-Εργασίες στην Ευρωπαϊκή Μετανάστευση


The Uninvited: Refugees at the Rich Man’s Gate (Οι Απρόσκλητοι: Πρόσφυγες στην Πόρτα του Πλούσιου)

Βιβλιοπαρουσίαση της Θεοπίστης-Ελένης  Πασχαλάκη, 7ο εξάμηνο, Νοέμβριος 2010.

Το βιβλίο προσπαθεί να ρίξει φως  στις ελάχιστα γνωστές ζωές και στους κόσμους αυτών που προσπαθούν να κρυφτούν από τους προβολείς της αστυνομίας σε κάποια Ιταλικά λιμάνια , αυτών που ρίχτηκαν από λαθρέμπορους στη θάλασσα , όταν οι δεύτεροι προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την αστυνομία, αυτών που πέθαναν από ασφυξία μέσα σε φορτηγά κάτω από τη Μάγχη ή που πέθαναν από  δίψα προσπαθώντας να περάσουν τη Σαχάρα.
Ιστορίες , που ο συγγραφέας γνώρισε κατά τις συνεντεύξεις μεταναστών  και προσφύγων στο  Μαρόκο, την Ισπανία, την Ιταλία, το Κοσσυφοπέδιο, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας  και στην  Αλβανία, ώστε να γίνουν  κατανοητές οι δυσκολίες που οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν  για να καταφέρουν να περάσουν τις πύλες και τείχη του φρουρίου «Ευρώπη». Λόγοι που σπρώχνουν τους ανθρώπους στη μετανάστευση, είναι η ανεργία, η ακραία φτώχεια , τα  ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα. Τα δίκτυα διακίνησης λαθρομεταναστών, που συχνά συνδέονται με οργανώσεις τύπου μαφίας, αποτελούν τον κυριότερο  τρόπο για να εισέλθουν στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη μια οι οικονομικοί μετανάστες  που θέλουν να βελτιώσουν τη ζωή τους   κι από την άλλοι οι  αιτούντες άσυλο  πρόσφυγες.
Κατέγραψε   πολυάριθμες μαρτυρίες των μεταναστών  στο Κέντρο Προσφύγων Calamocarro Center στην Ceuta. Παρόλο που η ισπανική αστυνομία περιπολεί  στα τείχη γύρω από τη Ceuta, είναι  εντυπωσιακό το θάρρος των μεταναστών από την Αφρική και η δύναμη της θέλησης τους, ώστε τα τείχη να αποδεικνύονται  αναποτελεσματικά για την πρόληψη της εισόδου τους. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι δύο από τα πιο σημαντικά σημεία εισόδου στην Ευρώπη για παράνομους μετανάστες και επομένως υπόκεινται σε πολύ στενή και αυστηρή παρακολούθηση.   Για εκείνους που προέρχονται από τη Δυτική Αφρική, υπάρχουν δύο κύριοι άξονες της μετανάστευσης, οι οποίοι ελέγχονται από λαθρέμπορους: ο δυτικός άξονας, μέσω του οποίου οι άνθρωποι φτάνουν στη Ceuta ή τη Melilla και στη συνέχεια επιχειρούν να διασχίσουν τη Μεσόγειο, και ο ανατολικός μέσω της Λιβύης και της Τουρκίας ή του Λίβανου, πριν επιχειρήσουν να εισέλθουν στην Ευρώπη, παράλληλα με πολυάριθμους Κούρδους,  Κοσοβάρους,  Τούρκους, Ιρακινούς, Αλβανούς, ακόμη και Κινέζους. Πάνω στα σκάφη τόσο της Ισπανικής Guardia Civil όσο και της Ιταλικής  Guardia di Finenza, ο  συγγραφέας έγινε μάρτυρας πολλών περιστατικών.
Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη ,   το ένα αφιερωμένο στους πρόσφυγες και το άλλο στους οικονομικούς  μετανάστες. Το πρώτο περιλαμβάνει την ιστορία των προσφυγικών ρευμάτων στην Ευρώπη από το 1920 μέχρι σήμερα. Επίσης αναλύει τις σημερινές τάσεις σε ό, τι αφορά το άσυλο, τις πολιτικές και τη σταδιακή απώλεια της σημασίας των προγραμμάτων όπως το πρόγραμμα μετεγκατάστασης των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας.    Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Ganding συζητά τη σημασία των εμβασμάτων για τις οικονομίες των χωρών αποστολής, αναλύει τους κύριους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι μεταναστεύουν και προχωράει στην   παροχή στατιστικών στοιχείων που αφορούν τις νέες μορφές φτώχιας   και του κοινωνικού αποκλεισμού , την   αύξηση του επιπέδου των εθνοτικών συγκρούσεων  και μια τάση  εμφάνισης ρατσισμού  και εχθρικής συμπεριφοράς εκ μέρους των αυτόχθονων πληθυσμών.
Η βασική κριτική που ασκείται στο βιβλίο   είναι για το ότι δεν προτείνονται  συγκεκριμένες λύσεις  που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Ωστόσο, τονίζεται η ανάγκη να ενισχυθεί η συνεργασία με τις χώρες προέλευσης των οικονομικών μεταναστών, προκειμένου να ξεπεραστεί η κατάσταση αυτή και να σχεδιαστούν ρεαλιστικές πολιτικές που να αποσκοπούν στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης.  Η απομόνωση των μεταναστών σίγουρα δεν θα δώσει λύση στο πρόβλημα.
Το βασικό πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου  είναι η  προσεκτική ανάλυση της εξέλιξης της Ευρώπης στην οποία ζούμε σε ό,τι αφορά το ρόλο της ως φιλοξενούσας  κοινωνίας για  μετανάστες.  Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα  των πολιτικών μετανάστευσης σε επίπεδο ΕΕ,   η βιωσιμότητα της σημερινής διωκτικής πολιτικής  των μεταναστευτικών ροών είναι αμφισβητήσιμη, και μπορεί, μακροπρόθεσμα, να οδηγήσει σε μια κατάσταση πολύ πιο δυσεπίλυτη.  Αντιμετωπίζουμε σήμερα υψηλότερα ποσοστά θανάτου, την ποινικοποίηση των παράνομων προσώπων, τον αποκλεισμό των μεταναστών, την ενίσχυση των εγκληματικών δικτύων που ωφελούνται από τη σημερινή κατάσταση και την καταστροφή του κοινωνικού ιστού των κοινωνιών μας.

Ο συγγραφέας Jeremy Harding, είναι μέλος του London Review of Books
Έχει γράψει τα βιβλία:
Small Wars, Small Mercies: Journeys in Africa’s Disputed Nations
-The Uninvited: Refugees at the Rich Man’s Gate, το οποίο αρχικά δημοσιεύτηκε στην LRB και τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας Martha Gellhorn (2001)
Mother Country, 2006

©-ΑνθρωποΓεωγραφίες

Advertisements

1. Μετανάστευση/Γενικά

Η αλλαγή τόπου κατοικίας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων από έναν τόπο σ΄έναν άλλο (μετεγκατάσταση). Μιλάμε για κάτι διαφορετικό απ΄τον τουρισμό ή άλλου είδους βραχυχρόνιες επισκέψεις, που δεν συμπεριλαμβάνουν αλλαγή του τόπου της μόνιμης διαμονής. Σύμφωνα με τελευταίες μελέτες υπάρχουν σήμερα 200.000.000 μετανάστες στον κόσμο και ως τέτοιοι ορίζονται οι άνθρωποι που διαμένουν έξω απ΄τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν.
Παραδοσιακά χαρακτηρίζουμε τη μετανάστευση με 4 ζευγάρια εννοιών:
1.Εσωτερική μετανάστευση- διεθνής μετανάστευση
2.Προσωρινή μετανάστευση- μόνιμη μετανάστευση
3.Αναγκαστική ή ακούσια μετανάστευση- μετανάστευση επιλογής ή εκούσια μετανάστευση
4.Κανονική μετανάστευση(regular, με χαρτιά)- μη κανονική μετανάστευση (irregular, χωρίς χαρτιά)
Όταν λέμε εσωτερική μετανάστευση συνήθως εννοούμε την κινητικότητα στο εσωτερικό μιας χώρας, κάποτε όμως «εσωτερική» ονομάζουμε και την κινητικότητα στο εσωτερικό της Ε.Ε.
Ομοίως όταν λέμε αναγκαστική μετανάστευση εννοούμε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, για να τη διαφοροποιήσουμε από τη μετανάστευση επιλογής που συνδέεται με οικονομικά κίνητρα. Με μια πρώτη ματιά βλέπουμε ότι η μετανάστευση είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και όπως τα αίτια της μπορεί να είναι ποικίλα, το ίδιο ποικίλα μπορεί να είναι και τα αποτελέσματα της. Ενώ προσπαθούμε να βρούμε ένα γενικό μοντέλο για να ρυθμίσουμε τη μετανάστευση, την ίδια στιγμή δεν γνωρίζουμε σε απόλυτο βαθμό τον συνδυασμό των κριτηρίων που ωθούν τα άτομα ή τις ομάδες να μεταναστεύσουν.
Ο Ravenstein θεωρείται ο πρώτος που το 1880 προσπάθησε να θεωρητικοποιήσει τη μετανάστευση και να διατυπώσει κάποιους κανόνες/νόμους. Μερικοί απ΄αυτούς είναι οι εξής:
1.H τάση για μετανάστευση είναι αντιστρόφως ανάλογη της απόστασης ανάμεσα στον τόπο προέλευσης και στον τόπο προορισμού. (π.χ πολύ περισσότεροι είναι αυτοί που μετακινούνται σε μικρές αποστάσεις από αυτούς που μετακινούνται πιο μακριά)
2.Η πλειοψηφία των μεταναστών μετακινείται με σκοπό να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση. Άρα οι μετανάστες κατευθύνονται κυρίως σε τόπους όπου οι οικονομικές ευκαιρίες είναι μεγαλύτερες, δηλαδή στις πόλεις.
3.Οι μεταναστευτικές ροές επιταχύνονται στο βαθμό που βελτιώνονται οι μεταφορές και οι επικοινωνίες.
4.Οι γυναίκες τείνουν να μετακινούνται σε μικρότερες αποστάσεις απ΄τους άντρες.
5.Μετανάστευση προς μια κατεύθυνση συνήθως δημιουργεί μετανάστευση και προς την αντίθετη. (άλλου τύπου/είδους μετανάστες και όχι αναγκαστικά αριθμητικά ίσοι).
Αυτοί είναι μερικοί πολύ πρώιμοι κανόνες που, υπό διαφορετικό πρίσμα, και σήμερα εξακολουθούν να βρίσκονται στη βάση των μοντέλων με τα οποία μελετάμε τη μετανάστευση.

από την Πέτρου Ράλλη (μεγαλώστε)

(μεγαλώστε)

(μεγαλώστε)

Σήμερα οι θεωρίες για τη μετανάστευση κυριαρχούνται από τρεις κατηγορίες ιδεών:
1.την κληρονομιά του Ravenstein, η οποία έχει εμπλουτιστεί από πιο πρόσφατες οικονομικές θεωρίες. Αυτή η ομάδα λέει ότι τα άτομα μεταναστεύουν όταν έχουν οικονομικό συμφέρον και πηγαίνουν κατά προτίμηση εκεί όπου υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες ν΄ανεβάσουν το βιοτικό τους επίπεδο στη διάρκεια της ζωής τους. Εντωμεταξύ οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν εκείνες τις μεταναστευτικές πολιτικές που θα προσελκύσουν τις ειδικότητες ή τα ταλέντα που τους λείπουν. Έτσι μπορούμε να δούμε  τον κόσμο σαν κάποιου είδους «μεταναστευτική αγορά» (παράλληλη με την αγορά εργασίας) όπου τα υποκείμενα που παρεμβαίνουν (μετανάστες, κυβερνήσεις) δρουν ορθολογικά και τα αποτελέσματα είναι προβλέψιμα. Άτομα που συγκεντρώνουν υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο (human capital: μορφωτικό επίπεδο, δεξιότητες και προϋπηρεσία, δηλ. όλη η επένδυση που η κοινωνία, η οικογένεια και το ίδιο το άτομο έχουν κάνει σ΄ένα συγκεκριμένο άτομο για ν΄ανεβάσει το μορφωτικό του επίπεδο και την εργασιακή του εμπειρία), τείνουν να μεταναστεύουν σε τόπους που προσφέρουν υψηλότερους μισθούς για την ομάδα αυτή. Εντωμεταξύ τα άτομα που έχουν λιγότερες δεξιότητες πηγαίνουν σε χώρες που έχουν μικρότερη διακύμανση μισθών και περισσότερο γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας.
2.Ομάδα νέων οικονομικών θεωριών για τη μετανάστευση, η οποία θεωρεί ότι η οικογένεια είναι η βασική μονάδα μετανάστευσης και η βασική οντότητα που παίρνει την απόφαση για την μετανάστευση και όχι το άτομο. Σύμφωνα  μ΄αυτή τη θεωρία οι οικογένειες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους μέσα απ΄την ελαχιστοποίηση του κινδύνου (σε αντίθεση με τα μεμονωμένα άτομα που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα οικονομικά τους οφέλη). Έτσι λοιπόν, οι οικογένειες επιδιώκουν να στείλουν τα μέλη τους σε διαφορετικές χώρες το καθένα, όπου θα είχαν διαφορετικές πιθανότητες ευημερίας (ελαχιστοποίηση κινδύνου εάν τα πράγματα δυσκολέψουν σε μια χώρα).
3.Θεωρίας των παγκόσμιων συστημάτων. Η μετανάστευση προκύπτει από την επέκταση του καπιταλιστικού συστήματος ανά τον κόσμο, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση των παραδοσιακών τρόπων ζωής σε οικονομικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, σε μια όλο και διευρυνόμενη καπιταλιστική περιφέρεια. Οι άνθρωποι μεταναστεύουν  επειδή η ζωή τους είναι επισφαλής, ειδικά όταν δελεάζονται από υψηλούς μισθούς, και πηγαίνουν προς υπερκαταναλωτικές περιοχές στις πλούσιες χώρες. Όμως οι πλούσιες χώρες δημιουργούν φραγμούς στη μετανάστευση στην προσπάθεια τους για να προφυλάξουν τα προνόμια τους. Οι χώρες της
αφθονίας δέχονται επιλεκτικά μετανάστες υψηλής εξειδίκευσης (ειδικευμένους γιατρούς, μηχανικούς υψηλής τεχνολογίας) και ταυτόχρονα δέχονται πολύ μικρούς αριθμούς ανειδίκευτων απ΄τους οποίους περιμένουν να κάνουν δουλειές που οι ντόπιοι δεν δέχονται να κάνουν. Σε γενικές γραμμές τα άτομα της 1ης κατηγορίας απολαμβάνουν ευκολότερα δικαιώματα μόνιμου κατοίκου, ενώ τα άτομα της 2ης κατηγορίας θα πρέπει να επιστρέψουν στις πατρίδες τους από τη στιγμή που αυτό που έχουν να προσφέρουν δεν χρειάζεται πλέον. Τέτοιου τύπου ήταν η μετανάστευση κατά τις δεκαετίες του ΄50, ΄60, ΄70, η μετανάστευση των λεγόμενων «προσκεκλημένων εργαζόμενων» (guest workers). Υπό αυτή την έννοια η μετανάστευση συμμετέχει στην ανάπτυξη μιας διπλής ή αλλιώς τομεοποιημένης αγοράς εργασίας με τους μετανάστες να χρησιμοποιούνται για τις λεγόμενες εργασίες 3D (dirty, dangerous, difficult). Ενώ τα μέλη της κυρίαρχης κοινωνίας αμείβονται καλύτερα και προστατεύονται από επαγγελματικά σωματεία και συνδικάτα. Έτσι η ρύθμιση της μετανάστευσης  και η μεταναστευτική νομοθεσία παράγουν μια αδιάκοπη διαδικασία ανάπτυξης-υπανάπτυξης στο εσωτερικό των κοινωνιών υποδοχής.
4. Ένα τέταρτο σώμα θεωριών ρίχνει το βάρος του στα κοινωνικά χαρακτηριστικά και ειδικά στο συσχετισμό κοινωνικών δικτύων και μετανάστευσης. Σύμφωνα μ΄αυτές τις θεωρίες τα άτομα παίρνουν τις αποφάσεις για τη μετανάστευση μέσα σ΄ένα πλαίσιο ατελούς ενημέρωσης  που κυκλοφορεί στα κοινωνικά τους δίκτυα που συχνά περιλαμβάνουν ανθρώπους που έχουν ήδη μεταναστεύσει. Οι μετανάστες τείνουν να ακολουθήσουν εκείνους που έχουν ήδη πάει πριν απ΄αυτούς και έτσι έχουμε μια διαδικασία που ονομάζεται «αλυσιδωτή μετανάστευση». Οι μετανάστες αυτοί επωφελούνται από την πείρα εκείνων που έχουν πάει πριν απ΄αυτούς ενώ ταυτόχρονα δέχονται βοήθεια και κάθε είδους υποστήριξη απ΄αυτούς που προηγήθηκαν. Καθώς η αλυσιδωτή μετανάστευση επεκτείνεται εμφανίστηκαν νέες αλυσιδωτές κοινότητες οι οποίες συνοδεύονται από νέους κοινωνικο-πολιτιστικούς θεσμούς. Πολύ συχνά αυτές οι μεταναστευτικές κοινότητες είναι και γεωγραφικά συγκεντρωμένες στο χώρο, ενώ η κοινωνία υποδοχής συχνά τους αντιμετωπίζει σαν ghetto (συνοικίες που είναι απομονωμένες απ΄τη συνολική κοινωνία και υποβαθμισμένες).
Αυτές οι θεωρίες των κοινωνικών δικτύων οδήγησαν σε ιδιαίτερα σημαν
τικά συμπεράσματα π.χ. κάθε μετανάστης βοηθάει να χτιστεί ή να διευρυνθεί ένα προϋπάρχον μονοπάτι και να διευκολύνει έτσι την περαιτέρω μετανάστευση. Δηλαδή, η μετανάστευση φέρνει μετανάστευση και σιγά-σιγά οι άνθρωποι απ΄την κοινωνία  προέλευσης πείθονται ότι η μετανάστευση είναι κάτι το φυσικό και αναμενόμενο, κάτι σαν τελετουργικό.
Τα κοινωνικά δίκτυα  της μετανάστευσης συνδέουν τη χώρα προέλευσης και τη χώρα προορισμού και οι άνθρωποι αυτοί είναι στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους (ισχυρό κοινωνικό δίκτυο) μέσα από μοντέλα κυκλικής μετανάστευσης. Οι άνθρωποι που μετέχουν στα κοινωνικά δίκτυα ανήκουν, σε διαφορετικούς βαθμούς, και στις δυο κουλτούρες (των δυο χωρών), έχουν πολλαπλές ταυτότητες ενώ ταυτόχρονα γνωρίζουν καλά την πολιτική κατάσταση και στις δυο χώρες. Μιλάμε δηλαδή σ΄αυτή την περίπτωση για δια-εθνικές (transnational) συμπεριφορές και δια-εθνικές ταυτότητες. Σύμφωνα μ΄αυτή την ομάδα θεωριών, και αφού μιλάμε για ατομικά μοντέλα μετανάστευσης τα ευρήματα δείχνουν μεγάλες διαφορές αντρών και γυναικών σ΄όλα τα επίπεδα, τα οποία περιλαμβάνουν τα αίτια, τις διαδρομές και τις επιπτώσεις της μετανάστευσης. Όλες αυτές οι θεωρίες βοηθούν να καταλάβουμε την εθελούσια μετανάστευση (από επιλογή), όταν δηλαδή οι άνθρωποι επιλέγουν πότε και πού θα μεταναστεύσουν. Όμως ο μεγάλος όγκος της διεθνούς μετανάστευσης είναι η «αναγκαστική μετανάστευση». Οι άνθρωποι υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω πολέμων, πολιτικών διωγμών, υποβάθμισης του περιβάλλοντος και φυσικών καταστροφών. Κάποιοι τύποι αναγκαστικής μετανάστευσης καταγράφονται και εν μέρει ρυθμίζονται από την Υπάτη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και απ΄τον Διεθνή Οργανισμό για τη Μετανάστευση. Αυτοί οι δυο οργανισμοί βοηθούν να κατασκευαστούν στρατόπεδα προσφύγων, διευκολύνουν τον επαναπατρισμό τους όταν οι περιστάσεις έχουν βελτιωθεί ή διευκολύνουν την επανεγκατάστασή τους σ΄άλλες χώρες όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες. Αυτοί οι δυο οργανισμοί, επίσης, και κυρίως ο πρώτος, ρυθμίζουν ό,τι έχει να κάνει με την αναγκαστική μετανάστευση και δεν έχουν καμία σχέση με την εθελούσια μετανάστευση. Τα κράτη υποχρεούνται, χωρίς να το πράττουν πάντοτε, να συμμορφώνονται σε όσα προβλέπει η συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για την αναγκαστική μετανάστευση.

(μεγαλώστε)

Απ΄το 1989 οι ερευνητές προσπαθούν να θέσουν κάποια ηθικά ζητήματα που σχετίζονται με τη μετανάστευση. Αυτά έχουν να κάνουν με τρία κυρίως ερωτήματα:
1.Είναι η μετανάστευση ανθρώπινο δικαίωμα; έχουν τα άτομα  δικαίωμα να ζου
ν όπου επιλέξουν ή αντίθετα τα κράτη έχουν το δικαίωμα ν΄ασκούν έλεγχο, επιλέγοντας ποιους θα δεχτούν και ποιους όχι ;
2.Ποιος οφείλει να πληρώσει τα κόστη που συνδέονται με τη μετανάστευση; Η χώρα υποδοχής ή η κοινωνία προέλευσης; Σε γενικές γραμμές οι κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής δημιουργούν πολιτικές που έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν τα οφέλη της μετανάστευσης για την δική τους κοινωνία, και λίγο ενδιαφέρονται για τις χώρες προέλευσης. Π.χ. πολύ συχνά οι χώρες της αφθονίας ενθαρρύνουν μετανάστες υψηλής ειδίκευσης να εγκατασταθούν στο έδαφος τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αυτοί όταν επιδιώκουν να αναγνωρίσουν την ισοτιμία των πτυχίων τους. Όπως επίσης αδιαφορούν για τις επιπτώσεις στη χώρα αποστολής που υφίσταται μια αιμορραγία στελεχών υψηλής εξειδίκευσης για την οποία αυτή έχει πολλά επενδύσει (brain drain).
3.Τι θα έπρεπε να κάνουν οι μετανάστες όταν βρεθούν στην καινούργια κοινωνία υποδοχής; Θα πρέπει να απαιτείται από αυτούς να αφομοιωθούν ή δικαιούνται διατηρήσουν τις πολιτιστικές τους παραδόσεις;
Καθένα απ΄αυτά τα ζητήματα έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ερευνητών και μεταξύ αυτών που παράγουν πολιτικές σε σχέση με τη μετανάστευση.

2. Σύντομη επισκόπηση της ευρωπαϊκής μετανάστευσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο

α. Βόρεια και Δυτική Ευρώπη

(μεγαλώστε)

Μετανάστες χωρίς έγγραφα: για να ξεφύγουν από)

β. Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Οι χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης απαγόρευαν την εξερχόμενη μετανάστευση (εκτός από την Γιουγκοσλαβία), κι αυτό συνέβαινε, σε γενικές γραμμές, μέχρι το 1989. Τη δεκαετία του ΄80 έχουμε τα εξής φαινόμενα που επηρέασαν τη μετανάστευση σε παγκόσμιο επίπεδο.
1.υπογραφή διεθνών συμφωνιών για το εμπόριο των υπηρεσιών (General Agreement on Trade in Services)
2.παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και της εργασίας.
3.ραγδαία ανάπτυξη δικτύων μεταφορών και επικοινωνιών.
Όλα αυτά συνέβαλαν στην εμφάνιση ενός άλλου τύπου μετανάστευσης, αυτό που εμείς ονομάσαμε Νέα Μετανάστευση (με κύρια χαρακτηριστικά την επισφάλεια, την «ευέλικτη» απασχόληση, τους νέους έμφυλους ρόλους).
Επίσης η γεωπολιτική αλλαγή το ΄89, η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων και η μετατροπή τους σε οικονομίες της αγοράς από οικονομίες κεντρικού σχεδιασμού, προκάλεσαν την εμφάνιση νέων τύπων μεταναστευτικών ρευμάτων με μεγάλη ποικιλομορφία.

γ. Η μετανάστευση στην Ευρώπη μετά το 1989

Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δημιούργησε ένα ρευστό περιβάλλον, τα σύνορα άνοιξαν και οι πολίτες των χωρών της Κ.Α.Ε. ήρθαν αντιμέτωποι με την κατάρρευση του συστήματος παραγωγής και του κοινωνικού κράτους. Ειδικά στη Ρωσία η είσοδος του ΔΝΤ προκάλεσε μαζική φυγή των εργαζομένων και ειδικά των γυναικών με ταυτόχρονη έκρηξη της πορνείας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Οι αλλαγές αυτές οδήγησαν στη σιωπηρή αναθεώρηση του δόγματος της «μηδενικής μετανάστευσης», ενώ πολυάριθμοι μετανάστες έφταναν με φοιτητική ή τουριστική βίζα την οποία παραβίαζαν εν συνεχεία και παρέμεναν στη χώρα προορισμού.
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε οικονομικούς μετανάστες και μετανάστες άλλων τύπων, λόγω πολιτικής αστάθειας, εμφυλίων κλπ είναι σήμερα όλο και πιο ασαφής. Οι κυβερνήσεις των χωρών της Νότιας Ευρώπης φάνηκαν ιδιαίτερα ανέτοιμες να διαχειριστούν την εισερχόμενη μετανάστευση. Οι χώρες αυτές απέτυχαν να ρυθμίσουν τη μετανάστευση, εμφάνισαν μια ακραία επιθετικότητα απέναντι στους μετανάστες, ενώ περιστασιακά προχώρησαν σε διαδοχικά προγράμματα νομιμοποίησης των μεταναστών χωρίς χαρτιά και σε προσπάθειες κοινωνικής και πολιτισμικής ενσωμάτωσης τους. Σε ότι αφορά τα πολιτιστικά δικαιώματα των μεταναστών, ενώ σε πολλές χώρες «παραδοσιακής» εισερχόμενης μετανάστευσης έχουν σε μεγάλο βαθμό αναγνωριστεί (αν και ποτέ μέχρι σήμερα δεν σταμάτησαν οι προσπάθειες παρέμβασης, συχνά υπό την πίεση της ακροδεξιάς), τα πολιτικά  και πολιτιστικά τους δικαιώματα, ειδικά για τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, παραμένουν ιδιαίτερα προβληματικά.

δ. Η ελληνική μεταναστευτική φυσιογνωμία

Μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα ήταν χώρα αποστολής εργατικού δυναμικού και μειωμένης εισροής μεταναστών. Από τις αρχές του 20ου αιώνα οι περισσότερες εισροές  είχαν να κάνουν με την υποδοχή μεταναστών λόγω βαλκανικών πολέμων και προσφύγων από τη Μ. Ασία.(1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες το 1920 και 150.000 τη δεκαετία του ΄50 απ΄ την Κων/πολη και τη δεκαετία του ’60 απ΄ την Αίγυπτο). Μέχρι το 1981 η περιορισμένη ανάπτυξη της χώρας λειτουργούσε αποτρεπτικά για την εισερχόμενη μετανάστευση. Αντιθέτως μεγάλος αριθμός Ελλήνων ακολούθησε το δρόμο της αποδημίας προς Βέλγιο, Γερμανία, Αμερική και Αυστραλία. Μετά τις γεωπολιτικές αλλαγές του ΄89 η Ελλάδα υποδέχτηκε μετανάστες απ΄ την Κ.Α.Ε., την πρώην Σοβιετική Ένωση και τον Τρίτο Κόσμο. Από τη μια η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική κοινωνία βρέθηκε απροετοίμαστη και από την άλλη δεν υπήρχε βούληση να ρυθμιστεί αυτή η κατάσταση. Η μεταναστευτική πολιτική της χώρας υπήρξε συγκεχυμένη και αναποφάσιστη, ενώ ένας πολύ μεγάλος αριθμός μη κανονικών μεταναστών εργάζονται ανεπίσημα/επισφαλώς σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Απ΄ τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 ενισχύθηκε η ξενοφοβία και ο ρατσισμός στην Ελλάδα. Τα τελευταία 20 χρόνια η χώρα δέχθηκε τις εξής ομάδες:
1. Παλιννοστούντες ομογενείς, κυρίως Ποντίους από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες (Γεωργία, Καζακστάν, Ρωσία και Αρμενία)
2. Έλληνες ομογενείς αλβανικής υπηκοότητας (Βορειοηπειρώτες)
3. Οικονομικούς μετανάστες από χώρες εκτός Ε.Ε. οι οποίοι δεν ανήκουν στις κατηγορίες 1 και 2. π.χ. Αλβανούς, Ουκρανούς, Γεωργιανούς, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Ρώσους, Μολδαβούς, Φιλιππινέζους, Πακιστανούς κλπ
4.Η Ελλάδα δέχθηκε ένα συγκριτικά μικρότερο αριθμό αποδήμων που επέστρεψαν από Η.Π.Α, Αυστραλία, Καναδά, Βέλγιο κλπ.

ε. Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική

Με δεδομένα α)- ότι η Ελλάδα υπήρξε «παραδοσιακά» χώρα αποστολής εργατικού δυναμικού και β)-το γεγονός ότι η «νέα μετανάστευση» διαφέρει ριζικά από την παλαιά, τόσο η Ελλάδα (όσο και οι υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου) βρέθηκαν να μη διαθέτουν ένα ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο και τη διαχείριση της «νέας μετανάστευσης».

Έλληνες μετανάστες φτάνουν στις ΗΠΑ (μεγαλώστε)

Ο πρώτος νόμος που ψηφίζεται για να αντιμετωπιστεί η εισροή μεταναστών στη χώρα είναι ο νόμος 1975 του 1991 [«Είσοδος-έξοδος, παραμονή, εργασία, απέλαση αλλοδαπών, διαδικασία αναγνώρισης αλλοδαπών προσφύγων και άλλες διατάξεις»].
Οι βασικοί στόχοι του νόμου ήταν:
1.Η μείωση μετανάστευσης
2.Η ευκολότερη απέλαση των μη κανονικών (χωρίς χαρτιά) μεταναστών που συλλαμβάνονταν είτε σε παραμεθόριες περιοχές είτε στην υπόλοιπη επικράτεια.
Η εφαρμογή του νόμου έκανε πρακτικά ανέφικτη τη νόμιμη είσοδο και τη νόμιμη παραμονή οικονομικών μεταναστών που αναζητούσαν εργασία. Τα επόμενα χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς χαρτιά και άδειες παραμονής, άλλοι με τα πόδια διασχίζοντας τα βόρεια και ανατολικά σύνορα (Αλβανία-Βουλγαρία-Τουρκία) και άλλοι δια θαλάσσης με μικρά σκάφη ή βάρκες που τους άφηναν στα νησιά του Αιγαίου ή στην Κρήτη. Και στις δύο περιπτώσεις ήταν σημαντικός ο ρόλος των δικτύων της παράνομης διακίνησης μεταναστών (trafficking). Μέσος όρος κατά κεφαλήν αμοιβής για τους «διακινητές» 1.000-2.000 δολάρια τότε, σήμερα 4.000-5.000. Εννοείται πως μεγάλος αριθμός από τους μετανάστες αυτούς δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στην Ελλάδα: κάποιοι πέθαναν παγωμένοι στα χιόνια διασχίζοντας χειμώνα τα σύνορα, άλλοι σκοτώθηκαν διασχίζοντας τα ναρκοπέδια στον Έβρο και άλλοι πνίγηκαν στην προσπάθεια τους να φτάσουν δια θαλάσσης. Τέλος, κάποιοι μετανάστες έφτασαν ως τουρίστες αεροπορικώς, με τρένο κλπ με νόμιμη προξενική θεώρηση (visa), μετά τη λήξη της οποίας παρέμεναν, αφού είχαν έρθει στην Ελλάδα για να μείνουν και να εργαστούν.
To 1977, υπογράφτηκαν δυο προεδρικά διατάγματα (ΠΔ. 358-359), που υλοποιήθηκαν την άνοιξη του 1998. Αυτά τα διατάγματα είχαν σκοπό να εγκαινιάσουν ένα πρόγραμμα καταγραφής και νομιμοποίησης μεταναστών.
Συνολικά 371.000 μετανάστες περίπου υπέβαλλαν αίτηση για την καταγραφή τους και την απόκτηση ΛΕΥΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ (κάρτα περιορισμένης διάρκειας). Η λευκή κάρτα ήταν το 1ο βήμα στην διαδικασία έκδοσης άδειας προσωρινής διαμονής (πράσινη κάρτα διάρκειας 1, 2 ή 5 ετών.

(μεγαλώστε)

(μεγαλώστε)

Απ΄ αυτούς τους 371.000 μόνο οι 212.000 κάτοχοι λευκής κάρτας κατόρθωσαν να υποβάλλουν αίτηση για πράσινη κάρτα. Αυτό έγινε γιατί το ελληνικό κράτος είχε μεγάλες δυσκολίες να διαχειριστεί τον μεγάλο όγκο των αιτήσεων για πράσινη κάρτα, αφού οι λευκές είχαν ήδη λήξει, και οι μετανάστες ήταν και πάλι χωρίς χαρτιά. Έπρεπε επιπλέον, να προσκομίσουν χαρτιά ότι έχουν μόνιμη δουλειά και συγκεκριμένο αριθμό ενσήμων. Ειδικά για τον τελευταίο όρο των ενσήμων οι μετανάστες αντιμετώπισαν πολύ μεγάλες δυσκολίες αφού μεγάλος αριθμός εργοδοτών αρνείτο να καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές. Άρα μεγάλος αριθμός μεταναστών δεν κατάφερε να φτάσει τη 2η
1.To 44,3% των αλλοδαπών που υπέβαλαν αίτηση για ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΤΑ απ΄ τον Ιανουάριο μέχρι το Μάιο του ΄98 ζούσαν στο λεκανοπέδιο Αττικής, δηλαδή οι μισοί από αυτούς που θέλησαν να καταγραφούν και είχαν κίνητρα.
2.Απ΄ το σύνολο των αιτήσεων 52,7% ήταν Αλβανοί, 6,7%  Πακιστανοί, 4,8%  Βούλγαροι, 4,5% Ρουμάνοι, 4,5%  Πολωνοί.
3.Οι γυναίκες υπερτερούσαν αριθμητικά των αντρών στις μεταναστευτικές ομάδες από τη Βουλγαρία, Πολωνία, Ουκρανία και Φιλιππίνες.
φάση νομιμοποίησης και την απόκτηση πράσινης κάρτας. Παρά τις πολλές παρατάσεις που δόθηκαν περισσότερο απ΄ το 1/3 κατόχων λευκής κάρτας επανήλθαν στο καθεστώς του μη κανονικού μετανάστη. Αυτή η πρώτη καταγραφή που έγινε, και τα στοιχεία στον ΟΑΕΔ,  μας έδωσε μερικά πολύτιμα στατιστικά συμπεράσματα:
Από εκείνους που καταγράφηκαν και πήραν τη λευκή κάρτα, ένα μέρος προσπάθησε να πάρει και την πράσινη.
Το 2001, και πριν ολοκληρωθεί το πρώτο πρόγραμμα νομιμοποίησης η κυβέρνηση ψηφίζει το νόμο 2910 του 2001 [«είσοδος και παραμονή των αλλοδαπών στην ελληνική επικράτεια-κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις»] (αναθεώρηση κώδικα ιθαγένειας)
Ο νόμος αυτός είχε διπλό στόχο:
1.Προέβλεπε ένα δεύτερο πρόγραμμα καταγραφής και νομιμοποίησης που προέβλεπε αμνήστευση της παράνομης εισόδου στη χώρα και φιλοδοξούσε να προσελκύσει τους παλιούς μετανάστες που δεν κατάφεραν ή δεν επέλεξαν την νομιμοποίηση του 1998, αλλά και νέους μετανάστες.
2.Ο νέος νόμος δημιουργούσε ένα πλαίσιο μεσοπρόθεσμης διαχείρισης της μετανάστευσης (2η γενιά και πρόβλεψη για μακροπρόθεσμη μετανάστευση). Προέβλεπε διαδικασίες μόνιμης εισόδου στη χώρα με σκοπό την εργασία, την οικογενειακή επανένωση, μετανάστευση λόγω σπουδών και ρύθμιζε την χορήγηση ασύλου. Ο ίδιος νόμος έθεσε προϋποθέσεις για την πολιτογράφηση των μεταναστών που διέμεναν στη χώρα (αναθεώρηση κώδικα ιθαγένειας).
Στο νέο πρόγραμμα νομιμοποίησης του 2001 υπέβαλλαν τα χαρτιά τους 370.000 μετανάστες. Παρ΄όλο που ο σχεδιασμός του νέου προγράμματος νομιμοποίησης ήταν καλύτερος απ΄τον πρώτο, πολύ γρήγορα προέκυψαν οργανωτικά προβλήματα. Τα 4 γραφεία μετανάστευσης που δημιούργησε η περιφέρεια στην ευρύτερη Αθήνα για να υποδέχονται και να επεξεργάζονται τα αιτήματα των
μεταναστών, αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Έπειτα από αλλεπάλληλες ενστάσεις Μ.Κ.Ο. και άλλων, ο νόμος έδωσε παράταση στις προθεσμίες. Οι κάρτες αυτές ήταν για 1 χρόνο μόνο, όμως η διαδικασία συχνά ξεπερνούσε το 12μηνο. Έτσι, μόλις ο μετανάστης ολοκλήρωνε τη διαδικασία έκδοσης των χαρτιών του, ήταν υποχρεωμένος ν΄αρχίσει απ΄ την αρχή. Επίσης το κόστος που είχαν τα παράβολα ήταν πολύ υψηλό.
Το 2004 η κυβέρνηση με το νόμο 3202 του 2003 αποφάσισε να ξεκινήσει την έκδοση αδειών 2ετούς διάρκειας (ώστε να προλάβει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες αλλά και να διευκολύνει τους μετανάστες).
Παράλληλα, το 2001 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα «Τριετές πρόγραμμα δράσης για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών 2002-2005». Αυτό το πρόγραμμα αφορούσε:
1.την ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας
2.την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας
3.την προώθηση του «πολιτιστικού διαλόγου» και την καταπολέμηση την ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην ελληνική κοινωνία
Τον Αύγουστο του 2005 η κυβέρνηση ψήφισε νέο νόμο τον Ν.3386 του 2005 που ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις οδηγίες της Ε.Ε. για την οικογενειακή επανένωση και τους επί μακρόν διαμένοντες. Τόσο ο Ν.3386/2005 όσο και ο επόμενος νόμος που ψηφίστηκε το 2007 περιελάμβαναν νέα προγράμματα νομιμοποίησης των παράνομα διαμενόντων αλλοδαπών. Ο σκοπός των 2 αυτών νόμων είναι ο εξορθολογισμός της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας, η απλοποίηση των σχετικών διαδικασιών, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και γε
νικότερα η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες της Ε.Ε. Οι 2 νόμοι επίσης ενοποιούν την άδεια εργασίας και παραμονής σε ενιαία άδεια. Αποσαφηνίζουν τις προϋποθέσεις της οικογενειακής επανένωσης. Περιλαμβάνουν μέτρα για τους διακινητές ανθρώπων και ενισχύουν τις περιφερειακές επιτροπές μετανάστευσης. Παρά τα 20 χρόνια εμπειρίας της Ελλάδας ως χώρας υποδοχής μεταναστών, η νόμιμη έλευση οικονομικών μεταναστών είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και αποτρεπτική, και λόγω του υπερβολικά χρονοβόρου χαρακτήρα της διαδικασίας για τη μετάκληση αλλοδαπού εργαζομένου.

Το κείμενο βασίστηκε σε σημειώσεις από το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση» της Ελένης Βασιακώστα

3).- Εργασία της Ελένης Πασχαλάκη, 7ο εξάμηνο, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Νοέμβριος 2010.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ (ENTRE LES MURS), Σκηνοθεσία: Laurent Cantet, Σενάριο : Francois Begaudeau


Η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» βασισμένη στο ομώνυμο  βιβλίο του  François Bégaudeau, μας μεταφέρει σε ένα σχολείο των προαστίων του Παρισιού, όπου παρακολουθούμε μαθητές και δάσκαλους για ένα ολόκληρο σχολικό έτος.
Αρχικά αναγνωρίζουμε τα τυπικά στοιχεία του χώρου ενός σχολείου, το κουδούνι, τη σχολική αίθουσα, την τυπική διάταξη των επίπλων ( ο καθηγητής στην έδρα μπροστά από τον πίνακα και οι μαθητές απέναντί του σε δύο σειρές θρανίων). Ήδη ξεκαθαρίζονται οι «κοινωνικές θέσεις» (Thomas Hylland Eriksen 2007: 94), το ποιος  έχει τον έλεγχο και τον κυρίαρχο ρόλο.
Βλέπουμε την πρώτη συνάντηση του «προσωπικού» και αντιλαμβανόμαστε πως πίσω από τα χαμόγελα και τις συστάσεις υποβόσκει δυσαρέσκεια.
Καθώς, μαζί με τον Φρανσουά που είναι καθηγητής Γαλλικών μπαίνουμε στην τάξη της οποίας είναι ο υπεύθυνος, βλέπουμε εφήβους προερχόμενους όχι μόνο από τη Γαλλία αλλά και πολλούς μετανάστες. Παιδιά προερχόμενα από ποικίλες χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς: την Κίνα, την Αλγερία, την Τυνησία, το Μαλί, το Μαρόκο…ο Μινγκ και ο Σουλεϊμάν, ο Ντζιμπρίλ και ο Ντικό, ο Μοχάμεντ, ο Κέβιν, η Κούμπα, η Ζιάζια…πιο λίγοι οι Γάλλοι από τους ξένους. Μια  τάξη μείγμα πολιτισμών. Το μορφωτικό επίπεδο είναι φανερά χαμηλό. Τα παιδιά δυσκολεύονται να κατανοήσουν έννοιες, γεγονότα, λέξεις.   Η πολυσυλλεκτικότητα και η πολυπολιτισμικότητα είναι οι δεδομένες δυνάμεις που κυριαρχούν.
Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε και ενώ στη μνήμη μας ανακαλούνται οι προσωπικές μας εμπειρίες από τις δικές μας σχολικές αίθουσες, παράλληλα με  την τυπική και συνηθισμένη καθημερινότητα αρχίζουν να αναδύονται σημαντικά κοινωνικά θέματα. Θέματα που αφορούν τον κοινωνικό αποκλεισμό ομάδων όχι μόνο κοινωνικά αποκλεισμένων αλλά και κοινωνικά ενσωματωμένων στην τοπική πραγματικότητα (Λαφαζάνη 1997:69-76). Οι μαθητές αυτοί έχουν μεγαλώσει στα προάστια του Παρισιού και η κοινωνική παιδεία που έχουν πάρει τους έχει χαρτογραφήσει προδιαγεγραμμένη πορεία: φτηνή εργασία, κουζίνα, ταμείο ανεργίας ή ακόμα και φυλακή.
Το γαλλικό μοντέλο  ένταξης ενσωμάτωσης των μεταναστών  το λεγόμενο και αφομοιωτικό, λειτουργεί με βάση το δίκαιο της επικράτειας, του χώματος (jus solis). Συναλλάσσεται με/και ενσωματώνει τους εθνοτικά διαφορετικούς ατομικά. Δεν προβλέπονται συλλογικότητες -κοινότητες σε εθνοπολιτισμική βάση. Το κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη διαφορετικότητά του και αυτό, θεωρητικά, δεν αφορά το κράτος. Όλα τα άτομα παρακολουθούν το γαλλικό ενιαίο σχολείο, (école laïque), το οποίο δεν θρησκεύεται, ενώ, παραμένει μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς σχολείο, ώστε να την διαθέσει η οικογένεια του μαθητή, κατά τις αντιλήψεις της, στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση (Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Wattsand Sarah Whatmore, The Dictionary of Human Geography, τελευταία έκδοση (2009).
Το κράτος, το οποίο φυσικά παράγει και την κυρίαρχη ιδεολογία, έχει αποφασίσει πως οι κάτοικοι της επικράτειάς του θα πρέπει να συνομιλούν και να συνδιαλέγονται με βάση το τοπικό – εθνικό πρότυπο, τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Ακόμη και η θρησκεία, η οποία επίσης αποτελεί για τους ανθρώπους μία κυρίαρχη ιδεολογία, ενώ τυπικά δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα, αποτελεί βασικό συστατικό της «κοινωνικής ταυτότητας» των μαθητών. Η αδυναμία κατανόησης από το σύνολο των συμμαθητών, της ιδεολογίας που παράγει για κάποιον από τους μαθητές η θρησκευτική του τοποθέτηση, είναι ένας ακόμη παράγοντας που παράγει κοινωνικό αποκλεισμό, που τον τοποθετεί ακόμη περισσότερο στην πλευρά των «άλλων» (Λαφαζάνη 1997:69-76).
Τα παιδιά  θέλουν να ενσωματωθούν. Κάνουν όνειρα, διαλέγουν επαγγέλματα αλλά η κοινωνία τα έχει ήδη αποβάλει, προτού προσπαθήσουν. Εκείνα το νιώθουν κι έτσι προσθέτουν την επιθετικότητα στο καθημερινό ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους απέναντι στον καθηγητή.
Στα διαλείμματα, στο γραφείο των καθηγητών η φράση που ακούγεται συνέχεια είναι: «δεν αντέχω άλλο με αυτό το τμήμα». Οι καθηγητές απελπίζονται, γιατί κατά βάθος γνωρίζουν πως ό,τι και να κάνουν δεν μπορούν να  βοηθήσουν αυτά τα παιδιά, είναι παιδιά των μεταναστών. Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν την παρουσία τους σε ένα τέτοιο σχολείο ως δυσμένεια. Αγανακτούν και απογοητεύονται από τους μαθητές, την απόδοση και τη συμπεριφορά τους. Δεν έχουν τη διάθεση να συνεργαστούν με το σύστημα αλλά ούτε και με τους μετανάστες μαθητές τους. Προτείνουν λύσεις που πιστεύουν ότι θα βελτιώσουν την καθημερινότητά τους στο χώρο του σχολείου. Λύσεις προς αντιμετώπιση της παραβατικότητας των παιδιών και μόνο, ακλουθώντας, χωρίς ίσως καν να το αντιλαμβάνονται, την ίδια πρακτική με το κράτος.
Έτσι σε μια συνέλευση του προσωπικού του σχολείου προτείνεται και συζητιέται ένα είδος «point system»  που θα στέλνει γρήγορα στην έξοδο τους απείθαρχους και κακότροπους μαθητές χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες  του σχολείου. Κάποιος βέβαια τους θυμίζει πως όπου υπάρχουν πολύ σκληροί κανονισμοί δημιουργούνται και μεγαλύτερες εντάσεις, κανόνα τον οποίο θα πρέπει να συνυπολογίσουν. Κατόπιν, με την ίδια σοβαρότητα και δίνοντας σχεδόν το ίδιο βάρος,  συζητιέται το θέμα της προμήθειας καφετιέρας για τις ανάγκες των καθηγητών. Ουσιαστικά δηλαδή, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι μαθητές έχουν γίνει σε τέτοιο βαθμό «οι άλλοι», αυτοί που αν δεν υπήρχαν θα ήμασταν καλύτερα και με λιγότερα προβλήματα, ώστε να τους αντιμετωπίζουμε σαν πρόβλημα και μόνο έτσι. Οι καθηγητές βεβαίως είναι κι αυτοί άνθρωποι. Όταν η μητέρα του Κινέζου μαθητή τους κινδυνεύει με απέλαση, αποφασίζουν να προστρέξουν και να τη βοηθήσουν.
Ο Φρανσουά, ο καθηγητής των Γαλλικών είναι μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Προσπαθεί με εναλλακτικές πρακτικές να πλησιάσει τους μαθητές του. Αυτό δε σημαίνει πως δεν γνωρίζει την κατάσταση. Οι κανόνες πρέπει να ισχύουν. Ο μαθητής που ξεπερνάει τα όρια πρέπει να υποστεί τις συνέπειες που κάποιες φορές μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.
Παρόλα αυτά, προσπαθεί να αναδείξει την προσωπικότητα και τις δυνατότητες των παιδιών. Καθώς τα προτρέπει να μιλήσουν για τον εαυτό τους, φανερώνεται ένα πλήθος παραγόντων που συντελούν στον κοινωνικό τους αποκλεισμό. Επειδή το μάθημά του είναι η γλώσσα, ο περισσότερος λόγος γίνεται γύρω από θέματα που την αφορούν.  Οι μαθητές δυσκολεύονται όχι μόνο να μιλήσουν σωστά αλλά ακόμη και να κατανοήσουν έννοιες και λέξεις. Διαμαρτύρονται γιατί θα πρέπει να μάθουν να χρησιμοποιούν τους συγκεκριμένους τρόπους    έκφρασης με τους οποίους δεν θα μπορέσουν ποτέ να συνεννοηθούν με τους δικούς τους  και τον κοινωνικό τους περίγυρο και αντιδρούν όταν ο καθηγητής επισημαίνει πως πρέπει να ξέρουν να μιλούν κατ’ αυτό τον τρόπο γιατί αυτός είναι ο επίσημος λόγος του κράτους. Αναρωτιούνται γιατί ακόμα και στα παραδείγματα να χρησιμοποιούνται κλασικά γαλλικά ονόματα και όχι αντιπροσωπευτικά της δικής τους κουλτούρας. Προσπαθούν να κατανοήσουν την ιστορία με τη γαλλική –δυτική-  λογική και τον γαλλικό – δυτικό-  τρόπο σκέψης.
Όσο δυσκολεύονται στην έκφραση και την ομιλία, τόσο δυσκολότερη γίνεται η κοινωνικοποίηση και η ένταξή τους. Ντρέπονται να εκφραστούν, αισθάνονται κατωτερότητα και απογοήτευση. Περιθωριοποιούν τους εαυτούς τους και αντιδρούν με βία. Και παρόλο που ο Φρανσουά προσπαθεί να αποφορτίσει καταστάσεις δίνοντάς άλλα ονόματα, το «γκέτο» είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει αν το ονομάσεις  «γειτονιά». Αυτοαναιρείται την ίδια στιγμή που θέτει τα όρια με το κέντρο αντιστοιχίζοντας το πρόβλημα με έναν τόπο, (Λαφαζάνη 1997:69-76) καθώς αναρωτιέται αν και πότε τα κορίτσια πηγαίνουν στο κέντρο, το οποίο απέχει τέσσερις στάσεις του μετρό.
Η χωρική ρύθμιση «κέντρο – προάστιο», έχει ως αποτέλεσμα τον παράλληλο γεωγραφικό  αποκλεισμό συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και μέσω αυτού τη διαιώνιση, την αναπαραγωγή, την «εξασφάλιση» ίσως, της ακίνδυνης περιθωριοποίησής τους.
Ο πρωταγωνιστής και συγγραφέας του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία Φρανσουά Μπεγκοντό λέει σχετικά (my film) : «Ο σκοπός του βιβλίου μου ήταν να καταγράψω μια σχολική χρονιά, παραμένοντας πιστός στις δικές μου εμπειρίες. Γι αυτό το λόγο δεν υπήρχε καθαρή αφηγηματική γραμμή και καμιά μυθιστορηματική πλοκή δεν επικεντρώνονταν σε ένα συγκεκριμένο γεγονός… Οι περισσότεροι από τους εφήβους, είναι φτιαγμένοι χαρακτήρες. Δεν είναι ηθοποιοί, αλλά βγαίνουν φυσικοί διότι πολύ απλά, παίζουν τους εαυτούς τους. Πιο αληθινό δεν γίνεται…. Το σοβαρό κοινωνικό σχόλιο που απορρέει από κάθε σκηνή της ταινίας του Καντέ, κάνει τη μεγάλη διαφορά.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Λοράν Καντέ στην ίδια συνέντευξη αναφέρει: Το φιλμ είναι πρώτα απ’όλα η ζωή μέσα στη τάξη, η ζωή της τάξης: μια κοινότητα δηλαδή 25 ατόμων που δεν έχουν διαλέξει ο ένας τον άλλο, αλλά καλούνται να είναι μαζί και να συνεργάζονται, ολόκληρη σχολική χρονιά ανάμεσα σε 4 τοίχους… Το πρώτο σχολείο που προσεγγίσαμε ήταν το Γυμνάσιο Φρανσουάζ Ντολτό, στο 20ο διαμέρισμα του Παρισιού. Ήταν το σωστό. Όλοι οι έφηβοι είναι μαθητές του Ντολτό, όλοι οι καθηγητές που εμφανίζονται στη ταινία, διδάσκουν εκεί, ενώ ο μοναδικός «κατασκευασμένος» ρόλος είναι αυτός της μητέρας του Σουλεϊμάν. …Οι χαρακτήρες του σεναρίου που υπήρχαν μόνο μέσα από τις συνθήκες που μπορούσαν να παράγουν, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Κανένα από τα παιδιά δεν είχε σενάριο στα χέρια του. Όταν αυτοσχεδίαζαν ανάλογα με τις περιστάσεις, έφτιαχναν τους δικούς τους διάλογους. Όλος ο σχεδιασμός του φιλμ, έγινε με βάση τη γλώσσα. Ήθελα να κινηματογραφήσω αυτούς τους λεκτικούς χείμαρρους, που είναι πολύ συχνοί σε μια τάξη, όπου η σχετικότητα της θέσης του παιδιού ή η δύναμη δεν μετρούν τόσο, όσο ποιος θα έχει το τελευταίο λόγο….Το φιλμ δεν προσπαθεί να υπερασπισθεί ή να κατηγορήσει καμία πλευρά. Όλοι έχουν στιγμές αδυναμίας και εκρήξεων, στιγμές μεγαλείου και μικροπρέπειας. Ο καθένας μπορεί να εκθέσει την διορατικότητα και την τύφλωσή του, την αδικία και τη κατανόηση. Ίσως έχω την εντύπωση πως το φιλμ εκφράζει κάτι παραδοξολογικά θετικό: Σε ένα σχολείο πολύ χαοτικό, που δεν μπορεί να κρύψει το πρόσωπό του, υπάρχουν στιγμές απογοήτευσης, αλλά και περιπτώσεις τεράστιας ευτυχίας. Από αυτό το υπέροχο χάος, μπορεί να γεννηθεί η ευφυΐα και η νοημοσύνη.
Βιβλιογραφία-Πηγές
-Eriksen, Thomas Hylland,(2007) Μικροί τόποι, μεγάλα ζητήματα, Μια εισαγωγή στην κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, εκδόσεις Κριτική
-Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος & Κοινωνικές Σχέσεις, Χώρος & Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος , σσ. 69-76
-Derek Gregory, Ron Johnston, Geraldine Pratt, Michael J.Wattsand SarahWhatmore, The Dictionary of Human Geography, τελευταία έκδοση (2009).
-www.myfilm.gr

2).- Εργασία της Γεωργίας Γκάγκαρλη, 7ο εξάμηνο, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Οκτώβριος 2010.

Ανάμεσα στους  τοίχους, του Laurent Cantet

Παρόλο που μετανάστευση θεωρείται η μετακίνηση ενός ατόμου ή ενός πληθυσμού από  μια χώρα σε μια άλλη, ωστόσο έμφαση πρέπει να δοθεί στην ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων από τη νέα κοινωνία, την αποδοχή τους  και την αντιμετώπισή τους από τους γηγενείς. Στην ταινία ‘’Ανάμεσα στους τοίχους’’ του Laurent Cantet προβάλλεται το κοινωνικό, ρατσιστικό, εκπαιδευτικό και εθνοτικό στοιχείο.  Παρουσιάζονται οι διαφορές μεταξύ των μεταναστών, των καθηγητών ακόμη και μεταξύ καθηγητών και μαθητών.
Είναι λογικό και απολύτως φυσιολογικό οι μετανάστες να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην έκφρασή τους διότι δεν ξέρουν τη γλώσσα. Γι’ αυτό ευθύνεται η πολιτεία και το εκπαιδευτικό σύστημα της κάθε χώρας υποδοχής. Εκτός του ότι τα παιδιά δεν γνωρίζουν βασικά θέματα ιστορίας, παγκοσμίως αναγνωρισμένα και μελετημένα, δε γνωρίζουν και απλές έννοιες της καθομιλούμενης γλώσσας.  Το λεξιλόγιό τους είναι πενιχρό, λιτό και συχνά σε λέξεις που χρησιμοποιούν προσδίδουν αρνητική σημασία, ενώ αρχικά δεν έχουν.
Οι δυσκολίες κατανόησης λέξεων και εκφράσεων από τους ίδιους τους μαθητές, τους δημιουργούν το αίσθημα της μειονεκτικότητας. Δεν γνωρίζουν κάτι και  μπαίνουν στη διαδικασία να ρωτήσουν προκειμένου να μάθουν. Όταν όμως δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ότι μπορούν να πετύχουν έστω και κάτω από τις πολλαπλές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν, δεν κατορθώνουν να βγάλουν από πάνω τους το πέπλο της διαφορετικότητάς τους. Δεν προσπαθούν να αλλάξουν συμπεριφορά και ενδιαφέροντα γιατί δεν τους δίνεται η απαραίτητη βοήθεια και ευκαιρία. Νομίζουν ότι  και να κάνουν κάτι καλύτερο ή κάτι το διαφορετικό δεν θα αλλάξει κάτι, δε θα δει κανείς τη προσπάθειά τους και δε θα αμειφθούν,  θα παραμείνουν οι ίδιοι, οι μετανάστες.
Απόρροια το ότι δεν προσπαθούν να κάνουν κάτι για τον εαυτό τους είναι το γεγονός ότι θεωρούν πώς κανένας δεν ενδιαφέρεται για αυτούς. Βλέπουν μια αρνητικότητα από τους περισσότερους καθηγητές τους και αν κάποιος θέλει πραγματικά να τους βοηθήσει προς το καλύτερο δεν τον αφήνουν. Δεν πιστεύουν ότι ενδιαφέρεται κάποιος γι’ αυτούς και ειδικά ο καθηγητής, ιδίως όταν βλέπουν ότι απογοητεύονται μαζί τους.  Αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι και μέσα στην οικογένειά τους δε βιώνουν το δέσιμο, δεν υπάρχει επικοινωνία με τους γονείς ή τα αδέρφια τους  και δε συζητούν για τα προβλήματά τους. Θεωρούν και οι γονείς τους εαυτούς τους διαφορετικούς και αυτό έχει αντίκτυπο στα παιδιά. Ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής και δεν ξέρει κανείς αν έχουν προσπαθήσει να τη μάθουν. Οι γονείς δεν μπορούν να κάνουν διάλογο με τους καθηγητές για τα προβλήματα των παιδιών τους και μάλιστα δε μπαίνουν στη διαδικασία να τους εξηγήσουν τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία του εαυτού τους.
Μια πλευρά του εαυτού τους και σίγουρα όχι η θετική είναι ότι οι μετανάστες επειδή δεν εισπράττουν σεβασμό, δεν αποδίδουν. Δεν υπάρχει στη ζωή τους ή στην καθημερινότητά τους και ίσως να μη ξέρουν τι σημαίνει. Δεν ξέρουν πότε πρέπει να μιλήσουν, πότε να ζητήσουν συγγνώμη, πότε να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν. Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές οι αντιδράσεις τους είναι υπερβολικές. Γιατί απλά αδιαφορούν για τους τρόπους τους, αφού αδιαφορούν οι γύρω τους γι’ αυτούς. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπως είναι το σχολείο ανταλλάσσονται απόψεις με σκοπό να συζητηθούν και να αναλυθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν κατανοητές από όλους. Όλοι δέχονται τις απόψεις του άλλου με τη μόνη παρέμβαση να πουν τη δική τους σε περίπτωση διαφωνίας. Κανείς δε μπορεί να χειροδικήσει εναντίον κάποιου άλλου. Η χειροδικία είναι παράπτωμα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τιμωρία. Και η τιμωρία με τη σειρά της οφείλει να είναι δίκαιη και αποδεκτή από όλους. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις εκτεταμένης έντασης μετά από τιμωρία. Για το λόγο αυτό η τιμωρία δε πρέπει να θεωρείται μέσο εκδίκησης, αλλά μέσο σωφρονισμού. Όλοι να είναι θετικά προδιατεθειμένοι απέναντί της για να καταλάβουν ότι γίνεται μόνο για ένα καλύτερο αποτέλεσμα συμπεριφοράς.
Το ότι βρίσκονται σε μια άλλη χώρα από τη δική τους δε σημαίνει ότι την έχουν αποδεχτεί. Κάποιοι μπορεί να έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα περάσουν μεγάλο μέρος της ζωής τους εκεί και ίσως να το θέλουν και κάποιοι αναπολούν κάθε στιγμή της χώρας καταγωγής τους. Στα παιδιά της ταινίας φαίνεται μια διαφορά που απαντάται στην υποστήριξη της χώρας καταγωγής ή της χώρας παραμονής. Άλλοι υποστηρίζουν τη γλώσσα της χώρας τους, τις δικές τους συνήθειες ακόμη και την ποδοσφαιρική ομάδα ενώ άλλοι υποστηρίζουν όλα αυτά στη χώρα παραμονής. Οι πρώτοι θεωρούν πως δε πρέπει να αλλάξουν τα πιστεύω τους και οι ιδεολογίες τους, επειδή άλλαξαν χώρα, ενώ οι δεύτεροι εφόσον τώρα ζουν εκεί θα συμβιβαστούν σ’ αυτά που τους προσφέρονται.

από το βιβλίο του François Bégaudeau, Entre les murs, (Editions Gallimard, Verticales 2006).

1).- Εργασία της Στεφανίας Λαζαρίδου, για το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση», Απρίλιος 2010.

Η ταινία «Ανάμεσα στους τοίχους» τουLaurent Cantet (2008), παρουσιάζει ένα σχολείο σε ένα από τα γκέτο, τις εργατικές κατοικίες της Γαλλίας με μαθητές παιδιά-μετανάστες δεύτερης γενιάς. Το σχολείο αναπαριστά ένα μικρόκοσμο που αντιπροσωπεύει τη γενικότερη κοινωνία του γαλλικού κράτους. Στη διάρκειά της κουλτούρες και συμπεριφορές έρχονται σε αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανάμειξης εθνοτικών ομάδων, ενώ αναδεικνύονται προβλήματα που γεννά η μετανάστευση και οι συνέπειές της: φυλετικές διακρίσεις που τις εντείνει και το σχολικό περιβάλλον, έλλειψη προγραμμάτων για άμβλυνση ανισοτήτων που δημιουργεί η κοινωνική κατάσταση, μέσω της εκπαίδευσης θεσμοθετείται η διαφορετικότητα, η κοινωνική ανισότητα κ.α.( Ανάμεσα στους τοίχους) Ειδικότερα από την οπτική των εκπαιδευτικών βλέπουμε ότι οι καθηγητές που διορίζονται σε σχολεία περιοχών-γκέτο το θεωρούν καταδίκη ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν αντέχουν τη συμπεριφορά των μαθητών, καθώς δεν είναι σε θέση να την ελέγξουν και να τη διαχειριστούν, ξεσπούν και εγκαταλείπουν την αίθουσα. Δείχνουν θέληση και είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν κάθε μαθητή που ενδιαφέρεται να μάθει αλλά αγανακτούν από τις αντιδράσεις ορισμένων από αυτούς.
Από την άλλη, οι καθηγητές σε τέτοιου είδο
υς σχολεία, θέλοντας ή μη, αντιπροσωπεύουν τον κυρίαρχο λόγο, δεδηλωμένο ή υπονοούμενο  ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της ευθύνης και ενοχής των κοινωνικά αποκλεισμένων, έναντι του κατώτερου των μαθητών-μεταναστών, των «απόβλητων» (Λαφαζάνη 1997:69-76). Θεωρούν τα παιδιά κοινωνικά αποκλεισμένα άτομα (καθηγητής: «Πάτε στο κέντρο; Είναι 4 στάσεις του μετρό μακριά από τη γειτονιά σας») αλλά τα ίδια υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να είναι ίσ
οι μεταξύ ίσων πολιτών (μαθήτρια: Μα φυσικά! Εγώ πηγαίνω συνέχεια!»).
Οι μαθητές βιώνουν καθημε
ρινά την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους ίδιους τους καθηγητές τους και αισθάνονται την κοινωνική αδικία ενώ καλλιεργείται φόβος από μέρους των καθηγητών για να κερδηθεί σεβασμός. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα παίρνουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους προσπαθώντας να υπερασπιστούν τον εαυτό τους εφόσον κανείς δεν το κάνει γι’ αυτούς.  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι άτομα με δυνατότητες και γνώση του ποιοί είναι και ποια είναι η θέση τους μέσα στην κοινωνία καθώς και το ποιά είναι η άποψη της κοινωνίας γι’ αυτούς. Δε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τα ίδια τα παιδιά αποκαλούν το μέρος όπου ζουν «γκέτο», μια λέξη ιδιαίτερα φορτισμένη με αρνητική έννοια. Συνεπώς η διαδικασία συγκρότησης κοινωνικής ταυτότητας είναι μια κοινωνική κατασκευή την οποία και αντιλαμβάνονται τα παιδιά που φοιτούν σε τέτοιου είδους σχολεία. [“La Haine” του Mathieu Kassovitz (1995)] . Στην ταινία  αναπαριστάται το μοντέλο μεταναστευτικής πολιτικής της Γαλλίας, το λεγόμενο αφομοιωτικό, δίκαιο της επικράτειας ή του χώματος, του εδάφους (jus solis).  Πρόκειται για το δεύτερο από τα δύο ευρωπαϊκά μοντ
έλα ένταξης ενσωμάτωσης των μεταναστών κατά το οποίο  δεν προβλέπονται συλλογικότητες -κοινότητες σε εθνοπολιτισμική βάση. Συναλλάσσεται με/και ενσωματώνει τους εθνοτικά διαφορετικούς ατομικά, ενώ το κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη διαφορετικότητά του αλλά αυτό, θεωρητικά, δεν αφορά το κράτος. Όλα τα άτομα παρακολουθούν το γαλλικό ενιαίο σχολείο, (école laïque), το οποίο δεν θρησκεύεται, ενώ, παραμένει μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς σχολείο, ώστε να την διαθέσει η οικογένεια του μαθητή, κατά τις αντιλήψεις της, στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο,  η Γαλλία υιοθέτησε κάποιες τροποποιήσεις στον κώδικα ιθαγένειάς της, που την πλησίασαν κάπως στο πολυπολιτισμικό μοντέλο.
Όσον αφορά το χώρο, το γκέτο αποτελεί έναν κοινωνικά αποκλεισμένο χώρο, όπως και το σχολείο. Είναι μια προσπάθεια δηλαδή, αντιστοίχισης του προβλήματος με έναν τόπο ώστε να εντοπίζουμε καλύτερα το πρόβλημα, εφόσον όταν το περιφράξουμε τότε μπ
ορούμε να το κατανοήσουμε , άρα και να το διαχειριστούμε και να το ελέγξουμε πιο εύκολα. Επιπλέον, μπορούμε να διαπιστώσουμε το ποιος είναι κοινωνικά αποκλεισμένος ή ποιος πρόκειται να γίνει, αν εμπίπτει ή δεν εμπίπτει δηλαδή στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται χωρο-κοινωνικές διαφοροποιήσεις (κέντρο-γκέτο) αποκτώντας και τα άτομα ένα «ανήκειν»-στίγμα του κοινωνικά αποκλεισμένου και  περιθωριοποιημένου εφόσον μέρα με τη μέρα γίνονται περισσότερο άλλοι και λιγότερο δικοί μας, ζώντας αλλού, πηγαίνοντας σε άλλους γιατρούς, αποκτώντας διαφορετικές συνήθειες, διαφορετικούς τρόπους διασκέδασης, ντυσίματος, μέχρι και διαφορετική γλώσσα (Λαφαζάνη 1997:69-76). Βλέπουμε σε μια σκηνή τα παιδιά να αντιδρούν στη γλώσσα τη διδασκαλία της οποίας  τους «επιβάλει» ο καθηγητής τους, μια γλώσσα επίσημη εθνική η οποία μάλλον αναδεικνύει παρά αμβλύνει τις διαφορές. Οι μετανάστες με την εγκατάστασή τους σε έναν τόπο, όπως είναι φυσικό, δεν αμελούν παντελώς τη μητρική τους γλώσσα και τον πολιτισμό τους, αλλά ενσωματώνουν λέξεις και συνήθειες στην αντίστοιχη που επικρατεί στη χώρα υποδοχής. Είναι απόλυτα λογικό έτσι, οι μαθητές-μετανάστες να θεωρούν τη γλώσσα που τους διδάσκεται «ξένη», μια γλώσσα που θα τους χρησιμεύσει ,ωστόσο, στη μετέπειτα ζωή τους απλά δεν είναι σε θέση να το κατανοήσουν τη δεδομένη στιγμή (Μαθητής: «Ποιοι μιλούν τη γλώσσα που μας διδάσκετε… μήπως οι επιτηδευμένοι αστοί του μεσαίωνα;»)
Δε θα
πρέπει να ξεχνάμε ότι κοινωνικό αποκλεισμό έχουμε από τη στιγμή που οι κοινωνικά αποκλεισμένοι αρχίζουν να εμφανίζονται ως πρόβλημα και απειλή για την κοινωνία (Λαφαζάνη1997: 69-76). Στην ταινία αποκλεισμό εκτός του άλλων, υφίσταται και ατομικά ο Σουλεϊμάν, αντιδραστικός μαθητής τον οποίο και αναγκάζονται να απομονώσουν από το σχολείο εξαιτίας της συμπεριφοράς του. Έτσι ο Σουλεϊμάν αποτελεί έναν κοινωνικά αποκλεισμένο μέσα σε έναν χώρο επίσης κοινωνικά αποκλεισμένο, όταν ο ίδιος αποκτά ένα «ανήκειν»-στίγμα, αυτό του αντιδραστικού ατόμου.

Βιβλιογραφία-Πηγές

Λαφαζάνη, Δώρα, «Χώρος & Κοινωνικές Σχέσεις, Χώρος & Κοινωνικός Αποκλεισμός», στο Σύγχρονα Θέματα, 1997, τεύχος , σσ. 69-76

©-ΑνθρωποΓεωγραφίες


.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ!!

Εύη Δεμπροπούλου (2007), «Μετανάστευση & Παραβατικότητα στην Ελλάδα»

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-6Y

.

.