.

Unemployment — Chômage

Ανεργία είναι όταν, σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης κυρίως, ο αριθμός των προσφερόμενων θέσεων εργασίας είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμό των ατόμων που αναζητούν εργασία.

Πλήρης απασχόληση ή «φυσιολογική ανεργία»: θεωρείται όταν ο αριθμός των ανέργων είναι μικρότερος ή ίσος από το 3,5% έως 4%.

Κρυφή ή συγκαλυμμένη ανεργία (hidden unemployment): είναι η ανεργία των «εν δυνάμει» εργαζομένων που όμως δεν αντικατοπτρίζεται στις επίσημες στατιστικές για την ανεργία, λόγω του τρόπου με τον οποίο συλλέγονται τα στατιστικά στοιχεία. Σε πολλές χώρες, μόνο εκείνοι που δεν εργάζονται, αλλά ψάχνουν για εργασία (ή / και δικαιούνται παροχές κοινωνικής ασφάλισης) υπολογίζονται ως άνεργοι. Όσοι έχουν παραιτηθεί από την αναζήτηση εργασίας (όπως και μερικές φορές όσοι βρίσκονται σε κυβερνητικά προγράμματα «επανακατάρτισης») δεν  συγκαταλέγονται επίσημα μεταξύ των ανέργων. Το ίδιο ισχύει και για όσους έχουν συνταξιοδοτηθεί πρόωρα για να μην απολυθούν, αλλά θα προτιμούσαν να εργάζονται. Η στατιστικές επίσης δεν υπολογίζουν αυτούς που εργάζονται λιγότερες ώρες από ό,τι θα προτιμούσαν (υποαπασχόληση) ή εργάζονται σε μια δουλειά που δεν κάνουν καλή χρήση των δυνατοτήτων τους (ετεροαπασχόληση). Επιπλέον, εκείνοι που είναι σε ηλικία εργασίας, αλλά βρίσκονται σε εκπαίδευση, συνήθως δεν θεωρούνται άνεργοι στα στατιστικά στοιχεία της κυβέρνησης. Τέλος παραδοσιακά άνεργοι ιθαγενείς πληθυσμοί, που επιβιώνουν ως τροφοσυλλέκτες, κυνηγοί, κτηνοτρόφοι, και γεωργοί σε περιοχές άγριας φύσης, μπορούν ή και όχι να προσμετρηθούν στις στατιστικές της ανεργίας. Οι επίσημες στατιστικές υποτιμούν συχνά τα ποσοστά ανεργίας, λόγω της κρυφής ανεργίας.

Η διαρθρωτική ή δομική ανεργία (Structural unemployment): Η διαρθρωτική ανεργία σχετίζεται με αλλαγές στις οικονομικές δομές μιας χώρας, προκαλώντας μια ποιοτική αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας.
Ο ορισμός της διαρθρωτικής ή δομικής ανεργίας είναι αρκετά απλός: μια ιδιωτική εταιρεία επιτρέπεται να σταματήσει και να αναστείλει την δραστηριότητα και το έργο των εργαζομένων ή να τους υποχρεώσει να εργάζονται «εκ περιτροπής».
Είναι δηλαδή μια αναγκαστική μείωση του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση.
Η λύση αυτή είναι απαραίτητη για την εταιρεία και τους εργαζομένους, λόγω ανησυχίας για τις παραγγελίες, απώλειας χρημάτων ή οικονομικής κρίσης.
Η διαρθρωτική ή δομική ανεργία προηγείται συνήθως της απόλυσης. Η διαρθρωτική ή δομική ανεργία πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένη και απορρέει από την αδυναμία άλλων εταιρειών να παράσχουν τα απαραίτητα υλικά για η κατασκευή των προϊόντων της.
«Εκ περιτροπής εργασία» μπορεί να προκληθεί από μια μη φυσιολογική μείωση της δραστηριότητας της εταιρείας, η οποία είναι αναγκασμένη να μειώσει τις ώρες εργασίας.

Τεχνολογική ανεργία (Technological unemployment): Είναι το αποτέλεσμα της τεχνολογικής εξέλιξης, που οδηγεί στην εξαφάνιση θέσεων εργασίας ή και συγκεκριμένων επαγγελμάτων, λόγω τεχνολογικής προόδου. Είναι η ανεργία η οποία οφείλεται στις αλλαγές που υφίστανται οι κοινωνίες όπως τεχνολογικές εξελίξεις, χρήση μηχανών οι οποίες αντικατέστησαν τα ανθρώπινα χέρια. Έτσι η ποσότητα της προσφερόμενης εργασίας υπερβαίνει τη ζητούμενη. Οι εργαζόμενοι αναζητούν θέσεις εργασίας δίχως να υπάρχουν  κενές θέσεις εργασίας για να τις καλύψουν.

Εποχιακή ανεργία (seasonal unemployment): Είναι μια κατάσταση κατά την οποία ένας αριθμός των ατόμων δεν είναι σε θέση να βρουν θέσεις εργασίας κατά τη διάρκεια ορισμένων μηνών του έτους.
Παράδειγμα: Η γεωργία είναι μια εποχιακή δραστηριότητα. Υπάρχει μια αυξανόμενη ζήτηση για εργατικό δυναμικό κατά την σπορά, την συγκομιδή, το βοτάνισμα και το αλώνισμα. Στο ενδιάμεσο διάστημα υπάρχει μικρή ή καθόλου ζήτηση για εργασία. Ο αγροτικός εργάτης βρίσκεται άνεργος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αυτό ονομάζεται εποχιακή ανεργία.

.

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-ZP

.

.

.

Advertisements