.

Παγκόσμια και Νοτιο-Ευρωπαϊκή Μετανάστευση

Global and South European Immigration

Immigration Mondiale et Sud Européenne

Διαβάστε επίσης: -φορντισμός (4 άρθρα)

Εκτιμάται ότι το 2010 οι μετανάστες γενικώς ήταν 214.000.000 και άρα αποτελούσαν το 3,1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Σε προβολή εάν ο ρυθμός αυτός συνεχιστεί, τότε το 2050 θα μπορούσαν ξεπεράσουν τα 405.000.000.
Περίπου 6 στους 10 μετανάστες ζουν στις ανεπτυγμένες χώρες και αυτό αντιστοιχεί στο 10% του πληθυσμού των ανεπτυγμένων χωρών[1]. Αυτό το ποσοστό αφορά τους μετανάστες ως σύνολο, σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού και όχι τους μετανάστες που είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι αποτελούν το 15% του εργαζόμενου πληθυσμού. Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο πάνω από 5.000.000 άτομα διασχίζουν τα διεθνή σύνορα για να ζήσουν και να εργαστούν σε κάποια ανεπτυγμένη χώρα του Βορρά. Η κινητικότητα των πληθυσμών αποτελεί μία σημαντική διάσταση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Τα οφέλη για την ανθρώπινη ανάπτυξη από τον περιορισμό των εμποδίων στην κινητικότητα αλλά και από τη βελτίωση της μεταχείρισης των μεταναστών –υποτίθεται ότι– είναι σημαντικά.
Συχνά, σε μερίδα των ΜΜΕ βρίσκουν έδαφος και προβάλλονται στερεότυπα του τύπου «οι μετανάστες κλέβουν τις δουλειές μας», «οι μετανάστες επιβαρύνουν τους φορολογούμενους», περιγράφοντας με μελανά χρώματα τη μετανάστευση σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικοί παρακολουθούν με ενδιαφέρον και ανησυχία τη σχέση ανάμεσα στην κινητικότητα των πληθυσμών και τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις τόσο για τις χώρες αποστολής όσο και για τις χώρες υποδοχής των μεταναστών.
Η μετανάστευση προς την Ευρώπη είναι ένα φαινόμενο που εκδηλώθηκε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πρώτη  μεταπολεμική περίοδο, μετανάστες ακολούθησαν την από-αποικιοποίηση προς τις Δυτικο-Ευρωπαϊκές Χώρες,  ενώ, μετά το 1989, νέοι μετανάστες ήρθαν να στηρίξουν την οικονομική ανασυγκρότηση της Ευρώπης. Η δεκαετία του ΄60είχε χαρακτηριστεί από τη μαζική μετανάστευση περίπου 30.000.000 «φιλοξενούμενων» εργατών κάνοντας έτσι τον κάθε μετανάστη τον «έβδομο άνθρωπο», αφού ένας στου εφτά ευρωπαίους ήταν μετανάστης.
Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973-1974 (εμπάργκο από τις χώρες του ΟΠΕΚ) προκάλεσαν οικονομική ύφεση και άλλαξαν το σκηνικό. Από το 1973 και μέχρι την πτώση των καθεστώτων του ανατολικού συνασπισμού (1989-1990) η συγκεκριμένη χρονική περίοδος χαρακτηρίζεται από «περιοριστική μεταναστευτική πολιτική», καθώς η μετανάστευση περιορίστηκε σημαντικά και όχι μόνο αυτό, αλλά συνδυάστηκε και με ένα σημαντικό ρεύμα, την παλιννόστηση.
Η περιοριστική πολιτική της περιόδου αυτής (1973-1990) ενίσχυσε τη μετανάστευση χωρίς έγγραφα αφ΄ενός, και αφ΄ετέρου οδήγησε σε ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών που αναζητούσαν λύση στο πρόβλημά τους μέσω πολιτικού ασύλου –π.χ. Αλβανοί (μέχρι τον Αύγουστο του 1991), Βορειοηπειρώτες, Πολωνοί, κ.α.
Από το 1990 έως το 2012, δηλαδή περίπου την τελευταία 20ετία, μια σειρά από παράγοντες όπως:
α) η παγκοσμιοποίηση,
β) η κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού,
γ) οι περιβαλλοντικές κρίσεις,
δ) οι περιφερειακές συγκρούσεις,
ε) η δημογραφική γήρανση, και
στ) οι αλλαγές στη διάρθρωση της αγοράς εργασίας άλλαξαν ριζικά το ρόλο της Ευρώπης, ως περιοχής υποδοχής μεταναστών όσο και την ίδια τη σύνθεση του μεταναστευτικού πληθυσμού.
Κατά την περίοδο 2005-2010 οι μετανάστες προς την Ευρώπη  αυξήθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Μεγάλη αύξηση παρατηρήθηκε στους μετανάστες από τρίτες χώρες, οι οποίοι στις αρχές του 2009 ζούσαν ή/και δούλευαν στην Ε.Ε. των 27 και υπολογίζονται στα 19,9 εκατομμύρια, δηλαδή ένα 4% των 499.000.000 του συνολικού πληθυσμού της Ευρώπης.
Εάν σε αυτούς προστεθούν και οι πολίτες άλλων κρατών–μελών της Ε.Ε., τότε το σύνολο των πολιτών τρίτων χωρών της Ευρώπης των 27 φτάνει τα 32.000.000, δηλαδή το 6,4% του συνολικού πληθυσμού. Στα 19.900.000 δηλαδή, προστέθηκαν άλλοι 12.100.000 ενδο-ευρωπαϊκοί μετανάστες.
Σύμφωνα με έναν ευρύτερο ορισμό για τους μετανάστες, που αφορά όσους κατοικούν στην Ε.Ε. αλλά όμως έχουν γεννηθεί σε τρίτες χώρες, με στοιχεία του 2007 αντιπροσώπευαν 40.700.000, δηλαδή το 8,3% του πληθυσμού της Ευρώπης των 27.
Μια σημαντική διάσταση της μετανάστευσης προς την Ευρώπη, είναι το πολύ μεγάλο ποσοστό των μεταναστών χωρίς έγγραφα, που ταυτόχρονα είναι και κοινό γνώρισμα των μεταναστευτικών ροών στις ανεπτυγμένες χώρες. 5.000.000-10.000.000 μετανάστες χωρίς έγγραφα κατοικούν στην Ευρώπη, ενώ κάθε χρόνο προστίθενται σε αυτούς άλλοι 500.000.
Ωστόσο η μετανάστευση χωρίς έγγραφα είναι έννοια που έχει κατασκευαστεί διοικητικά και κοινωνικά και αφορά όσους μετανάστες βρίσκονται κάποια δεδομένη χρονική στιγμή χωρίς έγγραφα. Μετανάστες από την Βουλγαρία, την Ρουμανία, την Πολωνία ή την Λιθουανία είναι πλέον νόμιμοι μετανάστες αφού οι χώρες αυτές έχουν ενταχθεί πλέον στην ΕΕ.
Την ίδια στιγμή μετανάστες από αυτές τις χώρες που βρίσκονταν ήδη στην Ευρώπη πριν την ένταξη των χωρών αυτών στην Ε.Ε., έχουν νομιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα για την καταγραφή της μετανάστευσης χωρίς έγγραφα, φαίνεται ότι το 2008 υπήρχαν 1,9-3,8 εκατομ. μετανάστες χωρίς έγγραφα στην Ευρώπη.
 

Η ερμηνεία της μετανάστευσης προς τη Ν. Ευρώπη
Κατά τη δεκαετία του 1980 οι χώρες της νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία) αποτέλεσαν προορισμό για μετανάστες από τις πρώην Ανατολικές χώρες, την λατινική Αμερική και την Αφρική. Οι χώρες της νότιας Ευρώπης από χώρες αποστολής μεταναστών μετατράπηκαν σε χώρες υποδοχής, συνέχισαν όμως παράλληλα να στέλνουν μετανάστες και προς την Βόρεια Ευρώπη, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία κλπ.
Αυτές οι τέσσερις νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες χρησίμευσαν ως προθάλαμος για να συνεχίσουν οι μετανάστες τον δρόμο τους προς τη Δυτική Ευρώπη (μετανάστευση transit), στην πορεία όμως οι μετανάστες χωρίς έγγραφα εγκλωβίστηκαν και κατέληξαν να γίνουν ο τελικός προορισμός των χωρών αυτών.
Κατά την περίοδο 2005-2010 σε αυτές τις τέσσερις χώρες του νότου (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία) σημειώθηκε η σημαντικότερη είσοδος μεταναστών στην Ευρώπη, δηλαδή 3,4 εκατομ. άτομα.
Υπολογίζεται ότι σήμερα κατοικούν στον ευρωπαϊκό νότο 9.000.000 μετανάστες, με ή χωρίς έγγραφα. Στην Ιταλία το ποσοστό είναι σχετικά μικρό (4,3% του συνολικού πληθυσμού), ενώ στην Πορτογαλία και στην Ελλάδα ανέρχεται αντίστοιχα σε 7,3% για την πρώτη και 8,8% για τη δεύτερη. Σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις για την Ελλάδα το ποσοστό ξεπερνά το 10% επί του συνολικού πληθυσμού, ενώ στην Ισπανία φτάνει το 11%.
Η σημαντική αύξηση των μεταναστών στις χώρες της νότιας Ευρώπης έχει να κάνει με τη γεωγραφική θέση τους, δηλαδή τα διακριτά σύνορά τους και τις εκτεταμένες ακτογραμμές. Οι μετανάστες που φτάνουν στον ευρωπαϊκό νότο και τελικά δε μπορούν να φύγουν για άλλη χώρα, έχουν μετατρέψει αυτές τις χώρες σε τελικό τους προορισμό.
Η ένταξη αυτών των χωρών στην ΕΕ, κατά την δεκαετία του 1980, η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε, η αναδιάρθρωση κάποιων τομέων της οικονομίας, η εποχικότητα κάποιων άλλων τομέων, όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία και η γεωργία καθώς και η παρα-οικονομία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.
Όλα αυτά δημιούργησαν νέες ανάγκες για εργατικό δυναμικό, ενώ η βελτίωση του βιοτικού και του εκπαιδευτικού επιπέδου των ντόπιων πληθυσμών οδήγησε στην αποχώρησή τους από τις χαμηλά αμειβόμενες και χαμηλού κοινωνικού κύρους (status) θέσεις εργασίας.
Τέλος, η αδυναμία των μηχανισμών ελέγχου των μεταναστών χωρίς έγγραφα και η πολύ χαμηλή χρηματοδότηση των υπηρεσιών αυτών, δεν επέτρεψαν τον έλεγχο των μεταναστών χωρίς έγγραφα.
Η νότια Ευρώπη αποτελεί μία ειδική περίπτωση του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού μοντέλου που χαρακτηρίζεται από ύστερη εκβιομηχάνιση, μεγάλο αγροτικό και τουριστικό τομέα, κερδοσκοπική αστική ανάπτυξη και διευρυμένη παρα-οικονομία οικογενειακής μορφής. Αυτά συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου μετανάστευσης, που διαφέρει σημαντικά από το φορντιστικό μοντέλο της μετανάστευσης με έγγραφα των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, η οποία συνδέθηκε με την εκβιομηχάνιση των χωρών της βόρειας Ευρώπης, όπως π.χ. η Γερμανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία.
Το μοντέλο αυτό ονομάστηκε «νοτιοευρωπαϊκο» και έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τη μετανάστευση χωρίς έγγραφα, την πολλαπλότητα και την ομοιογένεια των εθνικοτήτων που φτάνουν στη νότια Ευρώπη, τη διαφορετική συμμετοχή των δύο φύλων (που έχει να κάνει με την εθνικότητα, τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στη χώρα προέλευσης και τον τύπο απασχόλησης στις χώρες υποδοχής), τη διαφορετική γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των μεταναστών και τέλος, τη συνύπαρξη της μετανάστευσης με μεγάλα ποσοστά ανεργίας και υπο-απασχόλησης στις χώρες υποδοχής.
 Είναι λοιπόν σημαντικό να μελετηθεί ο βαθμός στον οποίο οι τέσσερις χώρες της νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία) συγκροτούν ένα ενιαίο μοντέλο μετανάστευσης, αλλά να μελετηθούν επίσης και οι μεταξύ τους διαφορές, που δημιουργούν εμπόδια στην συγκρότηση ενός τέτοιου μοντέλου.
Πρόσφατα έγινε μία προσπάθεια να μελετηθούν και χώρες που εντάχθηκαν τελευταία στην ΕΕ, όπως η Κύπρος, η Μάλτα και η Σλοβενία. Η ιδιαιτερότητα του «νοτιευρωπαϊκού μοντέλου» έγκειται σε συγκεκριμένα δημογραφικά και κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά αλλά και στις μεταβολές που παρατηρήθηκαν σε αυτές τις χώρες και είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ευκαιρίες για τους μετανάστες.
Από τη δεκαετία του 1990 παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας που παρατηρούνται στην Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα και πλησιάζουν το 35% (με την ανεργία των νέων στο 65%), οι χώρες αυτές εξακολουθούν να προσελκύουν μεγάλους αριθμούς μεταναστών.
Η αναδιάρθρωση της οικονομίας και η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, οδήγησαν στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης τις οποίες συχνά απορρίπτουν οι ντόπιοι πληθυσμοί.
Η προσδοκία για «ασφαλή και αξιοπρεπή» απασχόληση για τους ντόπιους πληθυσμούς, έχει ως συνέπεια την απόρριψη θέσεων εργασίας από τους ντόπιους, που συνοδεύονται επίσης από χαμηλές αμοιβές, σκληρή εργασία και κακές συνθήκες απασχόλησης.
Έτσι δίνεται χώρος για να απασχοληθούν στις θέσεις αυτές οι μετανάστες. Αυτό οφείλεται στο ότι στη νότια Ευρώπη, ορισμένες ομάδες ανέργων δεν βρίσκονται σε άμεση ανταγωνιστικότητα με τους μετανάστες στην αγορά εργασίας.
Αυτές οι ομάδες του ντόπιου πληθυσμού εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, μόνο εάν αυτές αντιστοιχούν στην εκπαίδευση, την οικογενειακή και οικονομική θέση τους.
Σε ένα τέτοιο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον οι μετανάστες έρχονται και καλύπτουν τις ανάγκες μιας τμηματοποιημένης (segmented), ευέλικτης και συχνά άτυπης αγοράς εργασίας.
Καλύπτουν τις «τρύπες» που δημιουργεί ο ντόπιος πληθυσμός και είναι κυρίως με κοινωνικούς και λιγότερο με οικονομικούς όρους.
Πρόκειται για μια τμηματοποιημένη αγορά εργασίας που χαρακτηρίζεται από ευέλικτη ή/και άτυπη απασχόληση, στην οποία κυριαρχούν άθλιες συνθήκες απασχόλησης και οι εργαζόμενοι είναι ανασφάλιστοι.
Σε αυτή τη δευτερεύουσα αγορά εργασίας τις θέσεις καταλαμβάνουν ανειδίκευτοι κακοπληρωμένοι εργάτες, οι οποίοι έχουν πολύ μικρά περιθώρια εξέλιξης.
Ο διαχωρισμός μεταξύ των θέσεων εργασίας στην επίσημη και στην ανεπίσημη/ άτυπη αγορά εργασίας έχει να κάνει με το χαρακτήρα των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων εξουσίας, με τις ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών φύλων, των κοινωνικών τάξεων και των εθνικοτήτων. Σε μια τμηματοποιημένη αγορά εργασίας οι μετανάστες καταλαμβάνουν τις πιο επισφαλείς, πιο χαμηλά αμειβόμενες, πιο περιθωριακές και υψηλής εκμετάλλευσης θέσεις απασχόλησης.
Η τμηματοποιημένη αυτή αγορά εργασίας αφορά τη γεωργία, τις κατασκευές, τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία, τον τουρισμό, το πλανόδιο εμπόριο και τις  «κατ’ οίκον» υπηρεσίες.
Επιπλέον όσο οι κανόνες και η λειτουργία των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών θεσμών δυναμώνουν τα δικαιώματα των απασχολουμένων στην επίσημη αγορά εργασίας, τόσο η ανάγκη για τη συντήρηση και διόγκωση της άτυπης απασχόλησης του ευέλικτου μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού θα γίνεται μεγαλύτερη.
Η τμηματοποίηση της αγοράς εργασίας συνδέεται ακόμα με την «εσωτερική» ιεράρχηση των εθνικοτήτων των μεταναστών, αλλά και με την «αρχαιότητα» της παρουσίας των μεταναστών στις χώρες υποδοχής. Οι καλύτερες θέσεις στην αγορά εργασίας ανατίθενται στους «παλαιότερους» μετανάστες, ενώ οι χειρότερες όσον αφορά την αμοιβή, τις συνθήκες εργασίας και την ασφάλιση, παραχωρούνται στους «νεότερους» και συχνά στους μετανάστες χωρίς έγγραφα.
Ήδη από τη δεκαετία του 1990, η συνεχώς αυξανόμενη μετανάστευση χωρίς έγγραφα, ήρθε να καλύψει τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό των νέων χωρών υποδοχής μεταναστών, και βασικά στη νότια Ευρώπη.
Ωστόσο το φαινόμενο επεκτείνεται σιγά-σιγά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου οι μετανάστες χωρίς έγγραφα εξαναγκάζονται να συνεισφέρουν τα μέγιστα σε διάφορους τομείς της οικονομίας.
Παρ’ όλα αυτά, εκτός από την ευελιξία και τις άτυπες μορφές απασχόλησης που παρέχουν οι μετανάστες χωρίς έγγραφα, παρατηρείται και σημαντική γεωγραφική κινητικότητα λόγω της εποχικότητας, της προσωρινότητας και της περιοδικότητας των εργασιών που υποχρεώνονται να κάνουν, προκειμένου να ενταχθούν στις δευτερεύουσες-άτυπες αγορές εργασίας των χωρών υποδοχής.
Για αρκετά χρόνια η άτυπη απασχόληση αποτέλεσε τη μοναδική ευκαιρία των μεταναστών για εργασία.
Επίσης στη νότια Ευρώπη τα όρια μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης-άτυπης-ευέλικτης απασχόλησης δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, ενώ η μετάβαση από τη μία στην άλλη, έχει συχνά να κάνει με διαπραγματεύσεις μεταξύ μεταναστών και ντόπιων.
Έτσι από τη δεκαετία του 1980, η νότια Ευρώπη ήρθε να επιβεβαιώσει την άποψη ότι η εργασία των μεταναστών είναι προϋπόθεση για την εντεινόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη, ακόμη και στη μετα-φορντιστική εποχή, αφού επιτρέπει τη διαρκή επέκταση των τμηματοποιημένων αγορών εργασίας.
Πρόκειται δηλαδή για τμηματοποιημένες αγορές εργασίας που διαφοροποιούνται κατά οικονομικό τομέα, τύπο εργασίας και κοινωνικό φύλο.
Σε αυτή την τμηματοποιημένη αγορά εργασίας ο ανταγωνισμός με τους ντόπιους είναι πρακτικά ανύπαρκτος, καθώς οι δεύτεροι αρνούνται να εκτελέσουν εργασίες σε τομείς όπως η γεωργία, οι κατασκευές, ο τουρισμός, η φροντίδα ηλικιωμένων και οι οικιακές υπηρεσίες.
Οι διαφορές αμοιβής ανάμεσα σε γηγενείς και μετανάστες, και ειδικά όταν αυτοί οι τελευταίοι είναι χωρίς έγγραφα, είναι μεγάλες μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων της αγοράς εργασίας.
Σχετικά με τη συμπληρωματικότητα ή τον ανταγωνισμό των μεταναστών με τους γηγενείς απασχολούμενους:
έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες που αποδεικνύουν την τμηματοποίηση της αγοράς εργασίας και την ανάληψη από τους μετανάστες εργασιών με μειωμένο κύρος, χαμηλές αμοιβές και ανύπαρκτη εξειδίκευση. Αυτό σημαίνει ότι πολύ σπάνια οι μετανάστες και ο γηγενής πληθυσμός ανταγωνίζονται σε σχέση με την αγορά εργασίας. Επιπλέον η εκτεταμένη ετερο-απασχόληση των μεταναστών, οι οποίοι εμφανίζονται σημαντικά υπερ-εκπαιδευμένοι σε σχέση με τις θέσεις εργασίας που καλούνται να καταλάβουν, συνεπάγεται τη μη πλήρη αξιοποίηση αυτού του εργατικού δυναμικού, ανάλογα με την ειδικότητά και με τα προσόντα τους.
Ωστόσο, κάποιες από τις χώρες της νότιας Ευρώπης και αρκετές από τη δυτική και κεντρική Ευρώπη, όπως η Σουηδία, η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Τσεχία και η Αυστρία απασχολούν μετανάστες ανάλογα με τα προσόντα τους.
Ειδικά στην Ελλάδα το ποσοστό των αλλοδαπών που απασχολούνται σε θέσεις εργασίας δυσανάλογες με τα προσόντα τους, είναι τριπλάσιο από εκείνο των ντόπιων. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν η Ισπανία και η Ιταλία με μικρότερα βέβαια ποσοστά, ενώ η Πορτογαλία ακολουθεί με ακόμα μικρότερο ποσοστό.
Τα μεγάλα ποσοστά ετερο-απασχόλησης (απασχόλησης αναντίστοιχης με τα προσόντα των μεταναστών) στις χώρες της νότιας Ευρώπης, αποτελούν μία σημαντική ένδειξη των θεσμικών (άδεια παραμονής, αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, κτλ), κοινωνικών ή άλλων εμποδίων που τίθενται για την πλήρη ενσωμάτωση των μεταναστών στις τοπικές κοινωνίες υποδοχής.
Εάν εξεταστεί συγκριτικά το μεταναστευτικό φαινόμενο σε γεωγραφικό επίπεδο, είναι φανερό ότι οι χώρες που αναφέρονται δεν αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι η θεωρητική κατασκευή του «νοτιοευρωπαϊκού» μοντέλου μπορεί να αμφισβητηθεί για πολλούς λόγους:

  1. Οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες δεν αποτελούν ενιαία γεωγραφική ενότητα και ειδικά επειδή στο εσωτερικό τους και κυρίως της Ιταλίας και της Γαλλίας, υπάρχουν σημαντικές περιφερειακές διαφορές σε ό,τι αφορά  τον αριθμό των μεταναστών αλλά και την εθνική τους σύνθεση.
  2. Υπάρχουν μεγάλες διαφορές στη σύνθεση του μεταναστευτικού πληθυσμού κάθε χώρας, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ της χώρας υποδοχής και της χώρας προέλευσης των μεταναστών.
  3. Σε σχέση με το ζήτημα της κατά φύλο και εθνικότητα σύνθεσης και της ασυμμετρίας ως προς τη συμμετοχή των δύο φύλων, έχει παρατηρηθεί πρόσφατα μία τάση εξισορρόπησης.
  4.  Η σύνδεση της μετανάστευσης χωρίς έγγραφα, που αποτελεί την κυρίαρχη μορφή μετανάστευσης στον ευρωπαϊκό νότο, με την παρουσία και τα χαρακτηριστικά του άτυπου-ευέλικτου τομέα της εργασίας, έχει επεκταθεί σημαντικά και στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Για τους παραπάνω λόγους αυτό το θεωρητικό «νοτιοευρωπαϊκό» μοντέλο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως στατικό, αφού αλλάζει με διαδικασίες όπως η οικογενειακή συνένωση.
Το ερώτημα είναι λοιπόν αν κατά τα επόμενα χρόνια θα μπορούμε να μιλάμε για την ιδιαιτερότητα του «νοτιοευρωπαϊκού» μοντέλου ή αν από την άλλη, θα υπάρξει σύγκλιση των χαρακτηριστικών του βόρειου και του νότιου μοντέλου μετανάστευσης.


[1] Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Μετανάστευσης για το 2010.

.

Σημειώσεις της Π. Βασιλείου και διορθωμένες από εμένα, από το: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ – ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.), Μετανάστες στη Ελλάδα, Απασχόληση και ένταξη στις τοπικές κοινωνίες, 2012

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-ZY

.

.

.

Advertisements