποιούν προσδίδουν αρνητική σημασία, ενώ αρχικά δεν έχουν.
Οι δυσκολίες κατανόησης λέξεων και εκφράσεων από τους ίδιους τους μαθητές, τους δημιουργούν το αίσθημα της μειονεκτικότητας. Δεν γνωρίζουν κάτι και  μπαίνουν στη διαδικασία να ρωτήσουν προκειμένου να μάθουν. Όταν όμως δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ότι μπορούν να πετύχουν έστω και κάτω από τις πολλαπλές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν, δεν κατορθώνουν να βγάλουν από πάνω τους το πέπλο της διαφορετικότητάς τους. Δεν προσπαθούν να αλλάξουν συμπεριφορά και ενδιαφέροντα γιατί δεν τους δίνεται η απαραίτητη βοήθεια και ευκαιρία. Νομίζουν ότι  και να κάνουν κάτι καλύτερο ή κάτι το διαφορετικό δεν θα αλλάξει κάτι, δε θα δει κανείς τη προσπάθειά τους και δε θα αμειφθούν,  θα παραμείνουν οι ίδιοι, οι μετανάστες.
Απόρροια το ότι δεν προσπαθούν να κάνουν κάτι για τον εαυτό τους είναι το γεγονός ότι θεωρούν πώς κανένας δεν ενδιαφέρεται για αυτούς. Βλέπουν μια αρνητικότητα από τους περισσότερους καθηγητές τους και αν κάποιος θέλει πραγματικά να τους βοηθήσει προς το καλύτερο δεν τον αφήνουν. Δεν πιστεύουν ότι ενδιαφέρεται κάποιος γι’ αυτούς και ειδικά ο καθηγητής, ιδίως όταν βλέπουν ότι απογοητεύονται μαζί τους.  Αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι και μέσα στην οικογένειά τους δε βιώνουν το δέσιμο, δεν υπάρχει επικοινωνία με τους γονείς ή τα αδέρφια τους  και δε συζητούν για τα προβλήματά τους. Θεωρούν και οι γονείς τους εαυτούς τους διαφορετικούς και αυτό έχει αντίκτυπο στα παιδιά. Ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής και δεν ξέρει κανείς αν έχουν προσπαθήσει να τη μάθουν. Οι γονείς δεν μπορούν να κάνουν διάλογο με τους καθηγητές για τα προβλήματα των παιδιών τους και μάλιστα δε μπαίνουν στη διαδικασία να τους εξηγήσουν τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία του εαυτού τους.
Μια πλευρά του εαυτού τους και σίγουρα όχι η θετική είναι ότι οι μετανάστες επειδή δεν εισπράττουν σεβασμό, δεν αποδίδουν. Δεν υπάρχει στη ζωή τους ή στην καθημερινότητά τους και ίσως να μη ξέρουν τι σημαίνει. Δεν ξέρουν πότε πρέπει να μιλήσουν, πότε να ζητήσουν συγγνώμη, πότε να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν. Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές οι αντιδράσεις τους είναι υπερβολικές. Γιατί απλά αδιαφορούν για τους τρόπους τους, αφού αδιαφορούν οι γύρω τους γι’ αυτούς. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπως είναι το σχολείο ανταλλάσσονται απόψεις με σκοπό να συζητηθούν και να αναλυθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν κατανοητές από όλους. Όλοι δέχονται τις απόψεις του άλλου με τη μόνη παρέμβαση να πουν τη δική τους σε περίπτωση διαφωνίας. Κανείς δε μπορεί να χειροδικήσει εναντίον κάποιου άλλου. Η χειροδικία είναι παράπτωμα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τιμωρία. Και η τιμωρία με τη σειρά της οφείλει να είναι δίκαιη και αποδεκτή από όλους. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις εκτεταμένης έντασης μετά από τιμωρία. Για το λόγο αυτό η τιμωρία δε πρέπει να θεωρείται μέσο εκδίκησης, αλλά μέσο σωφρονισμού. Όλοι να είναι θετικά προδιατεθειμένοι απέναντί της για να καταλάβουν ότι γίνεται μόνο για ένα καλύτερο αποτέλεσμα συμπεριφοράς.
Το ότι βρίσκονται σε μια άλλη χώρα από τη δική τους δε σημαίνει ότι την έχουν αποδεχτεί. Κάποιοι μπορεί να έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα περάσουν μεγάλο μέρος της ζωής τους εκεί και ίσως να το θέλουν και κάποιοι αναπολούν κάθε στιγμή της χώρας καταγωγής τους. Στα παιδιά της ταινίας φαίνεται μια διαφορά που απαντάται στην υποστήριξη της χώρας καταγωγής ή της χώρας παραμονής. Άλλοι υποστηρίζουν τη γλώσσα της χώρας τους, τις δικές τους συνήθειες ακόμη και την ποδοσφαιρική ομάδα ενώ άλλοι υποστηρίζουν όλα αυτά στη χώρα παραμονής. Οι πρώτοι θεωρούν πως δε πρέπει να αλλάξουν τα πιστεύω τους και οι ιδεολογίες τους, επειδή άλλαξαν χώρα, ενώ οι δεύτεροι εφόσον τώρα ζουν εκεί θα συμβιβαστούν σ’ αυτά που τους προσφέρονται.

από το βιβλίο του François Bégaudeau, Entre les murs, (Editions Gallimard, Verticales 2006).

1).- Εργασία της Στεφανίας Λαζαρίδου, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Απρίλιος 2010.

Η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» τουLaurent Cantet (2008), παρουσιάζει ένα σχολείο σε ένα από τα γκέτο, τις εργατικές κατοικίες της Γαλλίας με μαθητές παιδιά-μετανάστες δεύτερης γενιάς. Το σχολείο αναπαριστά ένα μικρόκοσμο που αντιπροσωπεύει τη γενικότερη κοινωνία του γαλλικού κράτους. Στη διάρκειά της κουλτούρες και συμπεριφορές έρχονται σε αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανάμειξης εθνοτικών ομάδων, ενώ αναδεικνύονται προβλήματα που γεννά η μετανάστευση και οι συνέπειές της: φυλετικές διακρίσεις που τις εντείνει και το σχολικό περιβάλλον, έλλειψη προγραμμάτων για άμβλυνση ανισοτήτων που δημιουργεί η κοινωνική κατάσταση, μέσω της εκπαίδευσης θεσμοθετείται η διαφορετικότητα, η κοινωνική ανισότητα κ.α.( Ανάμεσα στους τοίχους) Ειδικότερα από την οπτική των εκπαιδευτικών βλέπουμε ότι οι καθηγητές που διορίζονται σε σχολεία περιοχών-γκέτο το θεωρούν καταδίκη ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν αντέχουν τη συμπεριφορά των μαθητών, καθώς δεν είναι σε θέση να την ελέγξουν και να τη διαχειριστούν, ξεσπούν και εγκαταλείπουν την αίθουσα. Δείχνουν θέληση και είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν κάθε μαθητή που ενδιαφέρεται να μάθει αλλά αγανακτούν από τις αντιδράσεις ορισμένων από αυτούς.
Από την άλλη, οι καθηγητές σε τέτοιου είδο
υς σχολεία, θέλοντας ή μη, αντιπροσωπεύουν τον κυρίαρχο λόγο, δεδηλωμένο ή υπονοούμενο  ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της ευθύνης και ενοχής των κοινωνικά αποκλεισμένων, έναντι του κατώτερου των μαθητών-μεταναστών, των «απόβλητων» (Λαφαζάνη 1997:69-76). Θεωρούν τα παιδιά κοινωνικά αποκλεισμένα άτομα (καθηγητής: «Πάτε στο κέντρο; Είναι 4 στάσεις του μετρό μακριά από τη γειτονιά σας») αλλά τα ίδια υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να είναι ίσ
οι μεταξύ ίσων πολιτών (μαθήτρια: Μα φυσικά! Εγώ πηγαίνω συνέχεια!»).
Οι μαθητές βιώνουν καθημε
ρινά την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους ίδιους τους καθηγητές τους και αισθάνονται την κοινωνική αδικία ενώ καλλιεργείται φόβος από μέρους των καθηγητών για να κερδηθεί σεβασμός. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα παίρνουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους προσπαθώντας να υπερασπιστούν τον εαυτό τους εφόσον κανείς δεν το κάνει γι’ αυτούς.  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι άτομα με δυνατότητες και γνώση του ποιοί είναι και ποια είναι η θέση τους μέσα στην κοινωνία καθώς και το ποιά είναι η άποψη της κοινωνίας γι’ αυτούς. Δε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τα ίδια τα παιδιά αποκαλούν το μέρος όπου ζουν «γκέτο», μια λέξη ιδιαίτερα φορτισμένη με αρνητική έννοια. Συνεπώς η διαδικασία συγκρότησης κοινωνικής ταυτότητας είναι μια κοινωνική κατασκευή την οποία και αντιλαμβάνονται τα παιδιά που φοιτούν σε τέτοιου είδους σχολεία. [“La Haine” του Mathieu Kassovitz (1995)] . Στην ταινία  αναπαριστάται το μοντέλο μεταναστευτικής πολιτικής της Γαλλίας, το λεγόμενο αφομοιωτικό, δίκαιο της επικράτειας ή του χώματος, του εδάφους (jus solis).  Πρόκειται για το δεύτερο από τα δύο ευρωπαϊκά μοντ
έλα ένταξης ενσωμάτωσης των μεταναστών κατά το οποίο  δεν προβλέπονται συλλογικότητες -κοινότητες σε εθνοπολιτισμική βάση. Συναλλάσσεται με/και ενσωματώνει τους εθνοτικά διαφορετικούς ατομικά, ενώ το κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη διαφορετικότητά του αλλά αυτό, θεωρητικά, δεν αφορά το κράτος. Όλα τα άτομα παρακολουθούν το γαλλικό ενιαίο σχολείο, (école laïque), το οποίο δεν θρησκεύεται, ενώ, παραμένει μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς σχολείο, ώστε να την διαθέσει η οικογένεια του μαθητή, κατά τις αντιλήψεις της, στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο,  η Γαλλία υιοθέτησε κάποιες τροποποιήσεις στον κώδικα ιθαγένειάς της, που την πλησίασαν κάπως στο πολυπολιτισμικό μοντέλο.
Όσον αφορά το χώρο, το γκέτο αποτελεί έναν κοινωνικά αποκλεισμένο χώρο, όπως και το σχολείο. Είναι μια προσπάθεια δηλαδή, αντιστοίχισης του προβλήματος με έναν τόπο ώστε να εντοπίζουμε καλύτερα το πρόβλημα, εφόσον όταν το περιφράξουμε τότε μπ
ορούμε να το κατανοήσουμε , άρα και να το διαχειριστούμε και να το ελέγξουμε πιο εύκολα. Επιπλέον, μπορούμε να διαπιστώσουμε το ποιος είναι κοινωνικά αποκλεισμένος ή ποιος πρόκειται να γίνει, αν εμπίπτει ή δεν εμπίπτει δηλαδή στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται χωρο-κοινωνικές διαφοροποιήσεις (κέντρο-γκέτο) αποκτώντας και τα άτομα ένα «ανήκειν»-στίγμα του κοινωνικά αποκλεισμένου και  περιθωριοποιημένου εφόσον μέρα με τη μέρα γίνονται περισσότερο άλλοι και λιγότερο δικοί μας, ζώντας αλλού, πηγαίνοντας σε άλλους γιατρούς, αποκτώντας διαφορετικές συνήθειες, διαφορετικούς τρόπους διασκέδασης, ντυσίματος, μέχρι και διαφορετική γλώσσα (Λαφαζάνη 1997:69-76). Βλέπουμε σε μια σκηνή τα παιδιά να αντιδρούν στη γλώσσα τη διδασκαλία της οποίας  τους «επιβάλει» ο καθηγητής τους, μια γλώσσα επίσημη εθνική η οποία μάλλον αναδεικνύει παρά αμβλύνει τις διαφορές. Οι μετανάστες με την εγκατάστασή τους σε έναν τόπο, όπως είναι φυσικό, δεν αμελούν παντελώς τη μητρική τους γλώσσα και τον πολιτισμό τους, αλλά ενσωματώνουν λέξεις και συνήθειες στην αντίστοιχη που επικρατεί στη χώρα υποδοχής. Είναι απόλυτα λογικό έτσι, οι μαθητές-μετανάστες να θεωρούν τη γλώσσα που τους διδάσκεται «ξένη», μια γλώσσα που θα τους χρησιμεύσει ,ωστόσο, στη μετέπειτα ζωή τους απλά δεν είναι σε θέση να το κατανοήσουν τη δεδομένη στιγμή (Μαθητής: «Ποιοι μιλούν τη γλώσσα που μας διδάσκετε… μήπως οι επιτηδευμένοι αστοί του μεσαίωνα;»)
Δε θα
πρέπει να ξεχνάμε ότι κοινωνικό αποκλεισμό έχουμε από τη στιγμή που οι κοινωνικά αποκλεισμένοι αρχίζουν να εμφανίζονται ως πρόβλημα και απειλή για την κοινωνία (Λαφαζάνη1997: 69-76). Στην ταινία αποκλεισμό εκτός του άλλων, υφίσταται και ατομικά ο Σουλεϊμάν, αντιδραστικός μαθητής τον οποίο και αναγκάζονται να απομονώσουν από το σχολείο εξαιτίας της συμπεριφοράς του. Έτσι ο Σουλεϊμάν αποτελεί έναν κοινωνικά αποκλεισμένο μέσα σε έναν χώρο επίσης κοινωνικά αποκλεισμένο, όταν ο ίδιος αποκτά ένα «ανήκειν»-στίγμα, αυτό του αντιδραστικού ατόμου.

Βιβλιογραφία-Πηγές

Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος & Κοινωνικές Σχέσεις, Χώρος & Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος , σσ. 69-76

©-ΑνθρωποΓεωγραφίες

Abu Abd Allah Muhammad al-Idrisi al-Qurtubi al-Hasani al-Sabti

Muhammad Αl- Ιdrisi

Abu Abd Allah Muhammad al-Idrisi al-Qurtubi al-Hasani al-Sabti (1099–1165 ή 1166)

Ο Abu Abd Allah Muhammad al-Idrisi al-Qurtubi al-Hasani al-Sabti ή πιο απλά El Idrisi (1100—1166 ή 1165) ήταν ένας Άραβας γεωγράφος και χαρτογράφος που, όσο δεν ταξίδευε, έζησε στην Σικελία. Για τη ζωή του Al- Idrisi λίγα πράγματα είναι γνωστά.

Γραμματόσημο του Qatar

σε Γραμματόσημο του Qatar (μεγαλώστε)

Γεννήθηκε στη Ceuta, Ισπανική αποικία στο Μαρόκο. Ένα πολύ μεγάλο διάστημα της ζωής του το πέρασε ταξιδεύοντας στην βόρειο Αφρική και στην Ισπανία και όπως φαίνεται συγκέντρωσε λεπτομερείς πληροφορίες γι’αυτές τις περιοχές. Σπούδασε στην Κόρδοβα της Ισπανίας και κάποια χρόνια έζησε στο Μαράκες. Τα ταξίδια του τον πήγαν σε πολλά μέρη της δυτικής Ευρώπης όπως στην Πορτογαλία, την Βόρειο Ισπανία, την Γάλλο-Ατλαντική ακτή και την νότιο Αγγλία.

Γραμματόσημο της Ισπανίας

σε Γραμματόσημο της Ισπανίας (μεγαλώστε)

Επισκέφθηκε τη Μικρά Ασία σε ηλικία μόλις 16 ετών. Το 1145 περίπου εντάχθηκε στις υπηρεσίες του βασιλιά Roger του δευτέρου της Σικελίας, ένα βήμα το οποίο σηματοδότησε στροφή στην ζωή του. Από τότε και μετά, όλα τα μεγάλα επιτεύγματα του είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αυλή του βασιλιά Roger στο Παλέρμο, όπου έζησε και δούλεψε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Η παρουσία του Al- Idrisi στην Σικελία είχε ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση τριών μεγάλων γεωγραφικών έργων:

Το πρώτο, ήταν ένα ασημένιο επιπεδοσφαίριο πάνω στο οποίο ήταν σχεδιασμένος ένας χάρτης του κόσμου. Για το επιπεδόσφαιριο δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα αφού δεν έχει ανακαλυφθεί. Μπορεί να έχει καταστραφεί ή να βρίσκεται σε κάποια παράνομη ιδιωτική συλλογή. Ο Al-Idrisi είναι κυρίως γνωστός στη Δύση ως ο γεωγράφος ο οποίος κατασκεύασε μια ασημένια Υδρόγιεο σφαίρα για τον Βασιλιά Ρότζερ ΙΙ της Σικελίας. Σε μια μπάλα από 400 κιλά ασήμι, κατέγραψε λεπτομερώς τις επτά ηπείρους με τους εμπορικούς δρόμους, τις λίμνες και τα ποτάμια, τις μεγάλες πόλεις, τους κάμπους και τα βουνά. Αυτός περιλαμβάνει πληροφορίες όπως: η απόσταση, το μήκος και το ύψος με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Η ασημένια Υδρόγειος Σφαίρα συνόδεύυε το βιβλίο του: «Al-Kitab al-Rujari» (το Βιβλίο του Roger). Δείτε περισσότερα ΕΔΩ.

Γραμματόσημο της Σαουδικής Αραβίας

σε Γραμματόσημο της Σαουδικής Αραβίας

Το δεύτερο, ήταν ένας παγκόσμιος χάρτης αποτελούμενος από 70 ίσα τμήματα. Ο χωρισμός έγινε ως εξής : από το Βορρά ως τον Ισημερινό σε 7 κλιματικές ζώνες ίσου πλάτους και η κάθε μία χωρίστηκε σε 10 ίσα μέρη από γραμμές γεωγραφικού μήκους.

Το τρίτο, ήταν ένα γεωγραφικό κείμενο το οποίο ήταν το κλειδί για το επιπεδοσφαίριο. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο έργο του και η μεγάλη προσφορά του στη Γεωγραφία. Το κείμενο αυτό είναι γνωστό ως Kitāb nuzhat al-mushtāq fī ikhtirāq al-āfāq ή Kitā Rujār, ή Al-Kitāb ar-Rujārī ή tabula Rogeriana ή the book of Roger.

Για την ολοκλήρωση του ο Al-Idrisi συνδύασε υλικό από άλλες αραβικές και ελληνικές γεωγραφικές δουλειές οι οποίες ήταν είτε παρατηρήσεις, είτε αναφορές αυτοπτών μαρτύρων. Ο βασιλιάς και ο Al- Idrisi έστειλαν πολλά άτομα, συμπεριλαμβανόμενων και έμπειρων σχεδιαστών, σε πολλές χώρες να παρατηρήσουν και να καταγράψουν αυτά που έβλεπαν. Ο Αl-Ιdrisi ενσωμάτωσε και αυτά ώστε να ολοκληρώσει το έργο του. Το βιβλίο τελείωσε το 1154 λίγο πριν το θάνατο του Roger.

Tabula Rogeriana

Tabula Rogeriana-ο Νότος βρίσκεται στο πάνω μέρος και άρα στην εικόνα τα γράμματα είναι ανάποδα (μεγαλώστε)

300px-Al-Idrisi's_world_map

Οι αραβικοί χάρτες είχαν τον Νότο προς τα πάνω

Σήμερα υπάρχουν μόνο 10 αντίτυπα του βιβλίου. Δυο βρίσκονται στη Εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας και ένα άλλο στη κεντρική βιβλιοθήκη της Οξφόρδης. Στο βιβλίο-χάρτη αυτό υπάρχουν πληροφορίες για την Αφρική, τον Ινδικό ωκεανό, και τη Μέση Ανατολή (πληροφορίες από άραβες εμπόρους, και από γεωγράφους των κλασσικών χρόνων). Έτσι κατασκευάστηκε ο πιο ακριβής χάρτης του κόσμου της προ-μοντέρνας εποχής. Το έργο χρειάστηκε 18 χρόνια για να γίνει και είναι γραμμένο στα αραβικά. Ο χάρτης απεικονίζει την Ευρώπη, την Ασία και το βόρειο κομμάτι της Αφρικής.

Ο χάρτης του Idrisi προσανατολισμένος κατά τον επικρατούντα τρόπο (τώρα τα γράμματα είναι το πάνω-κάτω

Ο χάρτης του Idrisi προσανατολισμένος κατά τον επικρατούντα τρόπο (τώρα τα γράμματα είναι το πάνω-κάτω)

Στον Al- Idrisi αποδίδονται όμως και μια σειρά από άλλα έργα. Μια σειρά από κριτικές επιτομές, μια επιτομή με το όνομα Kitāb nuzhat al-mushtāq (λατινική έκδοση : Geographia Nubiensis), (γαλλική εκδοση: Géographie d’Édrisi), ένα βιβλίο ιατρικής θεματολογίας Kitāb al-adwiya al-mufradah (“Book of Simple Drugs”), στο οποίο είχε καταχωρήσει τα ονόματα των φαρμάκων σε 12 γλώσσες και τέλος ένα βιβλίο αραβικής λογοτεχνίας.9_039_04

Είναι λοιπόν φανερό ότι η προσφορά του Al-Idirsi στην επιστήμη της γεωγραφίας είναι πολύ μεγάλη, αφού έχουμε μια συγκεντρωμένη άποψη του τότε γνωστού κόσμου και σε χάρτες αλλά και σε γραπτά κείμενα. Οι πληροφορίες είναι πολλές και με μεγάλη ακρίβεια καταγεγραμμένες πράγμα εξαιρετικά δύσκολο για την εποχή που μιλάμε αφού δεν υπήρχε κανένα τεχνολογικά εξελιγμένο όργανο που θα βοηθούσε στις κατασκευές των χαρτών και στη συλλογή άλλων πληροφοριών όπως το κλίμα τις κάθε περιοχής (αυτή η πληροφορία υπάρχει στο tabula Rogeriana). Είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο έργο καταγραφής του τότε γνωστού κόσμου.

Εργασία για το μάθημα “Ανθρωπογεωγραφία-Ι”,

©Γιώργος Κώτσος, φοιτητής επί πτυχίω, Ιστορία, Τ.Ι. & Ε., Ιανουάριος 2009

.

Ταξίδια στην Ασία και την Αφρική 1325-1354

Ibn Battuta on Camel

Ibn Battuta (1304–1368 ή 1369) on Camel [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Αυτό που έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της αραβικής γεωγραφικής σκέψης και συνέβαλε  στη μεγάλη ανάπτυξή της, ήταν η θρησκευτική επιταγή για προσκύνημα, στους ιερούς τόπους της Μέκκας και της Μεδίνας (hajji) τουλάχιστον μια φορά στη ζωή κάθε μουσουλμάνου. Η προτροπή του προφήτη Μωάμεθ προς τους πιστούς για αναζήτηση της γνώσης, ακόμα και τόσο μακριά, όσο και  η Κίνα, είχε ως αποτέλεσμα να νομιμοποιηθεί το ταξίδι (Rihla) ακόμα και όταν αυτό δεν ανταποκρίνονταν πλήρως προς τους ιερούς σκοπούς (Duglas Bulls 2001). Παράλληλα, η ευρύτατη χρησιμοποίηση του χαρτιού, μεταξύ του 12ου και 14ου αιώνα συνέβαλε στην εμφάνιση πολυάριθμων ταξιδιωτικών οδηγών, που αναφέρονται στην περιγραφή διαδρομών αλλά και ιερών τόπων, όπως η Μέκκα και η Μεδίνα.

Οι ταξιδιωτικοί αυτοί οδηγοί (Rihme) συνδυάζουν γεωγραφικές και κοινωνικές πληροφορίες για τους επισκεπτόμενους τόπους και καταγράφουν τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του συγγραφέα από τη θρησκευτική εμπειρία του προσκυνήματος (hajji).Έτσι το είδος αυτό του ταξιδιωτικού οδηγού (Rihme) εξελίχθηκε σιγά-σιγά σε μια από τις κυριότερες μορφές τις Αραβικής λογοτεχνίας (Duglas Βulls 2001). Με αφετηρία το έργο του Ibn Jubuyr, το είδος του ταξιδιωτικού οδηγού φτάνει στην πληρέστερη μορφή του με το έργο του Ibn Battuta (Duglas Βulls 2001).

Στο πρώτο μέρος της  εργασίας  θα αναφερθούμε στις κυριότερους σταθμούς του ταξιδιού του Ibn Battuta, από τη γενέτειρα του την  Ταγγέρη του Μαρόκο μέχρι τα πέρατα της Κίνας και την επιστροφή στην πατρίδα του, όπου και κατέγραψε το σύνολο των εμπειριών του. Στο τελευταίο μέρος, γίνεται μια συνολική αποτίμηση της προσφοράς του  στην γεωγραφική και την εθνολογική έρευνα.

Η διαδρομή του Ibn Battuta (1325–1332) : Βόρεια Αφρική, Ιράκ, Περσία, Αραβική Χερσόννησος, Σομαλία, Ακτή Swahili. [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Η Ζωή και τα ταξίδια του

Ο Ibn Battuta σε γραμματόσημο του Μαρόκου

Ο Ibn Battuta σε γραμματόσημο Του Μαρόκου [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Ο Abki Abdullah Muhamad Ibn Battuta, γεννήθηκε στην Ταγγέρη του Μαρόκο, το 1304 μ.Χ. (ή το 1307 μ.Χ.). Ό,τι γνωρίζουμε για τον ίδιο και τη ζωή του, προέρχεται από τις προσωπικές του αφηγήσεις, τις οποίες υπαγόρευσε στον εκδότη του έργου του Ibn Jujayy ύστερα από προτροπή του Βεζίρη της Fez, ο οποίος ακούγοντας τον, αναγνώρισε ότι οι εμπειρίες του αξίζουν να καταγραφούν.

Έτσι από τις  αφηγήσεις του αυτές (αλλά και από κάποιες μεταγενέστερες βιογραφίες) μαθαίνουμε ότι η οικογένειά του ήταν αστοί, απόγονοί της βερβερικής φυλής της Lawita, ενώ ο ίδιος έλαβε την παραδοσιακή σχολαστική εκπαίδευση των μουσουλμάνων (Maaliki).

Σε ηλικία μόλις 21 ετών το 1325 μ.χ. ξεκίνησε το καθιερωμένο ταξίδι για προσκύνημα στη Μέκκα, ακολουθώντας την χερσαία διαδρομή, κατά μήκος της παραλιακής οδού που ενώνει το Μαρόκο με την Αίγυπτο και έφτασε  στο Κάιρο. Από το Κάιρο ταξίδεψε προς την Άνω Αίγυπτο με σκοπό να φτάσει στο λιμάνι του Αουντχάμπ και από εκεί στην Μέκκα. Όμως μια εξέγερση στο λιμάνι της πόλης ανέτρεψε τα σχέδια του ταξιδιού, και επέστρεψε πίσω στο Κάιρο. Από εκεί περνώντας από την έρημο του Σινά συνέχισε μέχρι τη Δαμασκό της Συρίας  (Ιμπν Μπαττούτα, 2000, Ταξίδια στην Ασία και την Αφρική: 1325-1354, Εισαγωγή- μετάφραση-σημειώσεις  Σίσση Σιαφάκα, γ΄ έκδοση, ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ:Ι:31-37). Την εποχή εκείνη η Αίγυπτος και η  Συρία ήταν περιοχές υποτελείς στην Δυναστεία των Μαμελούκων. Κατά τον 13ο αιώνα, ο μουσουλμανικός κόσμος ήταν διαιρεμένος σε δύο αυτοκρατορίες: στην αυτοκρατορία των Μογγόλων στο βορρά (κεντρική Ασία και Άπω Ανατολή)  και στη Δυναστεία των  Μαμελούκων στο νότο (Αίγυπτος, Συρία και μέχρι τον Ινδικό ωκεανό) (Montatori :177). Μετά τον προσυλιτισμό  των Μογγόλων στο Ισλάμ, έπαψε να υφίσταται η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου και των συναλλαγών και γενικότερα την οικονομική ευημερία σ’ ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Για αυτό και η εποχή αυτή αναφέρεται ως εποχή της Μετα-μογγολικής Αναγέννησης ή Pax Mongolica. O Battuta περιγράφει αυτό το κλίμα πολιτικής ηρεμίας και ασφάλειας στους δρόμους, αναφερόμενος στην άφιξη του στα σύνορα  της Συρίας  ως εξής :

« κανείς δεν επιτρέπεται να περάσει στη Συρία χωρίς διαβατήριο από την Αίγυπτο, για την προστασία της ιδιοκτησίας των υπηκόων αλλά και σαν μέτρο προστασίας για τυχόν κατασκόπους από το Ιράκ.»( Ι:33)

Η διαδρομή του Ibn Battuta (1332–1346) : (περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, Κεντρική Ασία, Ινδίες, ΝοτιοΑνατολική Ασία και Κίνα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Ibn Battuta

Ibn Battuta [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Στη Συρία επισκέφτηκε τις πόλεις Γάζα, Χεβρώνα, Ιερουσαλήμ, Βηθλεέμ, Tύρο Τρίπολη, Αντιόχεια, και τέλος τη Δαμασκό. Από την Δαμασκό ταξιδέψε με καραβάνι 800 μίλια  ( το αραβικό μίλι ήταν 1.8 μίλια ) για την Μεδίνα την πόλη ταφής του προφήτη Μωάμεθ και από εκεί για τη Μέκκα. Αφού όμως εκπλήρωσε το θρησκευτικό του καθήκον, δεν επέστρεψε πίσω στη γενέτειρα του αλλά συνέχισε το ταξίδι προς την Βαγδάτη. Περνώντας την Μεσοποταμία, επισκέφτηκε την Ναζάρ όπου βρίσκεται ο ιερός τάφος του χαλίφη Ali, ενός από τους τέσσερεις  «ορθόδοξους» Χαλίφες που οι Σιίτες θεωρούν ως το μόνο νόμιμο διάδοχο του προφήτη (Ζιάκα :28).

Πρώτο ταξίδι_Προσκυνημα στη Μέκκα

Πρώτο ταξίδι_Προσκυνημα στη Μέκκα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Στην συνέχεια επισκέφτηκε τη Μπεσφά, την Ισφαχάν και τη Σιράζ ( όπου περιγράφει και ένα πρωτόγνωρο για τα μουσουλμανικά δεδομένα έθιμο των γυναικών) και τέλος τη Βαγδάτη ( ΙΙ :72-73)

Στη Βαγδάτη ο Battuta εντυπωσιάσθηκε από την «περίτεχνη τακτοποίηση» της πόλης, αλλά βρήκε το δυτικό μέρος της παντελώς ερειπωμένο(προφανώς απ’ τη επιδρομή των Μογγόλων του Hulugu Khan το 1258 μ.χ).  Ο Battuta περιγράφει τις εντυπώσεις του από την ιστορική πόλη, με τα εξής λόγια:

«Σε καμία άλλη πόλη εκτός από τη Βαγδάτη δεν είδα τέτοια περίτεχνη τακτοποίηση , παρόλο που κάποιες άλλες πόλεις την πλησιάζουν σε αυτό το θέμα. Το δυτικό τμήμα της Βαγδάτης ήταν το πρώτο που κτίσθηκε αλλά τώρα το περισσότερο είναι ερειπωμένο. Παρόλα αυτά υπάρχουν ακόμα εκεί δεκατρείς συνοικίες η κάθε σαν μια ξεχωριστή πόλη έχοντας δύο ή τρία λουτρά, η κάθε μια( ΙΙ :79).

Ταξίδι στη Βαγδάτη, Μοσούλη, Ισφαχάν και δεύτερο προσκύνημα στη Μέκκα

Ταξίδι στη Βαγδάτη, Μοσούλη, Ισφαχάν και δεύτερο προσκύνημα στη Μέκκα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Ο τελευταίος σταθμός του προς τα βορειανατολικά της  Βαγδάτης ήταν η Μοσούλη και στη συνέχεια  επέστρεψε στη Μέκκα για ένα δεύτερο προσκύνημα (Hajji), όπου έμεινε ένα χρόνο. To 1330 φεύγει από τη Μέκκα και πηγαίνει στη Υεμένη. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στα ανατολικά παράλια της Αφρικής (Αιθιοπία, Μομπάσα, Mogatishu, Zanzibar κ.τ.λ.) επιστρέφει για ένα τρίτο προσκύνημα στην Μέκκα, όπου και παρέμενε για άλλο ένα χρόνο. Στη συνέχεια από το Άντεν της Υεμένης, επιβιβάσθηκε σε πλοίο για το Κάιρο και αφού πέρασε για δεύτερη φορά από τα εδάφη της Συρίας (Γάζα, Χεβρώνα, Ιερουσαλήμ, Ραμλάχ, Ακρ, Τρίπολη, Τζαμπάλα) έφτασε στην Λυσιγκίγια (Δαμασκός ). Από εκεί επιβιβάσθηκε σε ένα γενοβέζικο πλοίο για τη Μικρά Ασία ή Μπλάντ αρ Ρουμ (χώρα των Ελλήνων) όπως ο ίδιος την αποκαλεί, η οποία την εποχή αυτή βρίσκεται υπό την κατοχή των Σελτζούκων Τούρκων (ΙV: 105) .

Ταξίδι στην Αραβία και τα ανατολικά παράλια της Αφρικής

Ταξίδι στην Αραβία και τα ανατολικά παράλια της Αφρικής [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας περνώντας από Έφεσο, Σμύρνη(Γιασμίρ), Αϊδίνι, Μαγνησία και Προύσα, έφτασε μέχρι την Κουνίγια (Κόνια) και τη Σινώπη. Από εκεί διασχίζοντας τη Μαύρη θάλασσα, έφτασε στη Κάφα της Κριμαίας τη σημερινή Φεοντόσια, η οποία κατά το 13ο αιώνα υπήρξε ο μεγαλύτερος εμπορικός σταθμός των Γενοβέζων στη βόρεια ακτή της Μαύρης θάλασσας (ΙV: 127).

Με ένα καραβάνι του αρχηγού της Χρυσής Ορδής, Μοχαμάντ Ουζμπέγκ(1312-1340μ.χ.) έφτασε μέχρι την Αστραχάν και την νέα πρωτεύουσα Σαρά (Νέο Σαράϊ) κοντά στο ποταμό Βόλγα (ΙV:129). Στα τέλη του 13ο αιώνα και στις αρχές του 14ο αιώνα μ.Χ. η Μογγολική αυτοκρατορία που δημιούργησε ο Τζένγκις Χαν, ήταν διαιρεμένη σε τέσσερα Χανάτα : Του Μεγάλου Χαν της δυναστείας Γιουάν, που περιλάμβανε την Κίνα, την Μογγολία, και το Θιβέτ,  του Ιλ-Χαν, της δυναστείας του Χιουλαγκού, που περιλάμβανε το Ιράν, Ιράκ και Τουρκεστάν, το χανάτο του Τσαγκατάϊ,  που περιλάμβανε τις κεντρικές περιοχές, ανάμεσα στα Κουν-Λουν και Αλτάϊα όρη και τέλος το χανάτο της χρυσής ορδής της δυναστείας των Κιπκάπ που περιλάμβανε τις στέπες των Κιργισίων και τις κεντρικής και νότιας Ρούπα (Montatori: 178-179). Από το Αστραχάν συνόδευσε τη Χατούν Μπαϊαλούν, σύζυγο του Ουζμπέγκ Χαν  στη γενέτειρά της την Κωνσταντινούπολη ( πιθανόν πρόκειται για την φυσική κόρη του Ανδρόνικου του ΙΙΙ την οποία  αναφέρει ο συγγραφέας Γεώργιος Παχυμέρης στην «Ιστορία» του).

Η αυτοκρατορία των Μογγόλων τον 13ο αιώνα

Η αυτοκρατορία των Μογγόλων τον 13ο αιώνα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Στην  Κωνσταντινούπολη, έμεινε περισσότερο από ένα μήνα. Εκεί συνάντησε τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ΙΙΙ και  θαύμασε το Ναό της Αγίας Σοφίας (ΙV: 139). Ο  Ibn Battuta περιγράφει την πόλη της Κωνσταντινούπολης με τα εξής λόγια:

«Η πόλη είναι τεράστια και αποτελείται από δύο μέρη που χωρίζονται από έναν μεγάλο ποταμό (Το Χρυσό Κέρας- Κεράτιος Κόλπος), στον οποίο υπάρχει άμπωτη και παλίρροια. Παλιότερα υπήρχε επάνω του μια πέτρινη γέφυρα, αλλά ερείπωσε με τον καιρό, και το πέρασμα τώρα γίνεται με βάρκες. Το μέρος της πόλης στην ανατολική όχθη λέγεται Ισταμπούλ, και εκεί είναι η κατοικία του Αυτοκράτορα, των ευγενών και του υπόλοιπου πληθυσμού. Οι δρόμοι της είναι φαρδείς και στρωμένοι με πλάκες, το κάθε παζάρι έχει πύλες που κλείνουν τη νύχτα, και η πλειοψηφία των πωλητών και των τεχνιτών μέσα σ’ αυτά είναι γυναίκες. Η πόλη βρίσκεται στους πρόποδες ενός λόφου που προχωρά μέσα στη θάλασσα, γύρω στα εννιά μίλια, το πλάτος δε είναι το ίδιο ή και μεγαλύτερο. Στην κορφή του λόφου υπάρχει μια μικρή Ακρόπολη και το παλάτι του Αυτοκράτορα. Γύρω από αυτόν τον λόφο υπάρχει το τείχος που περιβάλλει την πόλη, και που είναι πολύ ισχυρό και δεν μπορεί να παρθεί με επίθεση από τη θάλασσα και περικλείει μέσα του δεκατρία πυκνοκατοικημένα χωριά. Η μεγάλη εκκλησία είναι στο κέντρο αυτού του τμήματος της πόλης. Το δεύτερο τμήμα, στη δυτική όχθη, λέγεται Γαλατάς, και το κατοικούν οι Φράγκοι χριστιανοί που μένουν εδώ. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν Γενοβέζοι, Βενετοί και κάτοικοι της Γαλλίας και είναι υπήκοοι του βασιλιά της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος ορίζει σαν αρχηγό τους κάποιον από αυτούς, και τον οποίο αυτοί εγκρίνουν, και ονομάζουν Κόμη. Πληρώνουν έναν ετήσιο φόρο στο βασιλιά της Κωνσταντινούπολης, αλλά συχνά επαναστατούν εναντίον του, και αυτός τους πολεμάει μέχρι που ο Πάπας κάνει ειρήνη ανάμεσά τους. Όλοι τους είναι έμποροι και ο λιμένας τους είναι ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο. Είδα εκεί περίπου εκατό γαλέρες και άλλα μεγάλα πλοία, τα δε μικρά πλοία ήταν τόσα πολλά που δεν ήταν δυνατό να μετρηθούν. Τα παζάρια σε αυτό το μέρος της πόλης είναι καλά αλλά βρώμικα, και ένα βρωμερό ποταμάκι  κυλάει ανάμεσά τους. Οι εκκλησίες τους επίσης είναι βρώμικες και φτωχικές».

Ταξίδι στην Ανατολία, Κριμαία, Αστραχάν, Κωνσταντινούπολη

Ταξίδι στην Ανατολία και την Μαύρη Θάλασσα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Στη συνέχεια επέστρεψε πίσω στη πρωτεύουσα Σαρά (Νέο Σεράϊ ) και από εκεί περνώντας την Κασπία θάλασσα και τη λίμνη Αράλη (στα όρια του χανάτου  του Κίπκαπ με το χανάτο Καγκατάϊ) έφτασε στην πόλη Μπουχάρα. Εκεί συνάντησε τον Χάνο του Κογκατάϊ -Τουρκεστάν, Τουρσασιρίν (V:152).

Από εκεί διασχίζοντας τα βουνά του Αφγανιστάν έφτασε στην Ινδία το 1334 μ.Χ. Από τον 11ο αιώνα Μουσουλμάνοι Τουρκικής καταγωγής από το Αφγανιστάν εξαπέλυσαν ιερό πόλεμο (Τζιχάντ)  εναντίον της ινδουιστικής αυτής περιοχής και επέβαλαν ένα νέο Μουσουλμανικό καθεστώς.  Οι Μουσουλμάνοι κατακτητές αντικατέστησαν τους παλιούς ινδουιστές αρχηγούς με ανθρώπους  της  εμπιστοσύνης τους μειώνοντας τους φόρους και δίνοντας οικονομικά κίνητρα στους φτωχούς κατοίκους της περιοχής .Με αντάλλαγμα  τον εξισλαμισμό τους πολλά μέλη της παλιάς ινδουιστικής αριστοκρατίας ανέλαβαν σημαντικά αξιώματα στο νέο καθεστώς. Παρέμεινε όμως η ανάγκη στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού με άτομα που θα διέθεταν μουσουλμανική παιδεία και θα ήταν της απολύτου εμπιστοσύνης του Σουλτάνου, λόγω των πολλών εξεγέρσεων, ενώ οι αποζημιώσεις στους κατόχους των κρατικών θέσεων, ήταν πλουσιοπάροχες. Ο Battuta έφτασε στην Ινδία την εποχή που βασίλευε ο Σουλτάνος Muhammed Tugulug. Λόγω της μόρφωσής του και της ταξιδιωτικής του εμπειρίας, αμέσως του ανατέθηκε το αξίωμα του δικαστή (qadi). Όμως γρήγορα έπεσε στη δυσμένειά του Σουλτάνου και ζήτησε να επιστρέψει στην Μέκκα.  Αντ’ αυτού ο Σουλτάνος του πρότεινε να γίνει πρεσβευτής του στην Κίνα.

Συνάντηση του Ibn Battuta και του Σουλτάνου Muhammed Tugulug του Δελχί

Συνάντηση του Ibn Battuta και του Σουλτάνου Muhammed Tugulug του Δελχί [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Στο δρόμο όμως μια συμμορία ληστών, τους λήστεψε και ο Battuta παραλίγο να χάσει τη ζωή του. Συνέχισε για την Καλκούτα, αλλά το πλοίο του βυθίστηκε και συνελήφθηκε από τον τοπικό βασιλιά της Σουμάτρα, Jamal all Din. Από τη Σουμάτρα  πέρασε στις Μαλβίδες νήσους, όπου διορίσθηκε αρχιδικαστής και έμεινε 9 μήνες ( VIII: 221). Από τις  Μαλβίδες, πέρασε στην Κεϋλάνη –Σρι-Λάγκα, όπου επισκέφτηκε το ιερό βουνό των Μουσουλμάνων Σερεντίπ ή Κορυφή του Αδάμ και στη συνέχεια επέστρεψε στις  Μαλβίδες  όπου επιβιβάστηκε σ’ ένα κινέζικο τζάνκ (μεγάλο κινέζικο πλοίο ) για την Κίνα. Ο  Battuta στο σημείο αυτό μας δίνει μια λεπτομερή περιγραφή των μεγάλων κινέζικων πλοίων τύπου τζάνκ ως ακολούθως: (VII: 219)

«Τα κινέζικα πλοία είναι τριών ειδών: τα μεγάλα πλοία λέγονται τζανκ, τα μεσαίου μεγέθους λέγονται ζάο, και τα μικρά λέγονται κακάμ. Τα μεγάλα πλοία έχουν από δώδεκα μέχρι τρία πανιά, τα οποία είναι φτιαγμένα από βέργες μπαμπού πλεγμένες όπως η ψάθα. Ποτέ δεν τα μαζεύουν αλλά τα γυρίζουν προς ην κατεύθυνση του ανέμου και στο αγκυροβόλημα τα αφήνουν να ανεμίζουν στον άνεμο. Ένα πλοίο κουβαλάει χίλιους ανθρώπους, εξακόσιοι από τους οποίους είναι ναύτες και οι τετρακόσιοι οπλίτες, όπως τοξότες, άντρες με ασπίδες και άλλοι που πετάνε νάφθα. Κάθε μεγάλο πλοίο συνοδεύεται από τρία μικρότερα, τα λεγόμενα «μισό», «τρίτο» και «τέταρτο». Αυτά τα πλοία τα ναυπηγούν μόνο στις πόλεις Ζαϊτούν και Σιν-Καλάν {Καντώνα}. Το πλοίο έχει τέσσερα καταστρώματα και περιέχει δωμάτια, καμπίνες και ποτοπωλεία για τους εμπόρους. Η κάθε καμπίνα έχει δωμάτια, και ένα νιπτήρα και μπορεί να κλειδωθεί από τον κάτοχό της ο οποίος παίρνει μαζί του τις γυναίκες του και τις σκλάβες του. Συχνά κάποιος μπορεί να ζει στην καμπίνα του χωρίς να γνωριστεί με τους άλλους στο πλοίο μέχρι που θα συναντηθούν όλοι όταν φτάσουν σε κάποιο λιμάνι. Οι ναύτες έχουν τα παιδιά τους που ζούνε μαζί τους πάνω στο πλοίο, και καλλιεργούν λαχανικά και τζίντζερ σε ξύλινες λεκάνες. Ο αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη είναι σαν ένας σπουδαίος εμίρης. Όταν αποβιβάζεται, μπροστά του πηγαίνουν τοξότες και Αβησσυνοί με ακόντια, σπαθιά, τρομπέτες και τύμπανα. Φθάνοντας στο σπίτι που ο κύριός τους πρόκειται να μείνει, τοποθετούν τις λόγχες τους στις δύο πλευρές της πόρτας, και αυτό συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής τους. Μερικοί Κινέζοι είναι ιδιοκτήτες πάμπολλων πλοίων με τα οποία οι πράκτορές τους στέλνονται στις ξένες χώρες. Δεν υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι πλουσιότεροι από τους Κινέζους».

Κινέζικο Τζανκ του 14ου αιώνα

Κινέζικο Τζανκ του 14ου αιώνα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Με το τζάνκ πέρασε από την Σιταγκόγκ (Μπαγκλαντές) την Σουμάτρα – Ιάβα, το Βιετνάμ και έφτασε τελικά στην Κανζού–φου η οποία είναι κατά πάσα πιθανότητα η σημερινή Κιεν –Τσάγκ –φου στην επαρχία του Κιάγκ –Σι της νοτιοανατολικής παραλίας της Κίνας, όπου έμεινε για 15 ημέρες (ΧΙ:274). Ο Battuta επισκεπτόμενος την Κίνα στο τελευταίο διάστημα της Μογγολικής ιεραρχίας, περιγράφει μια ισχυρή και ασφαλής χώρα που εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει :

«Η Κίνα είναι η πιο ασφαλής και οργανωμένη χώρα για έναν ταξιδιώτη. Μπορεί κάποιος να ταξιδεύει για εννιά μήνες εκεί, έχοντας μαζί του μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς να έχει τίποτε να φοβηθεί. Το σύστημα με το οποίο κάνουν τους ταξιδιώτες να είναι και να αισθάνονται ασφαλείς είναι το εξής: σε κάθε ταχυδρομικό σταθμό στη χώρα τους οι Κινέζοι έχουν και ένα πανδοχείο το οποίο διευθύνει ένας αξιωματούχος, που έχει για βοηθούς του αρκετούς στρατιώτες από το πεζικό και το ιππικό. Μετά τη δύση του ηλίου, αυτός ο αξιωματούχος επισκέπτεται το πανδοχείο, με τους υπαλλήλους του, καταγράφει τα ονόματα όλων των ταξιδιωτών που περνάνε εκεί τη νύχτα, σφραγίζει τη λίστα και τους κλειδώνει στο πανδοχείο. Μετά την ανατολή του ηλίου, επιστρέφει ξανά, φωνάζει τον καθένα με το όνομά του, και γράφει μια λεπτομερή καταγραφή του καθενός στον κατάλογο. Κατόπιν στέλνει μαζί τους έναν συνοδό να τους οδηγήσει στον επόμενο σταθμό, ο οποίος γυρνώντας φέρνει μαζί του και ένα πιστοποιητικό από το διευθυντή του εκεί σταθμού ότι όλα τα αναφερόμενα στη λίστα πρόσωπα έφτασαν στο σταθμό. Εάν ο οδηγός δεν δείξει αυτό το έγγραφο, παραμένει υπεύθυνος γι’ αυτούς. Αυτήν την τακτική ακολουθούν σε όλη τη χώρα τους, από το σταθμό του Σιν-ας-Σιν μέχρι και το σταθμό ου Χαν-Μπαλίκ. Σ’ αυτά τα πανδοχεία ο ταξιδιώτης βρίσκει ότι θελήσει, ειδικά όρνιθες και χήνες. Τα πρόβατα είναι σπάνια σε αυτή τη χώρα». (ΧΙ: 269-270)

Κινέζικα Junks και άλλες κατασκευές των ντόπιων [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

«Σ’ αυτή την περιοχή δεν βρίσκεις καθόλου μουσουλμάνους εκτός από κάποιους περαστικούς ταξιδιώτες , γιατί αυτή η χώρα δεν είναι για συνεχή διαμονή , λόγω του ότι δεν υπάρχει καμιά μεγάλη πόλη, μόνο χώρια και τεράστιες εκτάσεις γεμάτες με καλαμπόκι, οπωροφόρα δέντρα και ζαχαροκάλαμο. Πουθενά στον κόσμο δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο εκτός από ένα μέρος, τεσσάρων ημερών ταξίδι μεταξύ Ανμπάρ και Ανά (στο Ιράκ ). Κάθε βράδυ κατεβαίνουν στην όχθη για να προμηθευτούμε από τα χωριά ό,τι είχαμε ανάγκη σαν καλεσμένοι του Σουλτάνου». (ΧΙ: 279)

Ταξίδι στην Ινδία, ΝοτιοΑνατολική Ασία και ανατολική Κίνα, ως το Πεκίνο

Ταξίδι στην Ινδία, ΝοτιοΑνατολική Ασία και ανατολική Κίνα, ως το Πεκίνο [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Έτσι επιστρέφοντας  στην Καντζάν-φου , αποφάσισε να επιστρέψει πίσω. Με το κινέζικο  τζάνκ επέστρεψε στη Σουμάτρα όπου έμεινε λίγες εβδομάδες και στη συνέχεια με το πλοίο συνέχισε για Κεϋλάνη και Ινδία μέχρι την Καλκούτα. Δίστασε όμως να επιστρέψει στο Δελχί και αποφάσισε να πάει για ένα νέο προσκύνημα στη Μέκκα. Φτάνοντας στο Ζafur, στη νότια ακτή τις Αραβικής χερσονήσου και διασχίζοντας τις περιοχές της αυτοκρατορίας του Ιλχανάτου έφτασε στη Δαμασκό της Συρίας. Στη διαδρομή για τη Συρία μαθαίνει για την επιδημία βουβωνικής πανώλης(μαύρος θάνατος) που ξέσπασε στη περιοχή. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, στη Δαμασκό οι νεκροί έφτασαν τους 2400 κάθε μέρα, ενώ κάθε δραστηριότητα της πόλης είχε παγώσει (ΧΙΙ:289).

Συνεχίζοντας το ταξίδι του πέρασε από την Παλαιστίνη, το Κάιρο και την Άνω Αίγυπτο (Σαϊντ) και διασχίζοντας την Ερυθρά θάλασσα, έφτασε στην Τζέντα και από εκεί συνέχισε για Μέκκα .

Από τη Μέκκα, ταξίδεψε με καραβάνι στη Μεδίνα και από εκεί επέστρεψε πίσω στο Κάιρο, περνώντας από τη Γάζα (ΧΙΙ: 289). Στην Αίγυπτο πληροφορήθηκε το θάνατο της  μητέρας του στην Ταγγέρη και επέστρεψε στο Μαρόκο. Γρήγορα όμως αποφάσισε να φύγει για να πάρει μέρος στον ιερό πόλεμο, εναντίον του χριστιανού βασιλιά Αλφόνσο του 11ου, που απειλούσε τις μουσουλμανικές κτήσεις της Ανδαλουσίας (Ισπανίας) (ΧΙΙΙ: 297). Ο θάνατος όμως του χριστιανού ηγεμόνα από πανούκλα, επέτρεψε στο Buttuta, να επωφεληθεί και να επισκεφτεί τη Valencia και τη Γρανάδα  κατά την παραμονή του στην Ισπανία (ΧΙΙΙ:300-301). Επιστρέφοντας στο Μαρόκο, αποφάσισε να επισκεφτεί τη χώρα των Νέγρων στο Μαλλί της Δυτικής Αφρικής (XIV:305). Όταν το 1326 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Κάιρο, πιθανόν να είχε ακούσει για την επίσκεψη του Mansa-Musa, βασιλιά του Μαλλί, το πέρασμα του οποίου από το Κάιρο το 1324 έμεινε αξιομνημόνευτο. Ο βασιλιάς αυτός, σπατάλησε τόσο χρυσό, που κλονίστηκε η οικονομία της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Η τελευταία διαδρομή του Ibn Battuta (1349–1354) : Βόρεια Αφρική, Ισπανία και Δυτική Αφρική [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Η Δυτική Αφρική την εποχή εκείνη παρήγαγε τα 2/3 της παγκόσμιας αγοράς χρυσού, καθώς και πολλά άλλα πολύτιμα μέταλλα και άλλα προϊόντα. ( Η Taghaza ήταν το κέντρο του εμπορίου αλατιού). Από τη Fez o Battuta πέρασε από την Taghaza και διασχίζοντας το Νίγηρα (που τα χρόνια εκείνα πιστεύουν πως είναι ο Νείλος) έφτασε στην πρωτεύουσα του Μαλλί, όπου συνάντησε το βασιλιά Monsu Sulaymon. Απογοητευμένος όμως από τον τρόπο ζωής και τα έθιμα των νέγρων μουσουλμάνων του Μαλλί, αυτός ο «ορθόδοξος» μουσουλμάνος, έμεινε εννέα μήνες και στη συνέχεια επέστρεψε στο Μαρόκο το 1354. Εκεί διορίστηκε δικαστής και άρχισε να καταγράφει τις εμπειρίες του εικοσάχρονου ταξιδιού του.

Δικάταρτο Dhow του 14ου αιώνα, που διέσχιζε την Αραβική Θάλασσα

Δικάταρτο Dhow του 14ου αιώνα, που διέσχιζε την Αραβική Θάλασσα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Αποτίμηση του έργου του

Το έργο του Ibn Battuta «Ταξίδια στην Ασία και την Αφρική: 325-1354» , δεν είναι μόνο ένα έξοχο λογοτεχνικό αφήγημα αλλά και ένα από τα πολυτιμότερα ιστορικά ντοκουμέντα της εποχής του 14ου αιων. μ.Χ. Οι ιστορικές πληροφορίες που αντλούμε από αυτό, είναι ως επί το πλείστον αξιόπιστες. Οι λανθασμένες πληροφορίες αναφέρονται κυρίως σε ονόματα μη μουσουλμανικά, αλλά και πάλι είναι αξιοθαύμαστο το πόσο λίγα είναι αυτά τα λάθη, σε σχέση με τον πλούτο των πληροφοριών και το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές, καταγράφηκαν από μνήμης (Hamilton-Alexander Gibb Introduction :10). Για παράδειγμα όταν αναφέρεται στον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον 2ο (παππού  του Ανδρονίκου του 3ου, το οποίο συνάντησε σύμφωνα με τα λεγόμενα του) τον αποκαλεί Γεώργιο.

Πέρα όμως από την ακρίβεια των ιστορικών του αφηγήσεων, το έργο του Battuta είναι και ντοκουμέντο για τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, τις δραστηριότητες και τις ασχολίες των ανθρώπων του τέλους του Μεσαίωνα και όχι μόνο των μουσουλμάνων. Και ενώ ο 14ος αιώνας υπήρξε για την Ευρώπη εποχή σοβαρών ανακατατάξεων, αλλά ταυτόχρονα και δυστυχίας και βασάνων, για το μουσουλμανικό κόσμο υπήρξε εποχή πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης. Επιπλέον, η ασφάλεια στους δρόμους που εγγυώνταν οι ισχυροί μουσουλμάνοι ηγέτες υπήρξε ασυνήθιστα ευνοϊκή για την ανάπτυξη των συναλλαγών και για τα εμπορικά ταξίδια. Οι χριστιανικές Σταυροφορίες για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων, δεν ήταν παρά μια θλιβερή ανάμνηση για τους μουσουλμάνους. Περιοχές όπως η Αίγυπτος και η Συρία, γνώρισαν, ιδιαίτερα μετά το 1303, μια απίστευτη πολιτική ηρεμία και συνθήκες ασφάλειας, κάτω από την εξουσία ισχυρών Σουλτάνων. Μια μεγάλη ποικιλία ισλαμικών πολιτισμών αναπτύχθηκε κάτω από το κοινό αξιακό υπόστρωμα, που προσέφερε ο Ιερός Νόμος (Κοράνι) και ενισχύθηκε από τις μετακινήσεις πνευματικών ανθρώπων, θεολόγων, εμπόρων και ανθρώπων των τεχνών. Το αποτέλεσμα ήταν να διαμορφωθεί  ένα πνεύμα αλληλεγγύης και συναδέλφωσης ανάμεσα στο μουσουλμανικό κόσμο, που όμοιό του δεν γνώρισε από πότε η ανθρωπότητα. Κάτω από αυτές της συνθήκες, ο κάθε μουσουλμάνος,  ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη και μόρφωση μπορούσε να μετακινηθεί εύκολα και χωρίς μεγάλο οικονομικό κόστος, μέχρι τα πέρατα της αχανούς αυτοκρατορίας και κυρίως να επισκεφθεί τους ιερούς τόπους για να εκπληρώσει το ιερό καθήκον του προσκυνήματος.

Οι δρόμοι του προσκυνήματος στη Μέκκα

Οι δρόμοι του προσκυνήματος στη Μέκκα [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Η ασφάλεια στους δρόμους που εξασφαλίζονταν από συνεχείς κρατικούς ελέγχους στα σύνορα (ιδιαίτερα μέσα στο κράτος των Μαμελούκων) αποτελούσε σημαντικό κίνητρο για όσους ήθελαν να ταξιδέψουν, είτε για εμπορικούς, είτε για θρησκευτικούς λόγους.  Το καραβάνι ήταν ένα μέσο προστασίας από τις επιθέσεις ληστών και συμμοριών. Στα μεγάλα κέντρα όπως και στους ενδιάμεσους σταθμούς  υπήρχαν ξενώνες και χώροι υποδοχής όπου οι ταξιδιώτες απολάμβαναν φιλοξενία, τροφή και στέγη δωρεάν. Ο ίδιος ο  Ibn Battuta, επωφελήθηκε στο έπακρο από το πνευματικό αυτό κλίμα. Ξεκινώντας από την Ταγγέρη σχεδόν έφηβος και χωρίς χρήματα, κατάφερε να διασχίσει μια απόσταση 75000 χιλιομέτρων (περνώντας από  σαράντα σημερινές χώρες ) για να φτάσει στο Πεκίνο, ενώ μπόρεσε να επισκεφθεί και τέσσερις φορές την Μέκκα για προσκύνημα. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού, επισκέφτηκε τους περισσότερους λαούς του τότε γνωστού κόσμου και συνάντησε εξήντα αρχηγούς κρατών και υπηρέτησε ως σύμβουλος πολλών από αυτούς. Τα έθιμα και οι συνήθειες των λαών αυτών που περιγράφονται στο έργο του, είναι από τις  πολυτιμότερες  εθνολογικές μαρτυρίες για την ζωή των ανθρώπων του τέλους του μεσαίωνα.

Γραμματόσημο με δικάταρτο αραβικό Dhow του 14ου αιώνα (Aden, 1937)

Γραμματόσημο με δικάταρτο αραβικό Dhow του 14ου αιώνα (Aden, 1937) [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Ένα τελευταίο σημείο όπου έχει στραφεί  η προσοχή πολλών  ερευνητών του έργου του, τα τελευταία χρόνια, είναι το ζήτημα της κατηγοριοποίησης.  Σύμφωνα με τον Duglas Βulls(2001) η Rihla (ταξιδιωτικός οδηγός των μουσουλμάνων) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αυτό που σήμερα ονομάζουμε προφορική ιστορία, και ο  Ibn Battuta, το ίδιο κάνει όταν υπαγορεύει τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες στο βιογράφο του Ibn Jujayy κατά την συνήθεια της εποχής.  Σε αντίθετη όμως με παρόμοιους ταξιδιωτικούς οδηγούς που περιγράφουν θρησκευτικές εμπειρίες των συντακτών τους, το έργο του Battuta εμπεριέχει πάρα πολλές κοσμικές αναφορές. Για παράδειγμα αναφέρεται σε ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της εποχής  του και δίνει  πληροφορίες για τις πόλεις και τους  τόπους  που επισκέφτηκε και τις προσωπικότητες της πολιτικής που συνάντησε.  Επίσης συχνά περιγράφει τα τοπικά έθιμα,  τις  συνήθειες και τις ασχολίες  των ανθρώπων της εποχής και δίνει γεωγραφικές πληροφορίες που αποκόμισε από τις προσωπικές του εξερευνήσεις. Με άλλα λόγια καταπιάνεται με θέματα, πέραν του καθιερωμένου τύπου πληροφοριών ενός απλού ταξιδιωτικού οδηγού, ταυτόχρονα όμως ξεπερνά και το είδος της κλασσικής ιστορικής αφήγησης. Από αυτήν την άποψη το έργο του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια  πρώιμη μορφή εθνολογικής ιστορίας, που όμοιές της θα εμφανιστούν πολύ αργότερα, μετά τον 18ο αιώνα.

Βιβλιογραφία

Ibn Battuta (2004) Travels in Asia and Africa, 1325-1354, Μεταφράση Hamilton Alexander Rosskeen Gibb, Edition: reprint, illustrated, Routledge, , ISBN 0415344735, 9780415344739

Bullis Duglas, «View a map of the journeys», στο  Saudi Aramco World, july/August 2000

Mondadori, Arn. (ed.), 2000, Σύγχρονη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια, Ιστορία, τ.2, Μιλάνο

Ιμπν Μπαττούτα (2000) Ταξίδια στην Ασία και την Αφρική 1325-1354, Εισαγωγή- μετάφραση-σημειώσεις  Σίσση Σιαφάκα, γ΄ έκδοση, ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ

Online κείμενα

The Islamic World to 1600

A.S. Chughtai, Ibn Battuta–the great traveller”


Αποσπάσματα από το έργο του Ibn Battuta (pdf)

Ibn Battuta

Ibn Battuta [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Εργασία για το μάθημα «Ανθρωπογεωγραφία-Ι»,

© Δημήτρης Γκόκης,

10° εξάμηνο/Εθνολογία, Κομοτηνή, Μάιος 2009.-

.

.

.

Ένα μάθημα αστικής κοινωνικής γεωγραφίας

Ο Charles Baudelaire (1821-1867), σε κτήριο, καθώς τελειώνει η ταινία - Charles Baudelaire (1821–1867), on a building, at the end of the movie - Charles Baudelaire (1821-1867), sur un bâtiment, à la fin du film [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ (1821-1867), τοιχογραφία σε κτήριο, καθώς τελειώνει η ταινία — Charles Baudelaire (1821–1867), mural on a building, at the end of the movie — Charles Baudelaire (1821-1867), murale sur un bâtiment, à la fin du film [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Το πόστερ της ταινίας "Το μίσος" του Mathieu Kassovitz (1995) - The poster of the movie "Hate" by Mathieu Kassovitz (1995) - L'affiche du film "La haine" de Mathieu Kassovitz (1995) [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Το πόστερ της ταινίας «Το μίσος» του Mathieu Kassovitz (1995) — The poster of the movie «Hate» by Mathieu Kassovitz (1995) — L’affiche du film «La haine» de Mathieu Kassovitz (1995) [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Εργασία εαρινού εξαμήνου, για το μάθημα «Ανθρωπογεωγραφία-Θεματικές Περιοχές», του Δημήτρη Γκόκη, φοιτητή επί πτυχίω, κατεύθυνση «εθνολογία«, Κομοτηνή, Μάρτιος 2009.

Η ταινία “La Haine” (Το μίσος) του Mathieu Kassovitz (1995), εντάσσεται στην κατηγορία των λεγόμενων «ταινιών της πόλης» (banlieue films), που έκαναν την εμφάνιση τους στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 [1].

Στην πλειοψηφία τους, οι ταινίες αυτές επικεντρώνονται στα φαινόμενα και τις επιπτώσεις της κοινωνικής κρίσης στη σημερινή Γαλλία, μέσα από μια μετααποικιακή κριτική προσέγγιση. Οι ταινίες αυτές ήρθαν να αμφισβητήσουν το ιστορικά διαμορφωμένο consensus για τη σχέση ανάμεσα στο αστικό κέντρο και τα περίχωρα του (banlieues) και τον κυρίαρχο ηγεμονικό λόγο για την οικουμενική αξία της ιδιότητας του πολίτη (citoyenneté), που πρώτη καθιέρωσε η Γαλλική επανάσταση, καταδεικνύοντας τη σχετικότητα της, όταν αυτή αναφέρεται στο αποικιοκρατικό παρελθόν της χώρας.
Οι περισσότερες «ταινίες της πόλης» έχουν ως κοινό μοτίβο το «ταξίδι» μεταξύ της πόλης και των προαστίων της, μέσα από το οποίο αναδεικνύονται οι εθνοτικές διαφορές και οι πρακτικές χωροκοινωνικού διαχωρισμού που καταλήγουν στη δημιουργία εθνοτικών ταυτοτήτων[2].
Το «La Haine» του Mathieu Kassovitz, είναι η πλέον αντιπροσωπευτική και δημοφιλής ταινία αυτής της κατηγορίας.
Στην εργασία αυτή, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε, τα αφηγηματικά και μορφολογικά στοιχεία της ταινίας, μέσα από τα οποία «κατασκευάζεται» η εθνοτική-κοινωνική ταυτότητα των πρωταγωνιστών της, στο πλαίσιο μιας κοινωνικογεωγραφικής προσέγγισης. Πριν όμως από αυτό, θα αναφερθούμε με συντομία στο περιεχόμενο της ταινίας.

Πλοκή της ταινίας

a
Η ταινία χαρτογραφεί ένα 24ωρο συναισθηματικής έντασης με τραγική κατάληξη, τριών μεταναστών, έπειτα από μια εξέγερση νεαρών στα Παρισινά προάστια (banlieues)[3]. Οι πρωταγωνιστές, μια παρέα τριών νεαρών φίλων, που κατάγονται από διαφορετικές εθνικές ομάδες και ζουν σε ένα υποβαθμισμένο οικοδομικό συγκρότημα στέγασης μεταναστών (ZUP – Zone à Urbaniser en Priorité) στα προάστια του Παρισιού: ο Vince είναι εβραίος, ο Hubert είναι μαύρος και ο Saїd είναι Άραβας. Ο τέταρτος φίλος της παρέας ο νεαρός Abdel, έπεσε θύμα της αστυνομικής βίας κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και βρίσκεται σε κώμα στο νοσοκομείο. Ο Vince, ο πιο ευέξαπτος της παρέας, ορκίζεται ότι σε περίπτωση που ο φίλος τους πεθάνει, θα εκδικηθεί σκοτώνοντας έναν αστυνομικό, χρησιμοποιώντας το υπηρεσιακό περίστροφο που χάθηκε κατά τη διάρκεια των επεισοδίων. Το κοινό στοιχείο που συνέχει τα μέλη της παρέας, παρά τη διαφορετική τους εθνική προέλευση, είναι ο κοινός τρόπος ζωής και η συνείδηση της κοινωνικής τους ταυτότητας: είναι νέοι, άνεργοι και βιώνουν το φάσμα του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, το ρατσισμό και την απόρριψη και δεν ελπίζουν σε τίποτα.

Μηχανισμοί κατασκευής της κοινωνικής-εθνοτικής ταυτότητας στον αστικό χώρο

la_haine_2

Το “La Haine”, δεν επικεντρώνεται τόσο στις εθνοτικές διαφορές αυτές καθαυτές, αλλά πρωτίστως στη διαδικασία συγκρότησης τους μέσα από πρακτικές επιβολής χωρο-κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κυρίως ανάμεσα στο αστικό κέντρο και τα περίχωρα του. Ανέκαθεν τα Γαλλικά προάστια ήταν τόπος εγκατάστασης της εργατικής τάξης, ενώ αντίθετα στο αστικό κέντρο της πρωτεύουσας διέμεναν τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ήδη από τα μέσα του 19ου αι., οι γαλλικές banlieues ήταν ένας χώρος απομονωμένος και στιγματισμένος, ενώ από τη δεκαετία του ’60 με την εγκατάσταση μεταναστών από τις πρώην αποικίες, μετατράπηκαν σε χώρους μαζικής στέγασης μεταναστών, μέσα σε τεραστίων διαστάσεων οικοδομικά τετράγωνα, συνήθως κρατική ιδιοκτησίας, τα λεγόμενα logements sociaux ή grands ensembles [4] . Από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, με τη ραγδαία αποβιομηχάνιση, την εμφάνιση της μαζικής ανεργίας και φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού, οι γαλλικές banlieues αποκτούν χαρακτήρα ghetto και γίνονται εστίες ταραχών και εξεγέρσεων νεαρών μεταναστών, με χαρακτηριστικότερες αυτήν του καλοκαιριού του 1991 (é chaud ) και αποκορύφωμα αυτή του 2005, την οποία ουσιαστικά προαναγγέλλει και η συγκεκριμένη ταινία.

slide4

(μεγαλώστε)

Η διαδικασία συγκρότησης της κοινωνικής ταυτότητας, σύμφωνα με την κοινωνική γεωγραφία, είναι μια κοινωνική διεργασία[5]. Η ταυτότητα των ανθρώπων και η κοινωνική τους διαφοροποίηση, δεν συγκροτείται στη βάση «εγγενών» χαρακτηριστικών, αλλά είναι μια κοινωνική κατασκευή. Τα άτομα δεν είναι ελεύθερα να γίνουν αυτό που τα ίδια θα αποφασίσουν να γίνουν. Η κοινωνία επιβάλλει περιορισμούς στα ίδια και τη ζωή τους. Χαρακτηριστικά όπως το φύλο, η ηλικία, η εθνικότητα, η κοινωνική θέση, ο τόπος κατοικίας μας κλπ., δηλαδή όλα όσα συγκροτούν την υποκειμενική μας ταυτότητα, είναι κοινωνικά καθορισμένα και πολιτισμικά νοηματοδοτημένα.
Η διαδικασία κατασκευής της κοινωνικής ταυτότητας, ξεκινά με τη θεσμοθέτηση της διαφοράς μέσω μηχανισμών που επιβάλλουν ερμηνείες σχετικά με το νόημα της κοινωνικά αποδιδόμενης διαφοράς, ενώ μέσα από κοινωνικές και θεσμικές πρακτικές παγιώνεται η νοηματοδότηση και συμβολοποιούνται οι κοινωνικές ανισότητες. Η χωρική διαφοροποίηση είναι ένας από αυτούς τους μηχανισμούς θεσμοθέτησης της διαφοράς και της κοινωνικής ανισότητας. Η εκπαίδευση και το σωφρονιστικό σύστημα, ανήκουν επίσης στην ίδια κατηγορία μηχανισμών. Ο χώρος, ως συμβολική έννοια, νοηματοδοτεί και οργανώνει τις κοινωνικές σχέσεις, επιβάλλοντας συγκεκριμένες ερμηνείες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και συγκροτούμε την κοινωνική μας ταυτότητα.
Η χωρική διαφοροποίηση είναι ένας από αυτούς τους μηχανισμούς θεσμοθέτησης της διαφοράς και της κοινωνικής ανισότητας. Η εκπαίδευση και το σωφρονιστικό σύστημα, ανήκουν επίσης στην ίδια κατηγορία μηχανισμών. Ο χώρος, ως συμβολική έννοια, νοηματοδοτεί και οργανώνει τις κοινωνικές σχέσεις, επιβάλλοντας συγκεκριμένες ερμηνείες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και συγκροτούμε την κοινωνική μας ταυτότητα.

slide2

Η αστική κοινωνική γεωγραφία ενδιαφέρεται πρωτίστως για την διαδικασία χωρικής διαφοροποίησης – απομόνωσης , που οδηγεί στην κατασκευή της εθνοτικής ταυτότητας ορισμένων κοινωνικών ομάδων που διαμένουν στον αστικό χώρο[6]. Στο πλαίσιο αυτό οι κοινωνικές ομάδες που δεν πληρούν τα πρότυπα του κυρίαρχου ηγεμονικού λόγου, χαρακτηρίζονται ως «απόβλητες» και «στιγματίζονται», ενώ μέσα από στερεοτυπικές αντιλήψεις για τον τρόπο ζωής τους, που προβάλλονται καθημερινά από τα ΜΜΕ, οι ομάδες αυτές περιθωριοποιούνται, γκετοποιούνται και απομονώνονται κοινωνικά από το υπόλοιπο αστικό σώμα[7].

Οι κοινωνικά αποκλεισμένες αυτές ομάδες, υφίστανται τις συνέπειες συγκεκριμένων χωρικών ρυθμίσεων και θεσμικών πρακτικών, που παγιώνουν, τόσο σε συμβολικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο, την πλήρη απομόνωση τους από τον υπόλοιπο αστικό ιστό. Ακίνδυνες από μια πρώτη ματιά συγκοινωνιακές, κυκλοφοριακές, πολεοδομικές ρυθμίσεις, καθώς και κρατικές πολιτικές προστασίας της αξίας των ακινήτων στις εύπορες αστικές συνοικίες, εγγυώνται ότι δεν θα έρθουν σε επαφή οι «προστατευόμενες» εύπορες κοινωνικές ομάδες με τους κοινωνικά «απόβλητους» παρίες του αστικού χώρου[8]. Επιπλέον ένα εκτεταμένο αστυνομικό δίκτυο γύρω από τις περιοχές που κατοικούν, ενισχύει ακόμα περισσότερο την πλήρη απομόνωσή τους. Η συμπεριφορά τους ποινικοποιείται και γίνεται αντικείμενο αστυνομικής και κρατικής καταστολής[9].la-haine1

Διαστάσεις της χωρικής διαφοροποίησης–απόστασης στην ταινία “La Haine”.

Όπως είδαμε, η ανάδειξη της εθνοτικής διαφοράς, δεν αποτελεί σημαντική συνιστώσα στην ταινία του Mathieu Kassovitz. Και αυτό γιατί οι εθνοτικές διαφορές αντιμετωπίζονται στην ταινία ως διαμεσολαβημένες, κοινωνικές ανισότητες. Η παρέα των τριών φίλων της ταινίας, αν και εθνικά – φυλετικά ανομοιογενής, έχει μια κοινή κοινωνική ταυτότητα: είναι νέοι, άνεργοι και κάτοικοι των Γαλλικών banlieues. Ο στιγματισμός τους δεν αναφέρεται στη φυλετική τους «φυσιογνωμία» (τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν φαίνεται από την ταινία), αλλά μάλλον στην κοινωνική και χωρική τους διαφοροποίηση ως νέοι, άνεργοι και κάτοικοι των προαστίων, τα οποία αντιπροσωπεύουν στην συνείδηση του υπόλοιπου κόσμου και στις τηλεοπτικές συζητήσεις, τη συμβολική αναπαράσταση της βίας και της εγκληματικότητας. Εξάλλου το κοινωνικό προφίλ τους δεν διαφέρει σε τίποτε από αυτό των γηγενών Γάλλων, που ζουν στις ίδιες φτωχογειτονιές[10]. Ο τρόπος ζωής τους αντιπαρατίθεται στον τρόπο ζωής των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Γαλλικής πρωτεύουσας, που στην ταινία αντιπροσωπεύεται από το χώρο της γκαλερί τέχνης, την οποία επισκέπτονται οι τρεις νεαροί, αφότου έχουν χάσει το τελευταίο τρένο για την επιστροφή: όλη η συμπεριφορά τους εκεί φαντάζει ά-τοπη και αταίριαστη με τον συγκεκριμένο χώρο, για αυτό και αποβάλλονται αμέσως ως ανεπιθύμητοι[11].slide1

Η κοινωνική διάσταση του χώρου είναι παρούσα σε ολόκληρη την ταινία. Ο χώρος της ταινίας δεν είναι ο αντικειμενικός ευκλείδειος χώρος, αλλά μια ασυνεχής και διαμεσολαβημένη κοινωνική πραγματικότητα.[12]. Έτσι ενώ η ταινία αναφέρεται στη ζωή στα προάστια, η πλοκή της, κατά το ήμισυ σχεδόν της διάρκειας της, διαδραματίζεται στο Παρίσι. Ο χρόνος συμπλέκεται με τον χώρο προαναγγέλλοντας το μέλλον και ιστορικοποιώντας το παρόν: η ταινία ξεκινά με την αφήγηση για έναν άνθρωπο που πέφτει από ένα κτήριο αναγγέλλοντας ότι «το σημαντικό δεν είναι η πτώση, είναι η πρόσκρουση», όταν ξαφνικά μια βόμβα μολότοφ εκρήγνυται πάνω στη γη[13].

Η κοινωνική απόσταση που χωρίζει την πρωτεύουσα από την συνοικία (cité), είναι τεράστια και αυτό αποτυπώνεται, τόσο στο αφηγηματικό όσο και στο μορφολογικό επίπεδο: Το σκηνικό της ταινίας δεν είναι τα αξιοθέατα που θα επισκεπτόταν ένας τουρίστας της Γαλλικής πρωτεύουσας. Ο πύργος του Άιφελ, το σύμβολο αυτό του γαλλικού έθνους, δεν εμφανίζεται παρά μόνο σε ένα γρήγορο πλάνο. Οι περισσότερες σκηνές από το Παρίσι λαμβάνουν χώρα τη νύχτα. Οι γρήγορες λήψεις από μακριά, στο νυχτερινό περιβάλλον της πόλης, παραπέμπουν σε ένα αίσθημα ανησυχίας και στην αποξένωση του αστικού χώρου. Αντίθετα τα κοντινά και αργά πλάνα στη συνοικία του προαστίου δηλώνουν ενσωμάτωση στο χώρο. Η ταύτιση των πρωταγωνιστών με το περιβάλλον της συνοικίας τους (cité) είναι πλήρης: στην σκηνή από το σπίτι του Hubert, η τηλεόραση αναμεταδίδει τα πλάνα των επεισοδίων. Τόσο ό ίδιος όσο και η μητέρα του, αντιμετωπίζουν το γεγονός, σαν να πρόκειται για ένα επεισόδιο καθημερινής ρουτίνας [14]. la-haine-8812

Η αποστασιοποίηση όμως αυτή από τα γεγονότα, θα μπορούσε επιπλέον να ερμηνευτεί και ως μια μορφή συμβολικής αυτοπροστασίας [15] ενάντια στην δυσφήμιση του χώρου από τα ΜΜΕ: στην σκηνή με το τηλεοπτικό συνεργείο όταν τους ρωτάν αν οι ίδιοι πήραν μέρος στα επεισόδια της προηγούμενης μέρας, οι τρείς νεαροί αισθάνονται προσβεβλημένοι και αντιδρούν με φραστικές επιθέσεις κατά των δημοσιογράφων.

Η περιχαράκωση που επιβάλλει ο θεσμοθετημένος χώρος στη ζωή και την κίνηση των πρωταγωνιστών διαχέεται σε ολόκληρη την ταινία. Η κίνηση των πρωταγωνιστών στο χώρο φαίνεται να ρυθμίζεται από θεσμοθετημένες διαδικασίες και κατασταλτικούς μηχανισμούς, που ελέγχουν και ενίοτε εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία και μετακίνηση τους στο χώρο και περιορίζουν τις δυνατότητες επαφής και επικοινωνίας με τους υπόλοιπους: η σύλληψη των πρωταγωνιστών και η ανάκριση τους από τις αστυνομικές αρχές, αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην ταινία. Έπειτα από μια καθυστέρηση οι πρωταγωνιστές χάνουν το τελευταίο τρένο της επιστροφής και εγκλωβίζονται στο αφιλόξενο και συνάμα εχθρικό περιβάλλον της πόλης. Έτσι ένας συγκεκριμένος τρόπος ρύθμισης της ώρας της συγκοινωνίας για τα μέσα μαζικής μεταφοράς (τα οποία σημειωτέον χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις), θέτει χωρικούς περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία και τη μετακίνηση τους. Αλλά και στο πρωινό δρομολόγιο για το Παρίσι, το τρένο είναι άδειο, αφού η μετακίνηση Παρίσι – προάστια αυτήν την ώρα, είναι μονοδρομική.

hadet_05

Στην αστική κοινωνική γεωγραφία, ο χώρος ως κοινωνική κατηγορία και ως πολιτισμικό σύμβολο, θέτει όρια στις ελεύθερες επιλογές των ατόμων, στις δραστηριότητες και στη συμπεριφορά τους. Μέσα στο χώρο είναι εγγεγραμμένες σχέσεις εξουσίας, κανονιστικά πρότυπα, ρυθμίσεις και απαγορεύσεις, που καταλήγουν στην περιθωριοποίηση εκείνων των κοινωνικών ομάδων που θεωρούνται από τους υπόλοιπους ως ομάδες υψηλού κινδύνου, ενώ οι τελευταίες αυτές αποδέχονται το καθεστώς στιγματισμού τους ως την «φυσιολογική» τους μοίρα. Από αυτή την άποψη το “La Haine” , μπορεί να εκληφθεί ως ένα μάθημα αστικής κοινωνικής γεωγραφίας.

Δείτε στο You Tube ολόκληρη την ταινία, στα γαλλικά, χωρίς υπότιτλους. [Για την ταινία με υπότιτλους στα ελληνικά, θα χρειαστεί να έρθετε στο μάθημα] :

1° Μέρος, 2° Μέρος,3° Μέρος, 4° Μέρος , 5° Μέρος 6° Μέρος, 7° Μέρος, 8° Μέρος, 9° Μέρος, 10° Μέρος


[1] Amy Siciliano, 2007, La Haine: Framing the “Urban Outcasts”, ACME Editorial Collective, Toronto, Canada, σ. 212.[2] Στο ίδιο, σ. 213.

[3]Cannon, Damian, Hate (La Haine, 1995), review, 1st World Festival of Foreign Films 1997

[4]Amy Siciliano, 2007, La Haine: Framing the “Urban Outcasts”, ACME Editorial Collective, Toronto, Canada, σ. 214-218.

[5]Χωριανόπουλος, Ιωάννης, «Αστική κοινωνική γεωγραφία», στο Τερκενλή et al. (επιμ.), Ανθρωπογεωγραφία – Άνθρωπος, κοινωνία και χώρος, Αθήνα, Κριτική, 2007, σ. 157.

[6] Στο ίδιο, σ. 159.

[7]Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος και κοινωνικές σχέσεις – Χώρος και Κοινωνικός Αποκλεισμός» , στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος …., σσ. 69-76

[8]Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος και Κοινωνικές ΣχέσειςΧώρος και Κοινωνικός Αποκλεισμός» , στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος …., σσ. 69-76

[9] Wacquant, Loïc, συνέντευξη στο : Κράτος-Κρατητήριο vs Κράτος Πρόνοιας-I και Κράτος-Κρατητήριο vs Κράτος ΠρόνοιαςII

[10]Στο ίδιο.

[11]Amy Siciliano, 2007, La Haine: Framing the “Urban Outcasts”, ACME Editorial Collective, Toronto, Canada, σ. 220.

[12] Λουί Αλτουσέρ, «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», στο Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο,1990, σσ. 69-121.

[13]Amy Siciliano, 2007, La Haine: Framing the “Urban Outcasts”, ACME Editorial Collective, Toronto, Canada, σ. 212.

[14]Στο ίδιο, σ.223.

[15]Wacquant, Loïc, συνέντευξη στο : Κράτος-Κρατητήριο vs Κράτος Πρόνοιας-I και Κράτος-Κρατητήριο vs Κράτος Πρόνοιας-II

[16] Charles Baudelaire’s, Fleurs du mal / Flowers of Evil: « Le Tonneau de la Haine »

Βιβλιογραφία
Cannon, Damian, Hate (La Haine, 1995), review, 1st World Festival of Foreign Films 1997
Siciliano Amy, 2007, La Haine: Framing the “Urban Outcasts”, ACME Editorial Collective,Toronto, Canada
Wacquant, Loïc, συνέντευξη στο : Κράτος-Κρατητήριο vs Κράτος ΠρόνοιαςI και Κράτος-Κρατητήριο vs Κράτος Πρόνοιας-II
Αλτουσέρ, Λουί, «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», στο Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο,1990, σσ. 69-121
Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος και Κοινωνικές Σχέσεις – Χώρος και Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος …., σσ. 69-76
Χωριανόπουλος, Ιωάννης, «Αστική κοινωνική γεωγραφία», στο Τερκενλή et al. (επιμ.), Ανθρωπογεωγραφία – Άνθρωπος, κοινωνία και χώρος, Αθήνα, Κριτική, 2007

©-ΑνθρωποΓεωγραφίες

.

Shorlink: http://wp.me/pcPJ9-cm

.

.


.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ!!

Εύη Δεμπροπούλου (2007), «Μετανάστευση & Παραβατικότητα στην Ελλάδα»

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-6Y

.

.

Επόμενη σελίδα: »