1. Μετανάστευση/Γενικά

Η αλλαγή τόπου κατοικίας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων από έναν τόπο σ΄έναν άλλο (μετεγκατάσταση). Μιλάμε για κάτι διαφορετικό απ΄τον τουρισμό ή άλλου είδους βραχυχρόνιες επισκέψεις, που δεν συμπεριλαμβάνουν αλλαγή του τόπου της μόνιμης διαμονής. Σύμφωνα με τελευταίες μελέτες υπάρχουν σήμερα 200.000.000 μετανάστες στον κόσμο και ως τέτοιοι ορίζονται οι άνθρωποι που διαμένουν έξω απ΄τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν.
Παραδοσιακά χαρακτηρίζουμε τη μετανάστευση με 4 ζευγάρια εννοιών:
1.Εσωτερική μετανάστευση- διεθνής μετανάστευση
2.Προσωρινή μετανάστευση- μόνιμη μετανάστευση
3.Αναγκαστική ή ακούσια μετανάστευση- μετανάστευση επιλογής ή εκούσια μετανάστευση
4.Κανονική μετανάστευση(regular, με χαρτιά)- μη κανονική μετανάστευση (irregular, χωρίς χαρτιά)
Όταν λέμε εσωτερική μετανάστευση συνήθως εννοούμε την κινητικότητα στο εσωτερικό μιας χώρας, κάποτε όμως «εσωτερική» ονομάζουμε και την κινητικότητα στο εσωτερικό της Ε.Ε.
Ομοίως όταν λέμε αναγκαστική μετανάστευση εννοούμε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, για να τη διαφοροποιήσουμε από τη μετανάστευση επιλογής που συνδέεται με οικονομικά κίνητρα. Με μια πρώτη ματιά βλέπουμε ότι η μετανάστευση είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και όπως τα αίτια της μπορεί να είναι ποικίλα, το ίδιο ποικίλα μπορεί να είναι και τα αποτελέσματα της. Ενώ προσπαθούμε να βρούμε ένα γενικό μοντέλο για να ρυθμίσουμε τη μετανάστευση, την ίδια στιγμή δεν γνωρίζουμε σε απόλυτο βαθμό τον συνδυασμό των κριτηρίων που ωθούν τα άτομα ή τις ομάδες να μεταναστεύσουν.
Ο Ravenstein θεωρείται ο πρώτος που το 1880 προσπάθησε να θεωρητικοποιήσει τη μετανάστευση και να διατυπώσει κάποιους κανόνες/νόμους. Μερικοί απ΄αυτούς είναι οι εξής:
1.H τάση για μετανάστευση είναι αντιστρόφως ανάλογη της απόστασης ανάμεσα στον τόπο προέλευσης και στον τόπο προορισμού. (π.χ πολύ περισσότεροι είναι αυτοί που μετακινούνται σε μικρές αποστάσεις από αυτούς που μετακινούνται πιο μακριά)
2.Η πλειοψηφία των μεταναστών μετακινείται με σκοπό να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση. Άρα οι μετανάστες κατευθύνονται κυρίως σε τόπους όπου οι οικονομικές ευκαιρίες είναι μεγαλύτερες, δηλαδή στις πόλεις.
3.Οι μεταναστευτικές ροές επιταχύνονται στο βαθμό που βελτιώνονται οι μεταφορές και οι επικοινωνίες.
4.Οι γυναίκες τείνουν να μετακινούνται σε μικρότερες αποστάσεις απ΄τους άντρες.
5.Μετανάστευση προς μια κατεύθυνση συνήθως δημιουργεί μετανάστευση και προς την αντίθετη. (άλλου τύπου/είδους μετανάστες και όχι αναγκαστικά αριθμητικά ίσοι).
Αυτοί είναι μερικοί πολύ πρώιμοι κανόνες που, υπό διαφορετικό πρίσμα, και σήμερα εξακολουθούν να βρίσκονται στη βάση των μοντέλων με τα οποία μελετάμε τη μετανάστευση.

από την Πέτρου Ράλλη (μεγαλώστε)

(μεγαλώστε)

(μεγαλώστε)

Σήμερα οι θεωρίες για τη μετανάστευση κυριαρχούνται από τρεις κατηγορίες ιδεών:
1.την κληρονομιά του Ravenstein, η οποία έχει εμπλουτιστεί από πιο πρόσφατες οικονομικές θεωρίες. Αυτή η ομάδα λέει ότι τα άτομα μεταναστεύουν όταν έχουν οικονομικό συμφέρον και πηγαίνουν κατά προτίμηση εκεί όπου υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες ν΄ανεβάσουν το βιοτικό τους επίπεδο στη διάρκεια της ζωής τους. Εντωμεταξύ οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν εκείνες τις μεταναστευτικές πολιτικές που θα προσελκύσουν τις ειδικότητες ή τα ταλέντα που τους λείπουν. Έτσι μπορούμε να δούμε  τον κόσμο σαν κάποιου είδους «μεταναστευτική αγορά» (παράλληλη με την αγορά εργασίας) όπου τα υποκείμενα που παρεμβαίνουν (μετανάστες, κυβερνήσεις) δρουν ορθολογικά και τα αποτελέσματα είναι προβλέψιμα. Άτομα που συγκεντρώνουν υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο (human capital: μορφωτικό επίπεδο, δεξιότητες και προϋπηρεσία, δηλ. όλη η επένδυση που η κοινωνία, η οικογένεια και το ίδιο το άτομο έχουν κάνει σ΄ένα συγκεκριμένο άτομο για ν΄ανεβάσει το μορφωτικό του επίπεδο και την εργασιακή του εμπειρία), τείνουν να μεταναστεύουν σε τόπους που προσφέρουν υψηλότερους μισθούς για την ομάδα αυτή. Εντωμεταξύ τα άτομα που έχουν λιγότερες δεξιότητες πηγαίνουν σε χώρες που έχουν μικρότερη διακύμανση μισθών και περισσότερο γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας.
2.Ομάδα νέων οικονομικών θεωριών για τη μετανάστευση, η οποία θεωρεί ότι η οικογένεια είναι η βασική μονάδα μετανάστευσης και η βασική οντότητα που παίρνει την απόφαση για την μετανάστευση και όχι το άτομο. Σύμφωνα  μ΄αυτή τη θεωρία οι οικογένειες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους μέσα απ΄την ελαχιστοποίηση του κινδύνου (σε αντίθεση με τα μεμονωμένα άτομα που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα οικονομικά τους οφέλη). Έτσι λοιπόν, οι οικογένειες επιδιώκουν να στείλουν τα μέλη τους σε διαφορετικές χώρες το καθένα, όπου θα είχαν διαφορετικές πιθανότητες ευημερίας (ελαχιστοποίηση κινδύνου εάν τα πράγματα δυσκολέψουν σε μια χώρα).
3.Θεωρίας των παγκόσμιων συστημάτων. Η μετανάστευση προκύπτει από την επέκταση του καπιταλιστικού συστήματος ανά τον κόσμο, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση των παραδοσιακών τρόπων ζωής σε οικονομικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, σε μια όλο και διευρυνόμενη καπιταλιστική περιφέρεια. Οι άνθρωποι μεταναστεύουν  επειδή η ζωή τους είναι επισφαλής, ειδικά όταν δελεάζονται από υψηλούς μισθούς, και πηγαίνουν προς υπερκαταναλωτικές περιοχές στις πλούσιες χώρες. Όμως οι πλούσιες χώρες δημιουργούν φραγμούς στη μετανάστευση στην προσπάθεια τους για να προφυλάξουν τα προνόμια τους. Οι χώρες της
αφθονίας δέχονται επιλεκτικά μετανάστες υψηλής εξειδίκευσης (ειδικευμένους γιατρούς, μηχανικούς υψηλής τεχνολογίας) και ταυτόχρονα δέχονται πολύ μικρούς αριθμούς ανειδίκευτων απ΄τους οποίους περιμένουν να κάνουν δουλειές που οι ντόπιοι δεν δέχονται να κάνουν. Σε γενικές γραμμές τα άτομα της 1ης κατηγορίας απολαμβάνουν ευκολότερα δικαιώματα μόνιμου κατοίκου, ενώ τα άτομα της 2ης κατηγορίας θα πρέπει να επιστρέψουν στις πατρίδες τους από τη στιγμή που αυτό που έχουν να προσφέρουν δεν χρειάζεται πλέον. Τέτοιου τύπου ήταν η μετανάστευση κατά τις δεκαετίες του ΄50, ΄60, ΄70, η μετανάστευση των λεγόμενων «προσκεκλημένων εργαζόμενων» (guest workers). Υπό αυτή την έννοια η μετανάστευση συμμετέχει στην ανάπτυξη μιας διπλής ή αλλιώς τομεοποιημένης αγοράς εργασίας με τους μετανάστες να χρησιμοποιούνται για τις λεγόμενες εργασίες 3D (dirty, dangerous, difficult). Ενώ τα μέλη της κυρίαρχης κοινωνίας αμείβονται καλύτερα και προστατεύονται από επαγγελματικά σωματεία και συνδικάτα. Έτσι η ρύθμιση της μετανάστευσης  και η μεταναστευτική νομοθεσία παράγουν μια αδιάκοπη διαδικασία ανάπτυξης-υπανάπτυξης στο εσωτερικό των κοινωνιών υποδοχής.
4. Ένα τέταρτο σώμα θεωριών ρίχνει το βάρος του στα κοινωνικά χαρακτηριστικά και ειδικά στο συσχετισμό κοινωνικών δικτύων και μετανάστευσης. Σύμφωνα μ΄αυτές τις θεωρίες τα άτομα παίρνουν τις αποφάσεις για τη μετανάστευση μέσα σ΄ένα πλαίσιο ατελούς ενημέρωσης  που κυκλοφορεί στα κοινωνικά τους δίκτυα που συχνά περιλαμβάνουν ανθρώπους που έχουν ήδη μεταναστεύσει. Οι μετανάστες τείνουν να ακολουθήσουν εκείνους που έχουν ήδη πάει πριν απ΄αυτούς και έτσι έχουμε μια διαδικασία που ονομάζεται «αλυσιδωτή μετανάστευση». Οι μετανάστες αυτοί επωφελούνται από την πείρα εκείνων που έχουν πάει πριν απ΄αυτούς ενώ ταυτόχρονα δέχονται βοήθεια και κάθε είδους υποστήριξη απ΄αυτούς που προηγήθηκαν. Καθώς η αλυσιδωτή μετανάστευση επεκτείνεται εμφανίστηκαν νέες αλυσιδωτές κοινότητες οι οποίες συνοδεύονται από νέους κοινωνικο-πολιτιστικούς θεσμούς. Πολύ συχνά αυτές οι μεταναστευτικές κοινότητες είναι και γεωγραφικά συγκεντρωμένες στο χώρο, ενώ η κοινωνία υποδοχής συχνά τους αντιμετωπίζει σαν ghetto (συνοικίες που είναι απομονωμένες απ΄τη συνολική κοινωνία και υποβαθμισμένες).
Αυτές οι θεωρίες των κοινωνικών δικτύων οδήγησαν σε ιδιαίτερα σημαν
τικά συμπεράσματα π.χ. κάθε μετανάστης βοηθάει να χτιστεί ή να διευρυνθεί ένα προϋπάρχον μονοπάτι και να διευκολύνει έτσι την περαιτέρω μετανάστευση. Δηλαδή, η μετανάστευση φέρνει μετανάστευση και σιγά-σιγά οι άνθρωποι απ΄την κοινωνία  προέλευσης πείθονται ότι η μετανάστευση είναι κάτι το φυσικό και αναμενόμενο, κάτι σαν τελετουργικό.
Τα κοινωνικά δίκτυα  της μετανάστευσης συνδέουν τη χώρα προέλευσης και τη χώρα προορισμού και οι άνθρωποι αυτοί είναι στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους (ισχυρό κοινωνικό δίκτυο) μέσα από μοντέλα κυκλικής μετανάστευσης. Οι άνθρωποι που μετέχουν στα κοινωνικά δίκτυα ανήκουν, σε διαφορετικούς βαθμούς, και στις δυο κουλτούρες (των δυο χωρών), έχουν πολλαπλές ταυτότητες ενώ ταυτόχρονα γνωρίζουν καλά την πολιτική κατάσταση και στις δυο χώρες. Μιλάμε δηλαδή σ΄αυτή την περίπτωση για δια-εθνικές (transnational) συμπεριφορές και δια-εθνικές ταυτότητες. Σύμφωνα μ΄αυτή την ομάδα θεωριών, και αφού μιλάμε για ατομικά μοντέλα μετανάστευσης τα ευρήματα δείχνουν μεγάλες διαφορές αντρών και γυναικών σ΄όλα τα επίπεδα, τα οποία περιλαμβάνουν τα αίτια, τις διαδρομές και τις επιπτώσεις της μετανάστευσης. Όλες αυτές οι θεωρίες βοηθούν να καταλάβουμε την εθελούσια μετανάστευση (από επιλογή), όταν δηλαδή οι άνθρωποι επιλέγουν πότε και πού θα μεταναστεύσουν. Όμως ο μεγάλος όγκος της διεθνούς μετανάστευσης είναι η «αναγκαστική μετανάστευση». Οι άνθρωποι υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω πολέμων, πολιτικών διωγμών, υποβάθμισης του περιβάλλοντος και φυσικών καταστροφών. Κάποιοι τύποι αναγκαστικής μετανάστευσης καταγράφονται και εν μέρει ρυθμίζονται από την Υπάτη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και απ΄τον Διεθνή Οργανισμό για τη Μετανάστευση. Αυτοί οι δυο οργανισμοί βοηθούν να κατασκευαστούν στρατόπεδα προσφύγων, διευκολύνουν τον επαναπατρισμό τους όταν οι περιστάσεις έχουν βελτιωθεί ή διευκολύνουν την επανεγκατάστασή τους σ΄άλλες χώρες όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες. Αυτοί οι δυο οργανισμοί, επίσης, και κυρίως ο πρώτος, ρυθμίζουν ό,τι έχει να κάνει με την αναγκαστική μετανάστευση και δεν έχουν καμία σχέση με την εθελούσια μετανάστευση. Τα κράτη υποχρεούνται, χωρίς να το πράττουν πάντοτε, να συμμορφώνονται σε όσα προβλέπει η συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για την αναγκαστική μετανάστευση.

(μεγαλώστε)

Απ΄το 1989 οι ερευνητές προσπαθούν να θέσουν κάποια ηθικά ζητήματα που σχετίζονται με τη μετανάστευση. Αυτά έχουν να κάνουν με τρία κυρίως ερωτήματα:
1.Είναι η μετανάστευση ανθρώπινο δικαίωμα; έχουν τα άτομα  δικαίωμα να ζου
ν όπου επιλέξουν ή αντίθετα τα κράτη έχουν το δικαίωμα ν΄ασκούν έλεγχο, επιλέγοντας ποιους θα δεχτούν και ποιους όχι ;
2.Ποιος οφείλει να πληρώσει τα κόστη που συνδέονται με τη μετανάστευση; Η χώρα υποδοχής ή η κοινωνία προέλευσης; Σε γενικές γραμμές οι κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής δημιουργούν πολιτικές που έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν τα οφέλη της μετανάστευσης για την δική τους κοινωνία, και λίγο ενδιαφέρονται για τις χώρες προέλευσης. Π.χ. πολύ συχνά οι χώρες της αφθονίας ενθαρρύνουν μετανάστες υψηλής ειδίκευσης να εγκατασταθούν στο έδαφος τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αυτοί όταν επιδιώκουν να αναγνωρίσουν την ισοτιμία των πτυχίων τους. Όπως επίσης αδιαφορούν για τις επιπτώσεις στη χώρα αποστολής που υφίσταται μια αιμορραγία στελεχών υψηλής εξειδίκευσης για την οποία αυτή έχει πολλά επενδύσει (brain drain).
3.Τι θα έπρεπε να κάνουν οι μετανάστες όταν βρεθούν στην καινούργια κοινωνία υποδοχής; Θα πρέπει να απαιτείται από αυτούς να αφομοιωθούν ή δικαιούνται διατηρήσουν τις πολιτιστικές τους παραδόσεις;
Καθένα απ΄αυτά τα ζητήματα έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ερευνητών και μεταξύ αυτών που παράγουν πολιτικές σε σχέση με τη μετανάστευση.

2. Σύντομη επισκόπηση της ευρωπαϊκής μετανάστευσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο

α. Βόρεια και Δυτική Ευρώπη

(μεγαλώστε)

Μετανάστες χωρίς έγγραφα: για να ξεφύγουν από)

β. Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Οι χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης απαγόρευαν την εξερχόμενη μετανάστευση (εκτός από την Γιουγκοσλαβία), κι αυτό συνέβαινε, σε γενικές γραμμές, μέχρι το 1989. Τη δεκαετία του ΄80 έχουμε τα εξής φαινόμενα που επηρέασαν τη μετανάστευση σε παγκόσμιο επίπεδο.
1.υπογραφή διεθνών συμφωνιών για το εμπόριο των υπηρεσιών (General Agreement on Trade in Services)
2.παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και της εργασίας.
3.ραγδαία ανάπτυξη δικτύων μεταφορών και επικοινωνιών.
Όλα αυτά συνέβαλαν στην εμφάνιση ενός άλλου τύπου μετανάστευσης, αυτό που εμείς ονομάσαμε Νέα Μετανάστευση (με κύρια χαρακτηριστικά την επισφάλεια, την «ευέλικτη» απασχόληση, τους νέους έμφυλους ρόλους).
Επίσης η γεωπολιτική αλλαγή το ΄89, η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων και η μετατροπή τους σε οικονομίες της αγοράς από οικονομίες κεντρικού σχεδιασμού, προκάλεσαν την εμφάνιση νέων τύπων μεταναστευτικών ρευμάτων με μεγάλη ποικιλομορφία.

γ. Η μετανάστευση στην Ευρώπη μετά το 1989

Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δημιούργησε ένα ρευστό περιβάλλον, τα σύνορα άνοιξαν και οι πολίτες των χωρών της Κ.Α.Ε. ήρθαν αντιμέτωποι με την κατάρρευση του συστήματος παραγωγής και του κοινωνικού κράτους. Ειδικά στη Ρωσία η είσοδος του ΔΝΤ προκάλεσε μαζική φυγή των εργαζομένων και ειδικά των γυναικών με ταυτόχρονη έκρηξη της πορνείας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Οι αλλαγές αυτές οδήγησαν στη σιωπηρή αναθεώρηση του δόγματος της «μηδενικής μετανάστευσης», ενώ πολυάριθμοι μετανάστες έφταναν με φοιτητική ή τουριστική βίζα την οποία παραβίαζαν εν συνεχεία και παρέμεναν στη χώρα προορισμού.
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε οικονομικούς μετανάστες και μετανάστες άλλων τύπων, λόγω πολιτικής αστάθειας, εμφυλίων κλπ είναι σήμερα όλο και πιο ασαφής. Οι κυβερνήσεις των χωρών της Νότιας Ευρώπης φάνηκαν ιδιαίτερα ανέτοιμες να διαχειριστούν την εισερχόμενη μετανάστευση. Οι χώρες αυτές απέτυχαν να ρυθμίσουν τη μετανάστευση, εμφάνισαν μια ακραία επιθετικότητα απέναντι στους μετανάστες, ενώ περιστασιακά προχώρησαν σε διαδοχικά προγράμματα νομιμοποίησης των μεταναστών χωρίς χαρτιά και σε προσπάθειες κοινωνικής και πολιτισμικής ενσωμάτωσης τους. Σε ότι αφορά τα πολιτιστικά δικαιώματα των μεταναστών, ενώ σε πολλές χώρες «παραδοσιακής» εισερχόμενης μετανάστευσης έχουν σε μεγάλο βαθμό αναγνωριστεί (αν και ποτέ μέχρι σήμερα δεν σταμάτησαν οι προσπάθειες παρέμβασης, συχνά υπό την πίεση της ακροδεξιάς), τα πολιτικά  και πολιτιστικά τους δικαιώματα, ειδικά για τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, παραμένουν ιδιαίτερα προβληματικά.

δ. Η ελληνική μεταναστευτική φυσιογνωμία

Μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα ήταν χώρα αποστολής εργατικού δυναμικού και μειωμένης εισροής μεταναστών. Από τις αρχές του 20ου αιώνα οι περισσότερες εισροές  είχαν να κάνουν με την υποδοχή μεταναστών λόγω βαλκανικών πολέμων και προσφύγων από τη Μ. Ασία.(1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες το 1920 και 150.000 τη δεκαετία του ΄50 απ΄ την Κων/πολη και τη δεκαετία του ’60 απ΄ την Αίγυπτο). Μέχρι το 1981 η περιορισμένη ανάπτυξη της χώρας λειτουργούσε αποτρεπτικά για την εισερχόμενη μετανάστευση. Αντιθέτως μεγάλος αριθμός Ελλήνων ακολούθησε το δρόμο της αποδημίας προς Βέλγιο, Γερμανία, Αμερική και Αυστραλία. Μετά τις γεωπολιτικές αλλαγές του ΄89 η Ελλάδα υποδέχτηκε μετανάστες απ΄ την Κ.Α.Ε., την πρώην Σοβιετική Ένωση και τον Τρίτο Κόσμο. Από τη μια η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική κοινωνία βρέθηκε απροετοίμαστη και από την άλλη δεν υπήρχε βούληση να ρυθμιστεί αυτή η κατάσταση. Η μεταναστευτική πολιτική της χώρας υπήρξε συγκεχυμένη και αναποφάσιστη, ενώ ένας πολύ μεγάλος αριθμός μη κανονικών μεταναστών εργάζονται ανεπίσημα/επισφαλώς σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Απ΄ τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 ενισχύθηκε η ξενοφοβία και ο ρατσισμός στην Ελλάδα. Τα τελευταία 20 χρόνια η χώρα δέχθηκε τις εξής ομάδες:
1. Παλιννοστούντες ομογενείς, κυρίως Ποντίους από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες (Γεωργία, Καζακστάν, Ρωσία και Αρμενία)
2. Έλληνες ομογενείς αλβανικής υπηκοότητας (Βορειοηπειρώτες)
3. Οικονομικούς μετανάστες από χώρες εκτός Ε.Ε. οι οποίοι δεν ανήκουν στις κατηγορίες 1 και 2. π.χ. Αλβανούς, Ουκρανούς, Γεωργιανούς, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Ρώσους, Μολδαβούς, Φιλιππινέζους, Πακιστανούς κλπ
4.Η Ελλάδα δέχθηκε ένα συγκριτικά μικρότερο αριθμό αποδήμων που επέστρεψαν από Η.Π.Α, Αυστραλία, Καναδά, Βέλγιο κλπ.

ε. Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική

Με δεδομένα α)- ότι η Ελλάδα υπήρξε «παραδοσιακά» χώρα αποστολής εργατικού δυναμικού και β)-το γεγονός ότι η «νέα μετανάστευση» διαφέρει ριζικά από την παλαιά, τόσο η Ελλάδα (όσο και οι υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου) βρέθηκαν να μη διαθέτουν ένα ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο και τη διαχείριση της «νέας μετανάστευσης».

Έλληνες μετανάστες φτάνουν στις ΗΠΑ (μεγαλώστε)

Ο πρώτος νόμος που ψηφίζεται για να αντιμετωπιστεί η εισροή μεταναστών στη χώρα είναι ο νόμος 1975 του 1991 [«Είσοδος-έξοδος, παραμονή, εργασία, απέλαση αλλοδαπών, διαδικασία αναγνώρισης αλλοδαπών προσφύγων και άλλες διατάξεις»].
Οι βασικοί στόχοι του νόμου ήταν:
1.Η μείωση μετανάστευσης
2.Η ευκολότερη απέλαση των μη κανονικών (χωρίς χαρτιά) μεταναστών που συλλαμβάνονταν είτε σε παραμεθόριες περιοχές είτε στην υπόλοιπη επικράτεια.
Η εφαρμογή του νόμου έκανε πρακτικά ανέφικτη τη νόμιμη είσοδο και τη νόμιμη παραμονή οικονομικών μεταναστών που αναζητούσαν εργασία. Τα επόμενα χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς χαρτιά και άδειες παραμονής, άλλοι με τα πόδια διασχίζοντας τα βόρεια και ανατολικά σύνορα (Αλβανία-Βουλγαρία-Τουρκία) και άλλοι δια θαλάσσης με μικρά σκάφη ή βάρκες που τους άφηναν στα νησιά του Αιγαίου ή στην Κρήτη. Και στις δύο περιπτώσεις ήταν σημαντικός ο ρόλος των δικτύων της παράνομης διακίνησης μεταναστών (trafficking). Μέσος όρος κατά κεφαλήν αμοιβής για τους «διακινητές» 1.000-2.000 δολάρια τότε, σήμερα 4.000-5.000. Εννοείται πως μεγάλος αριθμός από τους μετανάστες αυτούς δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στην Ελλάδα: κάποιοι πέθαναν παγωμένοι στα χιόνια διασχίζοντας χειμώνα τα σύνορα, άλλοι σκοτώθηκαν διασχίζοντας τα ναρκοπέδια στον Έβρο και άλλοι πνίγηκαν στην προσπάθεια τους να φτάσουν δια θαλάσσης. Τέλος, κάποιοι μετανάστες έφτασαν ως τουρίστες αεροπορικώς, με τρένο κλπ με νόμιμη προξενική θεώρηση (visa), μετά τη λήξη της οποίας παρέμεναν, αφού είχαν έρθει στην Ελλάδα για να μείνουν και να εργαστούν.
To 1977, υπογράφτηκαν δυο προεδρικά διατάγματα (ΠΔ. 358-359), που υλοποιήθηκαν την άνοιξη του 1998. Αυτά τα διατάγματα είχαν σκοπό να εγκαινιάσουν ένα πρόγραμμα καταγραφής και νομιμοποίησης μεταναστών.
Συνολικά 371.000 μετανάστες περίπου υπέβαλλαν αίτηση για την καταγραφή τους και την απόκτηση ΛΕΥΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ (κάρτα περιορισμένης διάρκειας). Η λευκή κάρτα ήταν το 1ο βήμα στην διαδικασία έκδοσης άδειας προσωρινής διαμονής (πράσινη κάρτα διάρκειας 1, 2 ή 5 ετών.

(μεγαλώστε)

(μεγαλώστε)

Απ΄ αυτούς τους 371.000 μόνο οι 212.000 κάτοχοι λευκής κάρτας κατόρθωσαν να υποβάλλουν αίτηση για πράσινη κάρτα. Αυτό έγινε γιατί το ελληνικό κράτος είχε μεγάλες δυσκολίες να διαχειριστεί τον μεγάλο όγκο των αιτήσεων για πράσινη κάρτα, αφού οι λευκές είχαν ήδη λήξει, και οι μετανάστες ήταν και πάλι χωρίς χαρτιά. Έπρεπε επιπλέον, να προσκομίσουν χαρτιά ότι έχουν μόνιμη δουλειά και συγκεκριμένο αριθμό ενσήμων. Ειδικά για τον τελευταίο όρο των ενσήμων οι μετανάστες αντιμετώπισαν πολύ μεγάλες δυσκολίες αφού μεγάλος αριθμός εργοδοτών αρνείτο να καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές. Άρα μεγάλος αριθμός μεταναστών δεν κατάφερε να φτάσει τη 2η
1.To 44,3% των αλλοδαπών που υπέβαλαν αίτηση για ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΤΑ απ΄ τον Ιανουάριο μέχρι το Μάιο του ΄98 ζούσαν στο λεκανοπέδιο Αττικής, δηλαδή οι μισοί από αυτούς που θέλησαν να καταγραφούν και είχαν κίνητρα.
2.Απ΄ το σύνολο των αιτήσεων 52,7% ήταν Αλβανοί, 6,7%  Πακιστανοί, 4,8%  Βούλγαροι, 4,5% Ρουμάνοι, 4,5%  Πολωνοί.
3.Οι γυναίκες υπερτερούσαν αριθμητικά των αντρών στις μεταναστευτικές ομάδες από τη Βουλγαρία, Πολωνία, Ουκρανία και Φιλιππίνες.
φάση νομιμοποίησης και την απόκτηση πράσινης κάρτας. Παρά τις πολλές παρατάσεις που δόθηκαν περισσότερο απ΄ το 1/3 κατόχων λευκής κάρτας επανήλθαν στο καθεστώς του μη κανονικού μετανάστη. Αυτή η πρώτη καταγραφή που έγινε, και τα στοιχεία στον ΟΑΕΔ,  μας έδωσε μερικά πολύτιμα στατιστικά συμπεράσματα:
Από εκείνους που καταγράφηκαν και πήραν τη λευκή κάρτα, ένα μέρος προσπάθησε να πάρει και την πράσινη.
Το 2001, και πριν ολοκληρωθεί το πρώτο πρόγραμμα νομιμοποίησης η κυβέρνηση ψηφίζει το νόμο 2910 του 2001 [«είσοδος και παραμονή των αλλοδαπών στην ελληνική επικράτεια-κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις»] (αναθεώρηση κώδικα ιθαγένειας)
Ο νόμος αυτός είχε διπλό στόχο:
1.Προέβλεπε ένα δεύτερο πρόγραμμα καταγραφής και νομιμοποίησης που προέβλεπε αμνήστευση της παράνομης εισόδου στη χώρα και φιλοδοξούσε να προσελκύσει τους παλιούς μετανάστες που δεν κατάφεραν ή δεν επέλεξαν την νομιμοποίηση του 1998, αλλά και νέους μετανάστες.
2.Ο νέος νόμος δημιουργούσε ένα πλαίσιο μεσοπρόθεσμης διαχείρισης της μετανάστευσης (2η γενιά και πρόβλεψη για μακροπρόθεσμη μετανάστευση). Προέβλεπε διαδικασίες μόνιμης εισόδου στη χώρα με σκοπό την εργασία, την οικογενειακή επανένωση, μετανάστευση λόγω σπουδών και ρύθμιζε την χορήγηση ασύλου. Ο ίδιος νόμος έθεσε προϋποθέσεις για την πολιτογράφηση των μεταναστών που διέμεναν στη χώρα (αναθεώρηση κώδικα ιθαγένειας).
Στο νέο πρόγραμμα νομιμοποίησης του 2001 υπέβαλλαν τα χαρτιά τους 370.000 μετανάστες. Παρ΄όλο που ο σχεδιασμός του νέου προγράμματος νομιμοποίησης ήταν καλύτερος απ΄τον πρώτο, πολύ γρήγορα προέκυψαν οργανωτικά προβλήματα. Τα 4 γραφεία μετανάστευσης που δημιούργησε η περιφέρεια στην ευρύτερη Αθήνα για να υποδέχονται και να επεξεργάζονται τα αιτήματα των
μεταναστών, αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Έπειτα από αλλεπάλληλες ενστάσεις Μ.Κ.Ο. και άλλων, ο νόμος έδωσε παράταση στις προθεσμίες. Οι κάρτες αυτές ήταν για 1 χρόνο μόνο, όμως η διαδικασία συχνά ξεπερνούσε το 12μηνο. Έτσι, μόλις ο μετανάστης ολοκλήρωνε τη διαδικασία έκδοσης των χαρτιών του, ήταν υποχρεωμένος ν΄αρχίσει απ΄ την αρχή. Επίσης το κόστος που είχαν τα παράβολα ήταν πολύ υψηλό.
Το 2004 η κυβέρνηση με το νόμο 3202 του 2003 αποφάσισε να ξεκινήσει την έκδοση αδειών 2ετούς διάρκειας (ώστε να προλάβει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες αλλά και να διευκολύνει τους μετανάστες).
Παράλληλα, το 2001 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα «Τριετές πρόγραμμα δράσης για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών 2002-2005». Αυτό το πρόγραμμα αφορούσε:
1.την ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας
2.την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας
3.την προώθηση του «πολιτιστικού διαλόγου» και την καταπολέμηση την ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην ελληνική κοινωνία
Τον Αύγουστο του 2005 η κυβέρνηση ψήφισε νέο νόμο τον Ν.3386 του 2005 που ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις οδηγίες της Ε.Ε. για την οικογενειακή επανένωση και τους επί μακρόν διαμένοντες. Τόσο ο Ν.3386/2005 όσο και ο επόμενος νόμος που ψηφίστηκε το 2007 περιελάμβαναν νέα προγράμματα νομιμοποίησης των παράνομα διαμενόντων αλλοδαπών. Ο σκοπός των 2 αυτών νόμων είναι ο εξορθολογισμός της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας, η απλοποίηση των σχετικών διαδικασιών, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και γε
νικότερα η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες της Ε.Ε. Οι 2 νόμοι επίσης ενοποιούν την άδεια εργασίας και παραμονής σε ενιαία άδεια. Αποσαφηνίζουν τις προϋποθέσεις της οικογενειακής επανένωσης. Περιλαμβάνουν μέτρα για τους διακινητές ανθρώπων και ενισχύουν τις περιφερειακές επιτροπές μετανάστευσης. Παρά τα 20 χρόνια εμπειρίας της Ελλάδας ως χώρας υποδοχής μεταναστών, η νόμιμη έλευση οικονομικών μεταναστών είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και αποτρεπτική, και λόγω του υπερβολικά χρονοβόρου χαρακτήρα της διαδικασίας για τη μετάκληση αλλοδαπού εργαζομένου.

Το κείμενο βασίστηκε σε σημειώσεις από το μάθημα «Ευρωπαϊκή Μετανάστευση» της Ελένης Βασιακώστα

Advertisements