.

[συνέχεια]

Ευρωπαϊκή Μετανάστευση, 7° μάθημα/σημειώσεις

.

Η νομιμότητα της παρουσίας του μετανάστη ρυθμίζεται με τρεις τρόπους:

.
α.  a priori:

Μέτρα ελέγχου της εισόδου και της παραμονής του μετανάστη στην επικράτεια ως προς τα οποία οι ευρωπαϊκές χώρες συγκλίνουν

β. a posteriori:

Προγράμματα νομιμοποίησης ή όπως λέγεται «αμνήστευσης» της εισόδου και παραμονής του μετανάστη στη χώρα.

γ. Συνεχείς επαναπροσδιορισμοί του κώδικα ιθαγένειας (υπηκοότητας):

Υπάρχει κι ένας τρίτος τρόπος για να ρυθμιστεί η παρουσία των μεταναστών στο έθνος. Αυτός είναι μέσα από τους συνεχείς επαναπροσδιορισμούς του κώδικα ιθαγένειας (υπηκοότητας), στην διακριτική ευχέρεια της Πολιτείας.

Η ιθαγένεια δηλώνει τον τόπο στον οποίο κάποιος γεννήθηκε, και τούτο είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να αλλάξει.

Ο κώδικας ιθαγένειας λοιπόν είναι επί της ουσίας ο «κώδικας υπηκοότητας». Το άρθρο 19 του Κώδικα Ιθαγένειας προέβλεπε για τους μουσουλμάνους της Θράκης ότι αν μεταναστεύσουν στην Τουρκία χωρίς πρόθεση να επιστρέψουν, τότε χάνουν την ελληνική ιθαγένεια. Αυτό ονομάζεται «στέρηση ιθαγένειας» και οι εν λόγω πολίτες «ανιθαγενείς». Η αρχή έγινε με Διάταγμα του 1927 (Κυβέρνηση Ζαΐμη)[1]. Εν συνεχεία το Διάταγμα του 1927, μεταλλάχθηκε στο άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας το 1955. Το εν λόγω άρθρο ίσχυσε από το 1955 (Κυβέρνηση Παπάγου ή Καραμανλή) και καταργήθηκε το έτος 1998, επί κυβέρνησης Σημίτη. Ενδιαμέσως απέκτησε και κανονιστική θωράκιση μέσω του Συντάγματος του 1975.

Έτσι λοιπόν μέσα από τις συνεχείς αναμορφώσεις του κώδικα ιθαγένειας  αλλάζουν και οι συνθήκες με τις οποίες ένας μετανάστης θα μπορούσε να ενταχθεί στην κοινωνία.

Το Κράτος και η Πολιτεία έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να ρυθμίζουν την παρουσία των μεταναστών στο έθνος. Η κοινωνία, από την πλευρά της (θα μπορούσε) να ορίζει τις συνθήκες με τις οποίες συμμετέχουν οι μετανάστες στη χώρα. Αυτά ρυθμίζονται μέσω διαδοχικών αναθεωρήσεων των πολιτικών απονομής της ελληνικής υπηκοότητας και άρα αναθεωρήσεων της αναλογίας μεταξύ του δικαίου του αίματος ή της καταγωγής (jus sanguinis) και του δικαίου της επικράτειας ή του εδάφους [στην κυριολεξία: δίκαιο του χώματος] (jus solis). Τα δύο αυτά μοντέλα (το Γερμανικό και το Γαλλικό αντίστοιχα) βρίσκονται στα δύο άκρα και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διαμορφώνουν την δική τους στρατηγική με μείγμα των δύο αυτών.
Η Γερμανία το 2002 πλησίασε το δίκαιο της Γαλλίας, με την παροχή διαβατηρίου στους Τούρκους που γεννήθηκαν στη χώρα.
Η Γαλλία επίσης πλησίασε το δίκαιο της Γερμανίας με την απόφαση να κάνει πιο δυσμενείς τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις με τις οποίες παρείχε την υπηκοότητα, η οποία στην αρχή ήταν δεδομένη. Η υπηκοότητα του γερμανικού δικαίου υποστηρίζει ότι για να είναι κάποιος Γερμανός, πρέπει να έχει γεννηθεί από Γερμανό (πατέρα ή μητέρα). Για τη Γαλλία από την άλλη μεριά, εάν ένα παιδί γεννιόταν στο γαλλικό έδαφος, εναέριο χώρο ή χωρικά ύδατα έπαιρνε αυτομάτως τη γαλλική υπηκοότητα. Από το 1986 υπάρχουν οι εξής απαιτήσεις: α).- το παιδί να έχει γεννηθεί στη Γαλλική επικράτεια, οριζόμενη κατά τα παραπάνω και εν συνεχεία, να έχει ζήσει τα τελευταία πέντε χρόνια πριν την ενηλικίωσή του σε γαλλικό έδαφος.

Το περιεχόμενο της ένταξης στην κοινωνία υποδοχής παραμένει άγνωστο όπως και οι όροι με τους οποίους θα μπορούσε να επιτευχθεί, ενώ παράλληλα και η κοινωνία υποδοχής δεν πιέζει προς μία τέτοια κατεύθυνση ή αποφεύγει να τη διεκδικήσει. Εξίσου άγνωστη παραμένει η συσχέτιση της υπηκοότητας με την ιδιότητα του πολίτη (το οποίο περιλαμβάνει και το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθα). Από κοντά ακολουθεί και η θολή χρήση της λεγόμενης πολυπολιτισμικότητας. Η Ελλάδα αρκείται στο θέμα αυτό σε κάποιες κατευθύνσεις που δίνονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίες συνοψίζονται στο: «την πολιτική μας την επιβάλει η Ε.Ε και οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας». Όμως η όποια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική δε μπορεί να επεκταθεί πέρα από τη ρύθμιση της εισόδου στη χώρα, της παραμονής, της κινητικότητας των μεταναστών μέσα στην επικράτεια όπως επίσης και στα θέματα πολιτικής ασύλου.

Η μετανάστευση, όπως έχει αναφερθεί κατ’επανάληψη, χωρίζεται στην μεταΠολεμική (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και την μεταΨυχροπολεμική (από το έτος 1989 και μετά).

Οι παρατηρήσεις που θα ακολουθήσουν αφορούν την «Νέα Μετανάστευση», δηλαδή την μεταΨυχροπολεμική:

Η «νέα μετανάστευση» χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη δυσκολία των μεταναστών να ενταχθούν στην κοινωνία υποδοχής και να επωφεληθούν από τους ισχύοντες κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς. Οι κοινωνικές συνέπειες της εργασιακής υπερ-εκμετάλλευσης, το πρόβλημα εκπαίδευσης, οι ελλείψεις πολιτικής αναγνώρισης της εθνο-πολιτισμικής διαφορετικότητας κυρίως σε σχέση με το Ισλάμ καθώς και η αναμενόμενη αύξηση της πολιτικής συνειδητοποίησης των μεταναστών δεν αντιμετωπίζονται βέβαια με απλές από τα πάνω κινήσεις συγκυριακής εξομάλυνσης των εντάσεων και επιφανειακού εξανθρωπισμού των συνθηκών παρουσίας και εργασίας των μεταναστών στη χώρα. Ούτε επίσης με ρητορικές περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της απόφασης σχετικά με την ίδρυση τεμένους στην Αθήνα, τη χρηματοδότησή του αλλά και  τους όρους της λειτουργίας του: η απόφαση δεν πάρθηκε με όρους πολιτικούς, ούτε επειδή τέθηκε θρησκευτικό ζήτημα περί άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων των μουσουλμάνων της Αθήνας. Τέθηκε όμως με όρους συγκυρίας: υποτίθεται ότι θα ιδρυόταν ένα τέμενος κοντά στο αεροδρόμιο των Σπάτων για την εξυπηρέτηση των μουσουλμάνων αθλητών με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες .

Όλες οι σχετικές μελέτες και το σχετικό πρωτογενές υλικό δείχνουν τη βιωμένη από τους μετανάστες εχθρότητα εκ μέρους της κοινωνίας υποδοχής και εκ μέρους της διοίκησης. Οι ίδιες μελέτες δείχνουν ακόμη την προσβολή της αξιοπρέπειάς τους, τη σκληρότητα, τη βαναυσότητα, τη βαρβαρότητα εκ μέρους του κράτους, της διοίκησης και την κοινωνίας υποδοχής (αυτά τα τρία είναι τρία διακριτά ζητήματα). Οι μετανάστες αισθάνονται ότι πρέπει να είναι προσεκτικοί, ότι κινδυνεύουν, ότι είναι ταπεινωμένοι. Η διάσταση ανάμεσα στο είδος απασχόλησής τους και τα προσόντα τους δε μπορεί παρά να τους προκαλεί οργή και δυσαρέσκεια. Οι μελέτες που διαρκώς πολλαπλασιάζονται, παραμένουν προς το παρόν στο γεγονός ότι ο μόνος τρόπος που έχουν οι μετανάστες να εκφραστούν είναι διαμεσολαβούμενοι από τους Έλληνες μελετητές και κυρίως από τις μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Επιπλέον, όσο και αν φαίνεται εφικτή η κοινωνική κινητικότητα των μεταναστών (κοινωνική ανέλιξη) στην πραγματικότητα, θεσμοθετείται η αβεβαιότητα και η πρόσκαιρη παρουσία τους στη χώρα, ενώ οι νέες γενιές των μεταναστών, είτε εκείνων που ήρθαν με τους γονείς τους, είτε εκείνων που γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν στην Ελλάδα θα είναι φορείς όλης αυτής της άδικης κοινωνικής μεταχείρισης που υπέστησαν.

Ωστόσο η ένταξη των μεταναστών ως πολιτικό αίτημα και μαζί με αυτήν η ανάγκη για πολιτική εκπροσώπηση και πολιτική συμμετοχή, αφορά τόσο την κοινωνία υποδοχής όσο και τους ίδιους τους μετανάστες και χρειάζεται πολιτική διεκδίκηση εκ μέρους και των δύο.

Όμως από τη σκοπιά της κοινωνίας υποδοχής, αιτήματα όπως η πολιτική εκπροσώπηση και η πολιτική συμμετοχή των μεταναστών, ο εκδημοκρατισμός της πρόσβασής τους στις κοινωνικές κατακτήσεις, οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες κοινωνικής τους κινητικότητας με όρους που παλαιότερα τέθηκαν σε σχέση με τα εγχώρια κοινωνικά στρώματα, δεν έχουν ακόμη τεθεί. Η μέχρι τώρα εξέλιξη του σχεδιασμού και της πολιτικής άφησε έξω την πολιτική συμμετοχή των μεταναστών στην κοινωνία υποδοχής, την εκ μέρους της ουσιαστική κατανόηση της μετανάστευσης και άρα και τη δική της απάντηση, την ευθύνη και τις δεσμεύσεις της. Από την πλευρά της κοινωνίας υποδοχής, τα όργανα που παράγουν και εφαρμόζουν πολιτική δεν ενθαρρύνουν την πολιτική εκπροσώπηση των μεταναστών, ενώ οι ίδιοι προτιμούν να χρησιμοποιούν τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα ως πραγματικούς εκπροσώπους τους, αλλά και ως μεσολαβητές για την ad hoc (επί τούτου) συνήθως επίλυση-άμβλυνση των προβλημάτων τους. Η επιδιωκόμενη συντόμευση της παρουσίας τους στη χώρα ή/και ο κατακερματισμός της χρονικής διάρκειας, η επιλογή της προσωρινής διαμονής, η εποχικότητα, η κυκλική εναλλαγή τους καθώς και η απουσία οποιονδήποτε εγγυήσεων καθιστούν την πολιτική τους εκπροσώπηση και συμμετοχή ανέφικτες.

Από τη στιγμή που τα περισσότερα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα είναι συνάρτηση της άδειας  παραμονής, ο μετανάστης αναγκαστικά αποπροσωποποιείται και υποβαθμίζεται σε ευκίνητη και ρευστή εργατική δύναμη. Η εποχή κατά την οποία οι μετανάστες θα αποτελέσουν μέρος του εκλογικού σώματος έστω και σε αυτοδιοικητικό/τοπικό επίπεδο φαντάζει για κάποιους ιδιαίτερα μακρινή. Το ζήτημα, οι όροι και οι προϋποθέσεις της μεταναστευτικής ψήφου δεν έχουν ακόμη τεθεί στην Ελλάδα, είτε αντιμετωπίζονται συγκυριακά. Το ίδιο συγκυριακά αντιμετωπίζεται και η πολιτική τους αντίληψη και στάση σε σχέση με τα διεθνή ζητήματα, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε κατά την περίοδο των πολέμων  στη Γιουγκοσλαβία ή τον πόλεμο εναντίον του Ιράκ.


[1] «Έλληνες υπήκοοι αλλογενείς, εγκαταλίποντες το ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως επανόδου, αποβάλλουσι την ελληνικήν ιθαγένειαν. Τα ανήλικα τέκνα τα αποδημούντα μετ’ αυτών αποβάλλουσι και αυτά συγχρόνως μετά των γονέων την ελληνικήν ιθαγένειαν. Η περί μη επανόδου πρόθεσης, αποτελούσα ζήτημα πραγματικόν τεκμαίρεται εξ οιουδήποτε σχετικού γεγονότος, (…) Η περί μη επανόδου πρόθεσις και παν σχετικών με το άρθρο τούτο κρίνεται εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει υπό του Υπουργού των Εξωτερικών» (1927).
Εν συνεχεία, το 1947: «περί αποστερήσεως της Ελληνικής Ιθαγένειας προσώπων αντεθνικώς δρώντων εν τω εξωτερικώ». Δείτε επίσης:
Περιπέτειες της ελληνικής ιθαγένειας:Ποιος (δεν) έχει τα «προσόντα» να είναι Έλληνας;

.

Short Link: http://wp.me/pcPJ9-Zv

.

.

.

Advertisements