.

Γεωγραφίες και Κοινωνίες

Πριν αρχίσω να παρουσιάζω τις σκέψεις μου, θα ήθελα να θυμίσω μια μικρή ιστορία, ένα ιστορικό «ανέκδοτο» ίσως, το οποίο δεν επικαλούμαι ούτε για το επαναστατικό αλλά ούτε και για το προκλητικό του χαρακτήρα του, παρ’όλο που τις ιδιότητες αυτές τις διατηρεί στο ακέραιο και σήμερα ακόμη, σήμερα μάλιστα περισσότερο από ποτέ.
Την ιστορία αυτή την αναφέρω με πρόθεση κυρίως εποικοδομητική, αλλά διδακτική…

Στη Γαλλία του 1870, μετά τη συντριπτική στρατιωτική ήττα που υπέστη η χώρα αυτή από την Πρωσσία, ήρθε η ώρα της διερεύνησης των αιτίων, της συναγωγής των διδαγμάτων και των συμπερασμάτων. Το προκλητικό του πράγματος συνίσταται στην παραδοχή και τη διατύπωση μιας άποψης, σύμφωνα με την οποία, αυτό πού έφερε τους Γάλλους σε μειονεκτική θέση έναντι των αντιπάλων τους Πρώσσων και τους οδήγησε εν συνεχεία στην ήττα ήταν η χαμηλότερου επιπέδου παιδεία τους.
Το σχετικό πόρισμα επιφορτίστηκε να συντάξει ο ιστορικός, στατιστικός και δημογράφος (σύμφωνα με την εν χρήσει τότε ορολογία), αλλά και με πάρα πολλούς τρόπους, σημαντικότατος πρόδρομος της γαλλικής Γεωγραφίας Pierre Émile Levasseur (1828-1911).
Στην έκθεση του υποδεικνύει ως αίτιο την ελλιπή κατάρτιση των Γάλλων σε δύο κυρίως συγκεκριμένους τομείς: στη Γεωγραφία και στις ξένες γλώσσες.
Η έκθεση αυτή οδήγησε στη γενικευμένη εισαγωγή και καθιέρωση της διδασκαλίας της Γεωγραφίας σε όλα τα σχολεία. Οι Γάλλοι βέβαια, παρέμειναν να υστερούν στις ξένες γλώσσες.
Ωστόσο, όπως κι αν σταθούμε μπροστά στο γεγονός που μόλις αναφέραμε, η αλήθεια είναι ότι ήδη από πιο την πρώϊμη αρχαιότητα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, οι ανθρώπινες κοινωνίες και οι εκάστοτε πολιτισμοί τους, μέσα από τους μύθους, τα έπη ή τις θρησκείες τους, στρέφονται αδιάκοπα και ρωτούν τον Κόσμο για να καταλάβουν την Ανθρωπότητα.
Οι αντιλήψεις, οι δοξασίες ή οι θεωρίες για τον χώρο, την δομή και την λειτουργία του, βρίσκονται στις απαρχές των πολιτισμών, από τον ΕλληνοΡωμαϊκό ως τον ΑρχαιοΚινεζικό ή τον Ισλαμικό, αποτελώντας κατ’αρχάς μέρος των εκάστοτε θεολογικών και φιλοσοφικών παραδόσεων.
Η περί τον χώρο γνώση και οι συμβολισμοί οι συνδεδεμένοι με αυτόν, διαπερνούν τις ανθρώπινες κοινωνίες και τα συστήματα αξιών τους, αλλάζοντας συχνά μορφή, ώστε να απαντήσουν στα «νέα» κάθε φορά ερωτήματα.
Οι πρώτοι μελετητές του χώρου, κλήθηκαν να περιγράψουν τον Κόσμο, να τον ερμηνεύσουν και να τον γνωρίσουν στις κοινωνίες τους. Να αποφανθούν για την ενότητα και τις διαιρέσεις του, για την ομοιομορφία, τις κανονικότητες και τις διαφοροποιήσεις του. Γι’αυτά που φαίνονται κι αυτά που δεν φαίνονται, για το «εδώ και το αλλού», τον πάνω και τον κάτω κόσμο.
Κι αυτοί περιέγραψαν πρώτα-πρώτα το βίωμα του χώρου, του χώρου που έζησαν, αυτού που φαντάστηκαν, κι εκείνου που θα ήθελαν να βιώσουν. Στο διάλογο αυτό των κοινωνιών με το χώρο, γεννήθηκαν πολλές γεωγραφίες. Κάθε φορά που οι κοινωνίες ζήτησαν κάτι άλλο από την γνώση ή την επιστήμη του χώρου, κάθε φορά που διατύπωσαν ένα νέο ερώτημα ή μία νέα ανάγκη, κάθε φορά που βρέθηκαν σ’έναν καινούριο δρόμο, γεννήθηκε μια άλλη γεωγραφία. Κι αυτές οι πολλών ειδών γεωγραφίες που καλλιεργήθηκαν, έπαιξαν πολλές φορές με τα σύνορα που τις χώριζαν ή τις ένωναν με γειτονικές τους γνωστικές περιοχές (γνωστικά αντικείμενα), και πρώτα-πρώτα με εκείνες της ιστορίας και της εθνογραφίας.
Παράλληλα, η γεωγραφία, με τις εκάστοτε μορφές της, αποτέλεσε το στήριγμα και το εργαλείο για τον έλεγχο, τη διατήρηση και τη διαχείριση της εκάστοτε πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής εξουσίας στο εσωτερικό κρατών και αυτοκρατοριών, ενώ προσέφερε γενναιόδωρα τις υπηρεσίες της στους κάθε είδους επεκτατισμούς, αποικιοκρατίες και ιμπεριαλισμούς, επωφελούμενη, βέβαια, σημαντικά και η ίδια.
Στις διάφορες καμπές της εξέλιξης της και στις διάφορες εκδοχές της, η Γεωγραφία αποτελεί συχνά πεδίο ενασχόλησης πολύ συγκεκριμένων «επαγγελματιών»:
Στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο Γεωγραφίας στην Αμβέρσα το 1871 (δηλαδή 1 χρόνο μετά), οι συμμετέχοντες είναι διπλωμάτες, στρατηγοί και ναύαρχοι.
Δεν υπάρχουν βέβαια Πανεπιστημιακοί.
Εκτός από αυτούς που ασχολούνται με την στρατηγική εις όφελος των χωρών τους, η Γεωγραφία αποτελεί παράλληλα τη διασκέδαση των ολίγων καλλιεργημένων ανθρώπων, και περιορίζεται για το λόγο αυτό, στα όρια σχετικά στενών και συγκεκριμένων κοινωνικών ελίτ. Νωρίτερα ακόμη, το «κλίμα  εποποιίας» που χαρακτήρισε την εποχή των εξερευνήσεων του 15ου και 16ου αιώνα, διέλυσε τις προηγούμενες αντιλήψεις για τον πλανήτη και τον κόσμο, αμφισβητώντας τις εκδοχές των εκκλησιών και φέρνοντας επανάσταση στις ιδέες, τις αξίες, τα πιστεύω: μια επανάσταση που κατέλυσε κάθε ως τότε μέτρο όταν  πια συναντήθηκε με την τυπογραφία.
Από τον 18ο αιώνα, οι γεωγραφικές περιγραφές διαχέονται πλέον στις κοινωνίες, σημαδεύουν τη λογοτεχνία και την κουλτούρα, γίνονται χάρτες, βιβλία και Υδρόγειες Σφαίρες, που μπαίνουν στο κάθε σχολείο και περνούν από τα χέρια του κάθε μαθητή, ενώ αποτελούν μέρος της καθημερινότητας του εμπόρου, του πολιτικού και του τυχοδιώκτη.
Στις αρχές του 19ου αιώνα η διδασκαλία της Γεωγραφίας έχει γενικευτεί στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στα τέλη του 19ου αιώνα ιδρύονται πλήθος «Γεωγραφικές Εταιρείες».Τα ονόματα τους είναι αποκαλυπτικά: «Εταιρεία Θαλάσσιας Γεωγραφίας», «Εταιρεία Εμπορικής Γεωγραφίας» ή ακόμη, «Εταιρεία Αποικιακής Γεωγραφίας». Οι κοινωνίες παράγουν τις γεωγραφίες που χρειάζονται και ζουν στηριζόμενες στις γεωγραφίες που παράγουν.
Η Γεωγραφία καλείται να συγκεντρώνει, να συστηματοποιεί και να διαχέει τη γεωγραφική γνώση, και μαζί με αυτήν, τον τρόπο που βλέπει ο κάθε πολιτισμός τον Κόσμο. Σε αυτή της την πορεία ευνοήθηκε από την αποικιοκρατία, τον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό, και μέχρι σήμερα επωφελήθηκε από αυτά. Η γεωγραφία που συνδέθηκε με την ολοκλήρωση της κατάκτησης των «Νέων», λεγόμενων, «Κόσμων» και την διανομή της Υφηλίου, συνδύασε για άλλη μια φορά την πληροφόρηση, τη γνώση και την ιδεολογία. Στην επόμενη περίοδο των εκ βάθρων ανακατατάξεων, όταν αποκρυσταλλώνεται και γενικεύεται το μοντέλο του κράτους-έθνους, οι πολιτικοί χρειάζονται να διαμορφώσουν πατριώτες που να γνωρίζουν και να αγαπούν την πατρίδα τους. Η πατρίδα γίνεται «μητέρα» και η απεικόνιση των ισοϋψών καμπυλών της επικράτειας τους δίνει μια γυναικεία μορφή.
Και εδώ μία από τις Γεωγραφίες είναι παρούσα για να στηρίξει, να τροφοδοτήσει αλλά και να νομιμοποιήσει, από κοινού με κάποια από τις Ιστορίες, χρησιμοποιώντας και την ιδεολογική φόρτιση των κειμένων και των χαρτών, την εθνική αλληλεγγύη, τον πατριωτισμό, τον εθνικισμό αλλά και τον ιμπεριαλισμό.

Τέλος η ανάπτυξη, η οικονομική αύξηση (μεγέθυνση)[1], η γεωγραφική κινητικότητα των πληθυσμών και οι μεταναστεύσεις κάθε τύπου, η κουλτούρα των διακοπών, η διαχείριση των διαφόρων ροών ύλης, φυσικών πόρων, πληροφορίας και τεχνογνωσίας και τόσων άλλων, βρίσκουν στη γεωγραφία μια γόνιμη μήτρα που τα συγκεντρώνει, τα ερμηνεύει, τα κατανοεί και τα διαχέει στις κοινωνίες.
Κι όλα αυτά αναφέρονται, μολονότι σχηματικά, γιατί πρέπει επιτέλους να πούμε, πως η γεωγραφία δεν έλειψε ποτέ από το επίκεντρο των όποιων εξελίξεων. Και πως κάποια γεωγραφία κλήθηκε πάντοτε, ίσως πριν κι από την αυγή της οποιασδήποτε κοινωνικής οργάνωσης, να εξυπηρετήσει από τα φιλοσοφικά ερωτήματα και τον μεταφυσικό προβληματισμό, μέχρι τις επιδιώξεις του αρχηγού, του αυτοκράτορα ή του κράτους, από τους στρατιωτικούς, τους εμπόρους και τους κάθε λογής τυχοδιώκτες, μέχρι τις φαντασιακές ή και τις πραγματικές φυγές των ανθρώπων προς το «άλλο» και το «αλλού».
Η Γεωγραφία υπήρξε πάντοτε μια επιστήμη που είχε να πει πολλά, τόσο για την κοινωνία που την γέννησε, όσο και γι’ αυτές που ήταν διαφορετικές από αυτήν. Υπήρξε μια γνώση που όταν δεν μόρφωνε ή δεν διαμόρφωνε τις κοινωνίες, παρακολουθούσε πάντως τις ανάγκες τους, από τις πιο φιλοσοφικές μέχρι τις πολύ-πολύ υλικές και πρακτικές. Η Γεωγραφία ποτέ δεν έπαψε να μετασχηματίζεται, συνδεόμενη, απαντώσα ή και μαχόμενη τις ιδέες, τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα και τις πρακτικές ανάγκες των κοινωνιών που τη γέννησαν. Και είναι γι’ αυτό μια επιστήμη πολύ συχνά ιδεολογικά στρατευμένη.

Γεωγραφία και Ελληνική Κοινωνία

Όλα αυτά, που είναι εύλογο να θεωρηθούν και ως μια άλλου είδους -ιστορική κατά κάποιο τρόπο- νομιμοποίηση της θέσης των γεωγραφικών σπουδών στην κοινωνικοποίηση των πολιτών, μας προτείνουν δύο ειδών ματιές :
1.Αν κοιτάξουμε προς το μέρος αυτών που αποφασίζουν το περιεχόμενο και τις στρατηγικές επιλογές της εκπαίδευσης, μοιάζει οπωσδήποτε περίεργη η ουσιαστική υποβάθμιση ή και ο εξοστρακισμός των γεωγραφικών σπουδών από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και από την εν γένει παιδεία, κουλτούρα ή και αγωγή των πολιτών. Η Γεωγραφία είναι ίσως το μόνο μάθημα που έχει αποκλειστεί από τις εισαγωγικές εξετάσεις, ακόμα κι όταν πρόκειται για την ίδια την εισαγωγή των μελλοντικών πτυχιούχων γεωγράφων.
2.Αν κοιτάξουμε προς το μέρος των αποφοίτων του ισχύοντος εκπαιδευτικού συστήματος και θελήσουμε να δούμε πιο πέρα από την όποια αξιολόγηση των ίδιων των γνώσεων τους στη Γεωγραφία, προβάλλει πολύ πιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η αποστροφή τους για το μάθημα αυτό είναι διαμορφωμένη, πάγια και παραδοσιακή.
Σήμερα που ο κόσμος αλλάζει ταχύτατα με την παγκοσμιοποίηση των φαινομένων και των κάθε είδους επιπτώσεων τους, με την ραγδαία ανάπτυξη των κάθε είδους μέσων, και τις υπόλοιπες αλλαγές σε πλανητικό αλλά και τοπικό επίπεδο, σήμερα που ο κόσμος μικραίνει και μετασχηματίζεται τόσο γρήγορα, όταν δεν παραμορφώνεται, τι άραγε είναι η Γεωγραφία στη χώρα μας ;
Η χώρα που έχει επιλέξει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και να χτίζει την εθνική της ταυτότητα γύρω από την αρχαιοελληνική κληρονομιά, που αρχίζει την διαπαιδαγώγηση των παιδιών της με ένα Ομηρικό Έπος γεμάτο γεωγραφικές πληροφορίες και ερωτήματα, που έχει στις παραδόσεις της τον Ηρόδοτο, αλλά και τον Ερατοσθένη, τον Στράβωνα, τον Πλούταρχο και τους άλλους και που σ’ αυτούς μπορεί να βρει αντιλήψεις περί γεωγραφίας, πολύ παράλληλες και συγγενικές με τις σημερινές ………….. η χώρα αυτή λοιπόν, και εκτός από την τελευταία εικοσαετία, ΠΟΤΕ δεν εκπαίδευσε γεωγράφους.
Σε πείσμα κάθε λογικής που (ήδη από τις αρχές του 19ου  αιώνα για τις δυτικο-ευρωπαικές χώρες) συνυπολογίζει τη γεωγραφία με τις κοινωνικές επιστήμες, τη γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία την διδάσκουν οι φυσικοί, ή οι γυμναστές ή οι φιλόλογοι ή όποιοι άλλοι μη ειδικοί ευκαιρήσουν.

Κι ας έρθουμε τώρα στα κοινωνικά συμφραζόμενα:

Η κοινωνία που ξέρει στο σύνολο της τι είναι ένας γιατρός, ένας νομικός ή ένας μηχανικός και μπορεί να έχει κάποιες θολές έστω ιδέες για κάποιες  άλλες ειδικότητες, δεν έχει καμία απολύτως ιδέα για το τι μπορεί να είναι σήμερα ένας γεωγράφος.
Και όποιος θυμάται τη σχολική γεωγραφία, θυμάται που αποστήθιζε για βουνά και για ποτάμια, για πρωτεύουσες και προϊόντα, για πληθυσμούς και ορυκτά, πράγματα ανούσια και κουραστικά, δοσμένα με τρόπο ανούσιο και κουραστικό, που όπως και εκ των υστέρων αποδείχτηκε, ήσαν μία άχρηστη και νεκρωτική ταλαιπωρία.
Τη νοοτροπία αυτή φαίνεται να φέρει και η επίσημη πολιτεία και οι αρμόδιοι σύμβουλοί της.
Απορία και αμηχανία συναντά κάποιος και στις αντιδράσεις των μελλόντων φοιτητών, που έχοντας μπροστά τους ένα μηχανογραφικό δελτίο οφείλουν να δηλώσουν την  επιλογή τους. Το ίδιο ισχύει και με τους γονείς τους. Εξίσου άβολα αντιδρούν και οι δημοσιογράφοι κάθε φορά που χρειάζεται να αναφερθούν σε/ή να εκφράσουν απόψεις για τα τμήματα γεωγραφικών σπουδών στην Ελλάδα.
Τέλος αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι σημερινοί φοιτητές αλλά και οι επαγγελματίες και οι επιστήμονες γεωγράφοι όταν τους τεθεί το εξής ερώτημα: «Τι σπουδάζεις ή τι δουλειά θα κάνεις; Ή ακόμη, ποιος και πώς την χρειάζεται την δουλειά σου;».
Κι όταν σκεφτούμε το  περιεχόμενο της γεωγραφικής αποσκευής, που κι εμάς των ίδιων κάποτε μας δόθηκε, διαπιστώνουμε μια αδιάσπαστη συνέχεια στις αντιδράσεις των φοιτητών μας και στις μείζονες έγνοιες που αυτές εκφράζουν.

Γεωγραφικές σπουδές στην Ελλάδα, φιλοσοφία, στόχοι και στρατηγική

Πέρα από τα όποια βραχυπρόθεσμα, άμεσα ή πρακτικά ζητήματα που συνδέονται με την καθιέρωση μια επιστημονικής περιοχής στον ακαδημαϊκό χώρο, η ίδια η στρατηγική στο πλαίσιο της οποίας καλείται να αναπτυχθεί η προσπάθεια αυτή δε θα έπρεπε να διαφεύγει της προσοχής μας. Το γεγονός ότι η προσπάθεια έχει ήδη δρομολογηθεί, δεν σημαίνει ότι ζητήματα όπως π.χ. η φιλοσοφία και οι στόχοι των συγκεκριμένων γεωγραφικών σπουδών, είτε η επιστημονική φυσιογνωμία των τμημάτων θα έπρεπε να θεωρηθούν αυτονόητα, λυμένα ή δεδομένα.

Η φιλοσοφία και οι στόχοι των γεωγραφικών σπουδών.
Εκείνο που γίνεται από την αρχή φανερό είναι βέβαια  η προτεραιότητα της αποκατάστασης της γεωγραφικής επιστήμης στη χώρα μας, με όποιον τρόπο και αν επιλέξει κάποιος να την αντιλαμβάνεται. Γίνεται στη συνέχεια κατανοητό ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις, ώστε οι  συγκεκριμένες σπουδές να κατορθώσουν να υποστηρίξουν μια πλήρη και αυτοδύναμη ανάπτυξη της γεωγραφίας, χωρίς στρεβλώσεις, συγκυριακές ρυθμίσεις ή αποδοχή περιφερειακού ρόλου μέσα στο πλαίσιο ενός «διεθνούς καταμερισμού της επιστημονικής παραγωγής». Υπό το πρίσμα αυτό, οι αντικειμενικοί στόχοι των ελληνικών γεωγραφικών σπουδών θα μπορούσαν να αναζητηθούν προς τρεις κυρίως κατευθύνσεις:

1α) Την γεωγραφική αναπαραγωγή.
Την παραγωγή δηλαδή γεωγράφων, που θα διδάξουν γεωγραφία σε όλες τις βαθμίδες από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο.
1β) Το γεωγραφικό εφαρμοσμένο επάγγελμα.
Την κάλυψη των θέσεων των γεωγράφων σε όλους τους τομείς που είναι απαραίτητοι και που σήμερα, είτε καλύπτονται από άλλες ειδικότητες, είτε από γεωγράφους, οι οποίοι προέρχονται από συνοπτικές και μερικές εκπαιδευτικές διαδικασίες, είτε, τέλος, μένουν ακάλυπτες με αποτέλεσμα την ελλιπή διαχείριση του αντικειμένου στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και την ελλιπέστερη ακόμη εκπροσώπηση της χώρας στις σχέσεις της με το εξωτερικό.
1γ) Την γεωγραφική έρευνα
Τόσο όσο αφορά στη χώρα μας, στους χώρους της, όσο και στο υπόλοιπο του κόσμου. Όπως είναι γνωστό η σημερινή ελληνική γεωγραφία, υιοθετεί κατά ένα μεγάλο μέρος τις οπτικές ξένων επιστημόνων και κατά το υπόλοιπο τις οπτικές Ελλήνων γεωγράφων που έγιναν όψιμα τέτοιοι στο εξωτερικό, χωρίς δηλαδή, να έχουν κάνει τις βασικές σπουδές τους στην γεωγραφία. Γίνεται έτσι αναγκαία η αναζήτηση και η αξιοποίηση της ελληνικής γεωγραφικής ματιάς και παράδοσης, τόσο για τον ίδιο τον χώρο μας (τον όποιο χώρο μας), όσο και για τους χώρους των άλλων (των όποιων άλλων), τόσο σε αναλυτικό, ερμηνευτικό και θεωρητικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο εφαρμογών και πολιτικής.

Η φυσιογνωμία των ελληνικών γεωγραφικών σπουδών μέσα στο διεθνές σύστημα παραγωγής, προαγωγής και κατανάλωσης της «γεωγραφικής γνώσης».

Η επιστήμη της γεωγραφίας  με τις επιλογές που γίνονται, έχει την δυνατότητα είτε να υπογραμμίσει τον προσανατολισμό της προς τις ανθρωπιστικές επιστήμες, με μια άρτια και σοβαρή υποστήριξη μιας γεωγραφίας-κοινωνικής επιστήμης, είτε να στραφεί  προς τις τεχνικές σπουδές και την τεχνικά και εργαλειακά άρτια, αλλά κοινωνικά παραιτημένη και άναυδη διαχείριση του χώρου.
Είναι βέβαια γνωστό ότι οι κοινωνικές επιστήμες  δεν αποτελούν  παραδοσιακά στη χώρα μας σε αντίθεση με τις «προηγμένες» λεγόμενες χώρες, ένα ιδιαίτερα ευνοημένο και «χρήσιμο» πεδίο, όπως αποδεικνύει και η θέση που της έχει επιφυλάξει ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός, οι επαγγελματικές διέξοδοι, αλλά και η ίδια η δομή και η σύλληψη του συστήματος επιλογής των φοιτητών.
Παρόλα αυτά, η γεωγραφία, όπως προκύπτει από τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα αλλά και τα τελευταία 200 χρόνια είναι η επιστήμη που αναλύει, ερμηνεύει,  κατανοεί τον χώρο ως συστατικό και αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων. Και δεν έχει άλλο λόγο και τρόπο ύπαρξης ειμή μόνον  ανταποκρινόμενη με επάρκεια στην εικόνα της, ως ιδιαίτερα ενεργού και δρώσας κοινωνικής επιστήμης.
Έχοντας κατά νου τα παραπάνω ας έρθουμε σε ένα επόμενο ζήτημα που συχνά πυκνά αναφύεται, στενά συνδεδεμένο με την ελληνική κυρίως εκδοχή των γεωγραφικών σπουδών: Την διερεύνηση και την εκκρεμή ίσως ρύθμιση μεταξύ της επιστημονικής και επαγγελματικής δικαιοδοσίας των γεωγράφων και εκείνης των πολεοδόμων και των χωροτακτών.
Χωρίς να επεκταθούμε εδώ σε ανάλυση και ερμηνεία των αιτίων τους, ας πούμε τουλάχιστον ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που συνδέεται με συγκεκριμένες στρεβλώσεις και συνειρμούς, οι οποίοι θέλησαν αυτονόητη την επικοινωνία, την επικάλυψη ή και την σύγχυση ανάμεσα σε αυτό που είναι και που κάνει, π.χ. ο αρχιτέκτονας, ο πολεοδόμος ή ο χωροτάκτης, με αποτέλεσμα να παράγονται ιδιότυπα εννοιολογικά και «επιστημονικά» συνονθυλεύματα.
Στην προέκταση της ίδιας λογικής, η οποία ακόμη κι αν είναι ερμηνεύσιμη και κατανοητή, πάντως δεν μπορεί να συνεχίσει να θεωρείται αυτονόητη: Οι γεωγραφικές σπουδές από την μια και οι σπουδές στην πολεοδομία ή την χωροταξία από την άλλη, παρουσιάζονται συγκεχυμένες μεταξύ τους, αδιάκριτες ή ακόμη χειρότερα, ανταγωνιστικές.
Προφανώς, σε έναν ενδεχομένως μέλλοντα γεωγράφο που ρωτάει (πριν ακόμη κατανοήσει «τι είναι η γεωγραφία») να μάθει σε τι θα συνίσταται η ενδεχόμενη δουλειά του, δεν μπορούμε να του λέμε ότι θα γίνει πολεοδόμος, όσο δύσκολο κι αν είναι να του εξηγήσουμε, και  -γιατί όχι- να τον ελκύσουμε προς την νέα ακαδημαϊκή ειδικότητα.
Κι από την άλλη, στον αντίστοιχο ενδεχομένως μέλλοντα χωροτάκτη, που ανησυχεί για την ένταση του επαγγελματικού ανταγωνισμού με τους γεωγράφους, θα πρέπει να του εξηγήσουμε «τι είναι η γεωγραφία», «γιατί δεν είναι πολεοδομία» και πότε μπορεί ο γεωγράφος να είναι χρήσιμος ως επιστημονικά συμπληρωματικός.
Η σύγχυση αυτή, η οποία ως ένα σημείο είναι και φυσικό να υπάρχει κατά το πρώτο διάστημα, συνδέεται και με τη γενικότερη (ηθελημένη ίσως) σύγχυση μεταξύ παιδείας, εκπαίδευσης και πιθανής επαγγελματικής διεξόδου.
Συνδέεται επίσης, με επιδιώξεις περίφραξης και αποκλειστικής νομής επαγγελματικών χώρων, ενώ μπορεί και πρέπει να διαλυθεί εις όφελος και των αντίστοιχων επιστημονικών χώρων, αλλά και της πληρέστερης αντιμετώπισης του επαγγελματικού αντικειμένου, μέσα σε πλαίσια πολυεπιστημονικά.
Τα επαγγέλματα που σχετίζονται με το χώρο, ξεκινώντας από τη μελέτη του, την ανάλυση του, τη θεωρία του και την ιστορία του, και καταλήγοντας στην παραγωγή του αλλά και τις κάθε είδους παρεμβάσεις σε αυτόν δεν μπορεί παρά να επιδιώκουν να αλληλο­συμπληρώνονται.

Ο προβληματισμός μας όμως δεν σταματά εδώ, αφού και άλλα ζητήματα μένουν να διερευνηθούν, όπως :

  • Το ποιοι είναι οι φοιτητές του φθάνουν στο τμήμα, σε σχέση, προφανώς, με το σύστημα επιλογής τους και την προηγούμενη ενημέρωση τους για τη εν λόγω επιλογή.
  • Η  επιδίωξη   αναμόρφωσης   των   σχολικών   εγχειριδίων   σε συνδυασμό το αίτημα της αλλαγής της στάσης της πολιτείας απέναντι σ’αυτή την επιστημονική περιοχή. Η ανάγκη καλύτερης οργάνωσης των προαπαιτήσεων για την εισαγωγή των φοιτητών εκείνων οι οποίοι θα αποτελέσουν τους μελλοντικούς γεωγράφους.
  • Η μεταπτυχιακή συνέχεια εντός και εκτός τμήματος για τους αποφοίτους του, καθώς και τα σχετικά με την αξιολόγηση των σπουδών και τις ισοτιμίες.
  • Η σύνδεση με τον επαγγελματικό χώρο, η επαγγελματική κατοχύρωση και οι προοπτικές επαγγελματικής απορρόφησης.

Τα επαγγέλματα του χώρου που σχετίζονται σε επιστημονικά και διεπιστημονικά πλαίσια, οφείλουν να ξεκινήσουν από την μελέτη του και την ανάλυση του, την θεωρία του και την ιστορία του.
Να καταλήξουν επίσης στην παραγωγή του χώρου με κάθε είδους παρεμβάσεις που θα πρέπει να επιδιώκουν να αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους.


[1] . Σε τι διαφέρουν η «οικονομική ανάπτυξη» και η «οικονομική μεγέθυνση»
Τι σημαίνει οικονομική ανάπτυξη (economic development- développement économique):
Η οικονομική ανάπτυξη σχετίζεται με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, της ποιότητας ζωής κτλ,  με την βελτίωση των δικτύων (ηλεκτροδότηση, ύδρευση, αποχέτευση, ίντερνετ κλπ), με την βελτίωση παροχής υπηρεσιών (παιδεία, υγεία, περίθαλψη και γενικά κοινωνικές παροχές/κράτος πρόνοιας), με την βελτίωση της απασχόλησης κτλ. Όλα αυτά αποτελούν δείκτες οικονομικής ανάπτυξης.
Η οικονομική μεγέθυνση/αύξηση είναι εντελώς άλλο πράγμα (economic growth- croissance économique):
Η μεγέθυνση δεν έχει να κάνει καθόλου με την ποιότητα ζωής, αντίθετα έχει να κάνει με την μεγέθυνση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος  Α.Ε.Π. (τι δηλαδή παράγεται μέσα σε μια χώρα). Επομένως το Α.Ε.Π. δεν μετέχει στην βελτίωση της ποιότητας ζωής, το νέμονται κάποιοι λίγοι, το μοιράζονται μεταξύ τους κτλ.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-18n

.

.

Advertisements