Ibn Khaldun : Ανθρωπογεωγραφία και Εθνολογία

Μετά το πρώτο καταστροφικό κύμα της Αραβικής – Ισλαμικής επέκτασης ακολουθεί, από τον 8ο και 9ο αι. μΧ., μια εποχή αναγέννησης του Αραβικού πολιτισμού. Ο Ibn Khaldun (1332-1406) έζησε σε μια εποχή μεταβατική που σηματοδοτεί την παρακμή του Ισλαμικού πολιτισμού και την έναρξη της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος Άραβας ιστορικός και διανοούμενος και για αυτό δικαιολογημένα έχει υποστηριχθεί ότι το έργο του «συνοψίζει τον μεσαιωνικό μουσουλμανικό πολιτισμό». Η σκέψη του κινείται ακόμα στο πλαίσιο της Αρχαιοελληνικής και Ελληνιστικής παράδοσης και δεν φθάνει να αμφισβητήσει βασικές παραδοχές της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, όπως θα κάνουν λίγο αργότερα οι Ευρωπαίοι στοχαστές. Παρόλα αυτά το έργο του βρίθει αναρίθμητων πρωτότυπων σκέψεων και μεθοδολογικών προτάσεων, που ξεπερνούν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του και που θεωρούνται σήμερα νεωτερικές.

Φόρος τιμής στον Ibn Khaldun σε Τυνησιακό γραμματόσημο

Φόρος τιμής στον Ibn Khaldun σε Τυνησιακό γραμματόσημο

Στην εργασία αυτή θα επικεντρωθούμε στις ανθρωπογεωγραφικές και εθνολογικές – ανθρωπολογικές διαστάσεις του έργου του και στη συμβολή των ιδεών του στην επιστημονική πρόοδο, αφού πολλές από αυτές τις ιδέες ανοίγουν νέους επιστημονικούς δρόμους και κατευθύνσεις στη σύγχρονη έρευνα. Πριν από αυτό όμως, θα αναφερθούμε με συντομία στη ζωή του και στο περιβάλλον της εποχής του που επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση των σκέψεων του.

Η ζωή του

Ο IbnKhaldun (Abū Zayd ‘Abdu r-Raman bin Muammad bin Khaldūn Al-Hadrami) γεννήθηκε στις 27 Μαΐου 1332 μ.Χ. στην Τύνιδα. Οι πρόγονοί του ήταν Υεμενίτες Άραβες από την Ανδαλουσία και είχαν εγκατασταθεί στη βόρεια Αφρική, έναν αιώνα πριν την γέννησή του Khaldun, λίγο πριν την πτώση της Σεβίλλης στους Χριστιανούς (1248). Ο Khaldun έζησε σε μια εποχή αλλαγών και ανακατατάξεων, την οποία ο ίδιος την περιγράφει ως εποχή παρακμής, διακοπτόμενη από απέλπιδες προσπάθειες ανανέωσης(Polk, 2001). Ο ίδιος έπαιξε έναν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Βόρειας Αφρικής και της Ισπανίας, αφού βρέθηκε στην υπηρεσία πολλών ηγεμόνων, από διάφορα πόστα: αυτό του διδασκάλου , του συμβούλου , του πρωθυπουργού και του Αρχιδικαστή.

Το 1352, σε ηλικία 20 ετών και αφού είχε ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του, εντάχθηκε στην Αυλή του κυβερνήτη της Τύνιδας IbnTafrakin, και λίγο αργότερα, στην Αυλή του νέου σουλτάνου του Μαρόκου, AbuEnan, όπου εκμεταλλευόμενος το πνευματικό κλίμα της πρωτεύουσας του Μαρόκου Fez, βελτίωσε τις σπουδές του και ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική αναλαμβάνοντας το αξίωμα του Γραμματέα και του Αρχιδικαστή. Το 1362, μετά από μια αποτυχημένη συνωμοσία εναντίον του Μαροκινού σουλτάνου, εξορίσθηκε και κατέφυγε στο σουλτάνο της Γρανάδας, MuhammadalAhmar, στην Ανδαλουσία.

Αυτόγραφο του Ibn Khaldun στην πάνω αριστερή γωνία του χειρογράφου

Αυτόγραφο του Ibn Khaldun στην πάνω αριστερή γωνία του χειρογράφου (μεγαλώστε)

Το 1365 επέστρεψε δικαιωμένος στο βασίλειο της Bougie (Βόρεια Αφρική), όπου έγινε hajib (πρωθυπουργός) του φίλου του εμίρη Muhammad. Μετά από την δολοφονία του Muhammad, από τον ΑbulAbbas, έπεσε σε δυσμένεια και αυτοεξορίστηκε στην FortSalana, όπου ξεκίνησε την συγγραφή του Muqaddimah. Tο 1382, μετά από πρόσκληση του σουλτάνου της Αιγύπτου AbulAbbas πήγε στην Αλεξάνδρεια και λίγο αργότερα ανέλαβε το αξίωμα του καδή (δικαστή) στο Κάιρο. Κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα των Μαμελούκων, καταπολέμησε την διαφθορά και την ευνοιοκρατία στο δικαστικό σώμα, δίδαξε στην φημισμένη θεολογική σχολή του αλ-Αζχάρ. Στην Αίγυπτο ολοκλήρωσε και την συγγραφή της παγκόσμιας ιστορίας του. Πέθανε στις 17 Μαρτίου του 1406, ασκώντας το δικαστικό του λειτούργημα.

Το έργο του

Το έργο του Ibn Khaldun διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: το ιστορικο-φιλοσοφικό και το θεολογικό ( IBN KHALDUN).

Από το ιστορικο-φιλοσοφικό του έργο, μόνο η «παγκόσμια ιστορία» του (Kitabalibar) διασώζεται, ενώ η ιστορία του Ταμερλάνου, στην οποία αναφέρεται και στην αυτοβιογραφία του (Turif) , έχει χαθεί.

Η «παγκόσμια ιστορία» (Kitabalibar) χωρίζεται σε τρία βιβλία :

Το πρώτο βιβλίο περιλαμβάνει τα προλεγόμενα ή την εισαγωγή (Muqaddimah) στην παγκόσμια ιστορία του. Είναι το πιο σημαντικό κομμάτι του έργου του και για αυτό έχει συνταυτιστεί με το σύνολο του ιστορικού του έργου. Το δεύτερο βιβλίο περιλαμβάνει την παγκόσμια ιστορία του και το τρίτο την ιστορία των Αράβων της Β. Αφρικής ( Maghrib), που αποτελεί και σημαντική πρωτογενή ιστορική πηγή (Mohammad Abdullah Enan, 1997:134-135).

Από το θεολογικό του έργο αναφέρονται πέντε έργα: α) τα σχόλια περί τον BurdualBusiri, β) μια περίληψη Λογικής Φιλοσοφίας, γ) μια πραγματεία για την αριθμολογία, δ) περιλήψεις του έργου του IbnRushd, ε) σχόλια πάνω στο ποίημα του IbnalKhatib , UsulalFigli. Όλα τα παραπάνω έργα έχουν σήμερα χαθεί. Πολλά μάλιστα από αυτά δεν αποδίδονται στον ίδιο , ενώ ο ίδιος ο Ibn Khaldun δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτά στην αυτοβιογραφία του (IBN KHALDUN).

Το σημαντικότερο έργο του Ibn Khaldun, το MagnumOpus, είναι το al– Muqaddimah (Προλεγόμενα ή Εισαγωγή). Το al-Muqaddimah αποτελεί έναν πρόλογο της παγκόσμιας ιστορίας. Πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια στην Ιστορία των Κοινωνικών Επιστημών να διατυπωθεί ένα πρότυπο της διαδικασίας της κοινωνικής και ιστορικής αλλαγής, των πολιτικών και κοινωνικών σχηματισμών. Όπως αναφέρουν και οι F. RosenthalN.J. Dawood (1969),στην εισαγωγή της αγγλικής μετάφρασης, πρόκειται για ένα κείμενο «… ορθολογικό στην προσέγγιση του, αναλυτικό στη μεθοδολογία, εγκυκλοπαιδικό στις λεπτομέρειες, το οποίο αντιπροσωπεύει μια τομή στην παραδοσιακή ιστοριογραφία, απαλλαγμένο από συμβατικές απόψεις και θέσεις, που αναζητά πέρα από τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, μια ιστορική εξήγηση και άρα μια φιλοσοφία της ιστορίας» (Franz Rosenthal, N. J. Dawood, 1969: ix). Toal– Muqaddimah είναι μια φιλοσοφία της ιστορίας, μια γενική κοινωνιολογία και μια εθνολογική ιστορία. Μια εγκυκλοπαιδική σύνθεση, μεθοδολογική και συνάμα πολιτισμική, απαραίτητο εργαλείο για κάθε ιστορικό που αποβλέπει στην πραγματική επιστημονική έρευνα. Για αυτό και θεωρήθηκε από ορισμένους ότι ανοίγει πολλούς επιστημονικούς δρόμους και ερευνητικές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της φιλοσοφίας της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της εθνολογίας, της οικονομικής και πολιτικής επιστήμης καθώς και πολλών άλλων επιστημονικών κλάδων.

Η Εισαγωγή (Muqaddimah) χωρίζεται σε 6 μέρη (Mohammad Abdullah Enan, 1997:11-112 ):

1. Ανθρώπινος πολιτισμός (εθνολογία – ανθρωπολογία) : εδώ ο Ibn Khaldun αναφέρεται στην επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στην ανθρώπινη φύση και το χαρακτήρα των ανθρώπων .
2. Αγροτικές κοινωνίες (πρωτόγονες – νομαδικές και πολιτισμένες κοινωνίες)
3. Μορφές διακυβέρνησης , κράτη και θεσμοί.
4. Αστικές κοινωνίες (
umran hadari)

5. Εμπόριο και οικονομία
6. Επιστήμη, λογοτεχνία και ανθρωπολογία

Στο Muqaddimah, ο Ibn Khaldun ξεκινά από το φυσικό περιβάλλον και το πώς αυτό το τελευταίο επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων. Ακολουθεί μια ανάλυση της νομαδικής μορφής κοινωνικής οργάνωσης, της φύσης και του χαρακτήρα της εξουσίας μέσα σε αυτή, και προχωρά σε μια εκτενή σύγκριση ανάμεσα σε αυτήν την τελευταία και στην ανεπτυγμένη αστική μορφή της. Στη συνέχεια επικεντρώνεται στη μελέτη της διακυβέρνησης ενός κράτους γενικά, το οποίο κατά τον Ibn Khaldun αντιπροσωπεύει την πιο εξελιγμένη μορφή εξουσιαστικής οργάνωσης σε έναν κοινωνικό σχηματισμό και αναφέρεται ειδικότερα στην πολιτική εκδοχή του ισλαμικού Χαλιφάτου. Η αστική ζωή θεωρείται ως η πιο ανεπτυγμένη μορφή κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης. Στο ίδιο πλαίσιο, εξετάζει και όλες τις εκφάνσεις της πολιτισμένης κοινωνίας, όπως το εμπόριο, τις τέχνες, τις επιστήμες, τα οποία θεωρούνται προϋποθέσεις αλλά και συνέπειες της αστικής ζωής.

Το κέντρο του κόσμου, σύμφωνα με τον Ibn Khaldun, είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα από το φυσικό του περιβάλλον. Οι καλλίτερες φυσικές συνθήκες για την ανάπτυξη των ανθρώπων προσφέρονται στις λεγόμενες «μέσες περιοχές της γης» που βρίσκονται ανάμεσα στους δύο πόλους , το Βορρά και το Νότο. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τη φυσική εμφάνιση, τον χαρακτήρα και τα έθιμα των ανθρώπων.

Στηριζόμενος στις απόψεις του Αβικέννα, ο Ibn Khaldun θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα αναγκαία πράγματα για τη ζωή του, χωρίς τη συνεργασία των άλλων ανθρώπων. Η ανθρώπινη λογική, αυτό το ξεχωριστό δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, επιτρέπει στους ανθρώπους να προχωρήσουν σε συνεργασία με άλλους ανθρώπους, ώστε η αμοιβαία συνεισφορά να είναι επικερδής για όλους. Όταν οι άνθρωποι φτάσουν σε ένα υψηλό επίπεδο συνεργασίας, οδηγούνται σε αυτό που ονομάζεται αστικός τρόπος ζωής, και στην αρχαιοελληνική της εκδοχή, Πόλις-κράτος.

Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό όν (Ibn Khaldūn, 1969, The Muqaddimah:An Introduction to History, μεταφρ. Franz Rosenthal, N. J. Dawood, ΝΥ, Princeton University Press I:45). Επιδιώκει την κοινωνική και πολιτική συμβίωση για την ικανοποίηση των βιολογικών, υλικών και άλλων αναγκών του. Ακριβώς επειδή ο άνθρωπος διαθέτει μια βιολογική φύση, παρόμοια με αυτή των άλλων ζώων, οδηγείται αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική τάξη, απαιτείται – σε μια ανεπτυγμένη τουλάχιστον κοινωνία -να υπάρχει μια μορφή κοινωνικής εξουσίας που να λειτουργεί στη βάση δικαιϊκών αρχών, αποτρεπτικά στη γενίκευση της κοινωνικής σύγκρουσης (I:45-48).

Κοσμολογικές και Ανθρωπογεωγραφικές απόψεις

Ο Ibn Khaldun στηριζόμενος σε παλιότερες απόψεις για τη μορφολογία του κόσμου(κυρίως τον Πτολεμαίο και τον Ιντρισί), περιγράφει τη Γη σαν μια σφαίρα που περιβάλλεται από νερό. Μπορεί να συγκριθεί, όπως λέει, με ένα σταφύλι που επιπλέει μέσα στο νερό(I:49). Το νερό έχει απομακρυνθεί από ορισμένα σημεία της Γης, επειδή ο θεός θέλησε να δημιουργήσει ζωντανά όντα, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί ο άνθρωπος ως ο αντιπρόσωπος του Θεού στη γη. Το μέρος της γης όπου το νερό έχει απομακρυνθεί είναι το μισό από τη συνολική επιφάνεια της γης. Η Γη έχει σφαιρικό σχήμα, είναι ακίνητη και περιβάλλεται από όλες τις πλευρές της από το νερό, το οποίο σχηματίζει τη θάλασσα , που ονομάζεται ωκεανός ή Μαύρη θάλασσα ή Πράσινη θάλασσα (alBahralMulif) (I:49).

Η στεριά , το μέρος δηλαδή της Γης που δεν σκεπάζεται από τη θάλασσα και είναι κατάλληλο για την ανάπτυξη του πολιτισμού, περιλαμβάνει περισσότερες ακατοίκητες εκτάσεις. Η ακατοίκητες περιοχές στο Νότο, είναι σε έκταση μεγαλύτερη από αυτή του Βορρά. Η στεριά της Γης επεκτείνεται προς το Νότο, μέχρι τη γραμμή του Ισημερινού και στο Βορρά μέχρι τη γραμμή πίσω από την οποία βρίσκονται τα βουνά που οριοθετούν τον πολιτισμένο κόσμο από τον ωκεανό (I:49). Ανάμεσα στα βουνά αυτά, που εκτείνονται από τη Δύση προς την Ανατολή και φτάνουν μέχρι τον ωκεανό, βρίσκεται το Φράγμα της Gog και της Magog (αμαρτωλές πόλεις στην ισλαμική παράδοση). Το μέρος της Γης που καλύπτεται από τη στεριά αντιπροσωπεύει το μισό ή και λιγότερο της γήινης σφαίρας, ενώ το πολιτισμένο μέρος το ένα τέταρτο και διακρίνεται σε επτά ζώνες (I:49).

Ο Ισημερινός χωρίζει τη Γη σε δύο μέρη από τα Δυτικά προς τα Ανατολικά και αντιπροσωπεύει το γεωγραφικό μήκος της γης . Είναι η μεγαλύτερη γεωγραφική γραμμή πάνω στη Γη, όπως η εκλειπτική γραμμή (η τροχιά του ήλιου στον ουρανό, κατά τη διάρκεια ενός έτους, όπως αυτή διέρχεται από τους 12 αστερισμούς) και η γραμμή του ουράνιου ισημερινού, που είναι οι μεγαλύτερες γραμμές στο ουράνιο στερέωμα(I:54 ). Το μήκος της γραμμής του ουράνιου ισημερινού, που είναι παράλληλη προς τον ισημερινό της Γης και χωρίζει το ουράνιο στερέωμα σε 2 μέρη, είναι 90 μοίρες εκατέρωθεν των δύο πόλων (Βορρά και Νότου). Παρόλα αυτά, το πολιτισμένο κομμάτι βόρεια του ισημερινού είναι μόλις 64 μοίρες (I:56 ). Το υπόλοιπο βόρειο τμήμα είναι άγονο και έρημο εξαιτίας του ισχυρού ψύχους, όπως εξάλλου και ολόκληρο το νότιο τμήμα εξαιτίας της ζέστης(I:50 ).

Ο Ibn Khaldun ακολουθώντας τους Πτολεμαίο και Ιντρισί, χωρίζει το πολιτισμένο κομμάτι της Γης σε επτά ζώνες και κάθε μια από αυτές σε δέκα περιοχές. Τα όρια των ζωνών αυτών είναι φανταστικά και εκτείνονται από την Ανατολή μέχρι τη Δύση. Ως προς το γεωγραφικό τους πλάτος είναι όμοιες, διαφέρουν όμως ως προς το γεωγραφικό μήκος. Η πρώτη ζώνη είναι μεγαλύτερη από τη δεύτερη, το ίδιο και η δεύτερη από την τρίτη κοκ. Η έβδομη ζώνη είναι η μικρότερη (I:50).

Ο Βορράς και ο Νότος ορίζονται με κριτήρια το ύψος της θερμοκρασίας και το πολιτιστικό επίπεδο των λαών που κατοικούν εκεί. Στο βορρά επικρατεί δριμύ ψύχος ενώ στο Νότο αφόρητη ζέστη. Έπεται λοιπόν, ότι οι ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες θα περιορίζονται καθόσον θα προχωράμε προς τις λεγόμενες «Μέσες περιοχές» της Γης και τις αντίστοιχες ζώνες, όπου το κλίμα είναι ήπιο. Η τέταρτη ζώνη, είναι η πιο εύφορη και πολιτισμένη περιοχή, ενώ η τρίτη και η πέμπτη, που συνορεύουν με αυτή είναι επίσης πολιτισμένες. Σε μικρότερο βαθμό ήπιες και άρα λιγότερο πολιτισμένες είναι η δεύτερη και η έκτη ζώνη, ενώ αντίθετα η πρώτη και η έβδομη ζώνη, επειδή συνορεύουν με τους δύο πόλους, είναι οι λιγότερο πολιτισμένες περιοχές της Γης (I:56).

Σύμφωνα με τον περιβαλλοντικό ντετερμινισμό του Ibn Khaldun, το κλίμα και το περιβάλλον παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή, τη φυσική εμφάνιση, την ιδιοσυγκρασία και τα έθιμα των ανθρώπων (George Kish, 1978). Έτσι στις τρεις μεσαίες γεωγραφικές ζώνες (4η, 3η και 5η ζώνη), όπου επικρατεί το ήπιο και εύκρατο κλίμα, οι άνθρωποι είναι περισσότερο συγκρατημένοι και μετρημένοι, όσον αφορά την ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα τους, τη φυσική τους εμφάνιση και το χρώμα τους (I:61). Αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο κατασκευής των οικοδομημάτων (όπου τα χτίσματα είναι φτιαγμένα με πέτρες και διακοσμημένα με έργα τέχνης), την ενδυμασία, τη διατροφή και τις πρακτικές τέχνες, τους πολιτικούς θεσμούς. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών διαθέτουν θρησκευτικούς νόμους που ορίζονται από τους προφήτες, πόλεις , κράτη, επιστήμη. Το τεχνολογικό επίπεδο κατασκευής των εργαλείων είναι εξίσου ανεπτυγμένο, αφού φτιάχνουν τα εργαλεία τους από φυσικά μέταλλα, όπως χρυσός, ασήμι, σίδηρος και χαλκός, ενώ στις οικονομικές τους συναλλαγές χρησιμοποιούν πολύτιμα μέταλλα, κυρίως χρυσό και ασήμι. Τέτοιους πολιτισμούς συναντά κανείς στους Άραβες, τους Βυζαντινούς, τους Εβραίους, τους Ινδούς , τους Κινέζους και τους Πέρσες (Ι:61).

Αντίθετα οι κάτοικοι των υπολοίπων περιοχών της Γης (1η, 2η, 6η και 7η ζώνες) διαφέρουν κατά πολύ από τις προηγούμενες , τόσο σε σχέση με τα στοιχεία του χαρακτήρα και της φυσικής τους εμφάνισης, όσο και σε σχέση με το επίπεδο του τεχνικού τους πολιτισμού.

Στο Νότο (1η και 2η ζώνη), όπου ο ήλιος μεσουρανεί σχεδόν κάθε εποχή του χρόνου, το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων είναι μαύρο εξαιτίας της ζέστης και του ζεστού αέρα (I:60). Τέτοιοι είναι οι κάτοικοι της Αβησσυνίας (κάτοικοι των περιοχών απέναντι από τη Μέκκα και την Υεμένη), οι Zanj (οι κάτοικοι του Ινδικού ωκεανού) και οι Σουδανοί (Νέγροι). Αντίθετα οι κάτοικοι των Βόρειων περιοχών (Τούρκοι, Τουρκμένοι, Χαζάροι, Αλαμανοί, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι Χριστιανοί, καθώς και οι κάτοικοι των πόλεων Gog και Magog), εξαιτίας του ψυχρού αέρα, έχουν δέρμα άσπρου χρώματος, γαλάζια μάτια, ρυτιδιασμένο δέρμα και ξανθά μαλλιά (I:60).

Ο ακραίος περιβαλλοντικός ντετερμινισμός του Ibn Khaldun φθάνει σε σημείο να θεωρεί ότι το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων δεν οφείλεται σε κληρονομικούς παράγοντες, αλλά είναι επίκτητο χαρακτηριστικό που οφείλεται στη θερμοκρασία του αέρα, στις διάφορες περιοχές της Γης !!!!!!!

Οι ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν στις ζώνες μακριά από τις εύκρατες περιοχές έχουν επίδραση στην ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων και στο επίπεδο του τεχνικού πολιτισμού τους. Για παράδειγμα οι Νέγροι και οι κάτοικοι των παράκτιων περιοχών χαρακτηρίζονται από νωθρότητα , μεγάλη συναισθηματικότητα και είναι ευερέθιστοι. Ο ζεστός αέρας προκαλεί ευθυμία και χαρά (Ι:63). Αντίθετα οι κάτοικοι στο Βορρά και όσοι κατοικούν σε ορεινές περιοχές είναι θλιμμένοι και μελαγχολικοί. Τα οικοδομήματα των ανθρώπων στις ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες είναι πρόχειρα κατασκευασμένα συνήθως από πηλό και καλάμια, ενώ η διατροφή τους περιλαμβάνει δημητριακά και χόρτα (I:58)-. Η ενδυμασία τους είναι φτιαγμένη από ακατέργαστη φυσική πρώτη ύλη, όπως φύλλα δέντρων και δέρματα ζώων (I:58)-. Δεν έχουν θρησκευτικούς νόμους και στις οικονομικές τους συναλλαγές δεν χρησιμοποιούν ευγενή μέταλλα, αλλά χαλκό, σίδηρο ή δέρματα ζώων. Γενικά η ζωή τους προσομοιάζει περισσότερο με αυτή των ζώων, παρά με αυτή των ανθρώπων (I: 58 -) -. Παρόλα αυτά θεωρεί ότι οι κάτοικοι των βορείων ζωνών είναι περισσότερο πολιτισμένοι από τους κατοίκους των νοτίων (Ι:54-57)-.

Κοινωνιολογία – Εθνολογία- Οικονομική Επιστήμη

Όπως είπαμε και στην αρχή, το έργο του Ibn Khaldun είναι ιστορικά το πρώτο εγχείρημα για τη δημιουργία μιας αυτοτελούς «επιστήμης του πολιτισμού» (εθνολογία). Για τον Ibn Khaldun η ιστορική εξέλιξη είναι κοινωνική και πολιτισμική. Οι κοινωνίες εξελίσσονται από την νομαδική κοινότητα που στηρίζεται στη γεωργία και την κτηνοτροφία, και χαρακτηρίζεται από τεχνολογική και πολιτισμική απλότητα, στις αστικές μορφές κοινωνικής ζωής που βασίζονται στο εμπόριο, την ανάπτυξη των τεχνών και όπου η τεχνολογία και η πολιτισμική οργάνωση φτάνουν σε υψηλό βαθμό συνθετότητας.

Το κεντρικό σημείο της μελέτης του είναι η ανίχνευση των παραγόντων που οδηγούν στην πτώση και την καταστροφή των πολιτισμών(ΙI,14:105).

Ο Ibn Khaldun θεωρεί την κοινωνική ανάπτυξη ως νομοτελειακή διαδικασία που καθορίζεται άμεσα από το γεωγραφικό περιβάλλον (περιβαλλοντικός ντετερμινισμός). Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει κύκλους ακμής και παρακμής που ακολουθούν μια φυσική νομοτέλεια, άποψη που παραπέμπει στη θεωρία της κύκλισης των πολιτευμάτων, που πρώτος διατύπωσε ο Πλάτων και στη συνέχεια ανέπτυξε ο Πολύβιος. Σε αντίθεση όμως μ’ αυτούς, ο Ibn Khaldun, αναζητά τα βαθύτερα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά και περιβαλλοντικά αίτια της παρακμής. Με άλλα λόγια τους υλικούς όρους της κοινωνικής – ιστορικής εξέλιξης (IBN KHALDUN). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος περιγράφοντας τη νέα επιστήμη του πολιτισμού, που ο ίδιος πρωτοδιατύπωσε: «η επιστήμη αυτή μπορεί να βοηθήσει τον ιστορικό να εφαρμόσει ένα κριτήριο βάση του οποίου θα προσεγγίσει τα γεγονότα του παρελθόντος. Μέσα από τη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας, ο ιστορικός θα μπορέσει να διακρίνει ανάμεσα στο πιθανό και στο απίθανο, και ανάμεσα στα γεγονότα και τα κοινωνικά φαινόμενα που είναι αναγκαία και παρουσιάζουν κανονικότητες και σε αυτά που είναι απλώς συμπτωματικά». Για αυτό και θεωρείται σήμερα από πολλούς ως ο πατέρας και θεμελιωτής της επιστήμης της κοινωνιολογίας-ανθρωπολογίας (Faridah Hj Hassan, 2006).

Όπως είπαμε και παραπάνω η ιστορική εξέλιξη είναι για τον Ibn Khaldun μια διαδικασία κυκλικής αλλαγής. Η διαδικασία αυτή κύκλισης , είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης κοινωνικών ομάδων που αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τρόπους ζωής: η ζωή των νομάδων είναι σκληρή και άγρια , και αποτελεί πρόκληση για την πολιτισμένη κοινωνία. Από την άλλη μεριά διαθέτουν και πολλά ηθικά προτερήματα. Αγαπούν την ελευθερία, είναι αδιάφθοροι και εγωιστές και διαθέτουν το αίσθημα της αλληλεγγύης (asabiya) που τους κάνει ικανούς πολεμιστές. Αντίθετα ο αστικός τρόπος ζωής είναι εκλεπτυσμένος, καλλιεργημένος και δίνει έμφαση στην ανάπτυξη της τέχνης και της επιστήμης. Παράλληλα όμως η πολιτισμένη ζωή διαφθείρει τον άνθρωπο , τον κάνει λιγότερο υπεύθυνο και περισσότερο εξαρτημένο από το κράτος. Η κοινωνική αλληλεγγύη εξαφανίζεται, ενώ η μαλθακότητα κάνει τους ανθρώπους της αστικής κοινωνίας περισσότερο ευάλωτους στην κατάκτηση (ΙI,17:109).

Σύμφωνα με τον Ibn Khaldun, ο πολιτισμικός και κοινωνικός κύκλος περιλαμβάνει τρία στάδια (Issawi, Leaman, 1998).

Κατά το πρώτο στάδιο, ένας νομαδικός λαός κατακτά μια περιοχή και οι αρχηγοί τους δημιουργούν μια νέα δυναστεία. Στην αρχή οι αρχηγοί αυτοί κυβερνούν ανεκτικά και με σύνεση, και με γνώμονα την αρετή και την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η επιβληθείσα φορολογία κρατιέται σε ανεκτά επίπεδα και το αποτέλεσμα είναι μια αύξηση του πληθυσμού. Επιπλέον η αύξηση του πληθυσμού, είναι αποτέλεσμα και της εξωτερικής μετανάστευσης που προσελκύει η ευημερία της πολιτείας. Η αύξηση του πληθυσμού οδηγεί κατά τον Ibn Khaldun στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και στη μεγαλύτερη επαγγελματική εξειδίκευση και αυτό με τη σειρά του στη δημιουργία οικονομικού πλεονάσματος (surplus). Η δημιουργία οικονομικού πλεονάσματος δημιουργεί και προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου.

Οι επόμενες γενεές των επιγόνων, αρχίζουν όμως να χάνουν σιγά σιγά τις ηθικές και στρατιωτικές αρετές των ιδρυτών. Προκειμένου να καλύψουν τα υπέρμετρα έξοδα της πολυτελούς ζωής τους, επιβάλλουν μεγαλύτερες υποχρεώσεις και φόρους στους υπηκόους τους. Η αύξηση των φόρων λειτουργεί αποτρεπτικά για τους παραγωγούς και τους εμπόρους που οδηγούνται σε εξωτερική μετανάστευση και αναζήτηση καλλίτερων συνθηκών ζωής. Το συνολικό εισόδημα αρχίζει να ελαττώνεται εξαιτίας της αθρόας εξόδου πολύτιμων ανθρώπινων πόρων και της μείωσης της παραγωγής.

Το τρίτο στάδιο σηματοδοτεί την έναρξη της παρακμής του κράτους. Η σύγκρουση μέσα στο κράτος γενικεύεται αφού δεν υπάρχουν κατάλληλοι αποτρεπτικοί μηχανισμοί, ενώ το κράτος συνεχίζει να αυξάνει τους φόρους. Η μετανάστευση των πολιτών προς το εξωτερικό, αυξάνει ακόμη περισσότερο και η αφαίμαξη σε ανθρώπινο δυναμικό οδηγεί σε περαιτέρω μείωση της παραγωγής και της κοινωνικής ευημερίας. Η κρατική άμυνα καθίσταται αδύναμη και το κράτος γίνεται ευάλωτο στις έξωθεν εισβολές. Η κατάκτηση από μια νέα φυλή νομάδων, είναι η αναμενόμενη κατάληξη.

Διάγραμμα 1. Τα στάδια του πολιτισμικού και κοινωνικού κύκλου

Διάγραμμα 1. Τα στάδια του πολιτισμικού και κοινωνικού κύκλου (μεγαλώστε)

Τα τρία αυτά στάδια, σύμφωνα με τον Ibn Khaldun, διαρκούν τρεις γενεές ή εκατόν είκοσι χρόνια, όπως δείχνει και το διάγραμμα 1.

Συνολική αποτίμηση και αξιολόγηση του έργου του

Όπως φαίνεται και από την παραπάνω περιγραφή της ανθρωπογεωγραφικής και ιστορικοκοινωνικής του θεωρίας, είναι βέβαιο ότι ο Ibn Khaldun δεν μπορεί να ξεπεράσει τους πολιτισμικούς καθορισμούς που θέτει το ιστορικό πλαίσιο του καιρού του και οι προσωπικές του εμπειρίες. Για παράδειγμα οι κοσμολογικές του απόψεις, απηχούν σήμερα παρωχημένες αντιλήψεις και θεωρίες, που ανάγονται στην ελληνιστική περίοδο, όπου κυριαρχούσε το Πτολεμαικό σύστημα ερμηνείας του κόσμου. Το ίδιο και οι ανθρωπογεωγραφικές του απόψεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από έναν ακραίο περιβαλλοντικό ντετερμινισμό, κυρίαρχο τρόπο γεωγραφικής σκέψης καθ΄ όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Εντούτοις όμως, και κυρίως μέσα από κάποιες μεθοδολογικές προτάσεις του, μπορούμε να βρούμε, πρωτότυπες σκέψεις που ξεπερνούν παρόμοιους ιστορικούς περιορισμούς. Πολλές από τις απόψεις του αυτές, τον κατατάσσουν δικαιολογημένα σήμερα ως θεμελιωτή νέων επιστημονικών κλάδων, όπως η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, εθνολογία, η πολιτική και οικονομική επιστήμη. Θα περιοριστούμε στις πιο αντιπροσωπευτικές από αυτές.

Ο Ibn Khaldun θεωρεί ότι η πολιτισμική και κοινωνική κύκλιση είναι αποτέλεσμα της επίδρασης κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων και όχι ατομικών πρωτοβουλιών. Τα κοινωνικά φαινόμενα υπακούουν σε νόμους που παρόλο ότι δεν είναι τόσο απόλυτοι και δεσμευτικοί, όπως οι φυσικοί νόμοι, εντούτοις προδιαγράφουν κανονικότητες και πρότυπα που μπορούν να εξηγήσουν ιστορικές ακολουθίες. Ο ιστορικός μπορεί να αναδείξει τους νόμους αυτούς μέσα από την άσκηση της Λογικής και την παρατήρηση. Οι απόψεις του αυτές συνέβαλλαν στο να θεωρηθεί ο Ibn Khaldun ως εκπρόσωπος του άκρατου περιβαλλοντικού ντετερμινισμού. Για παράδειγμα, οι απόψεις του για την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και του κλίματος στον χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία, την φυσική εμφάνιση και τα έθιμα των ανθρώπων, μπορεί σήμερα να θεωρούνται ακραίες αλλά μια πιο προσεκτική μελέτη του έργου του, δείχνει ότι ο ίδιος, απέδιδε μεγαλύτερη σημασία στην επίδραση των κοινωνικών παραγόντων όπως πχ., η κοινωνική αλληλεγγύη, ο καταμερισμός της εργασίας, ο πλούτος, η μετανάστευση κλπ. Κυρίως αυτό φαίνεται από την αναφορά του στα εθνικά χαρακτηριστικά των Αράβων, των Περσών και των Εβραίων, τα οποία εξηγούνται με κοινωνιολογικούς-εθνολογικούς όρους, όπως π.χ. νομαδική ζωή, αστικοποίηση και κατάκτηση (Issawi, Leaman, 1998).Το ίδιο και όταν αναφέρεται σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες , όπως νομάδες, αστοί, έμποροι, αγρότες, των οποίων τα χαρακτηριστικά ανάγονται στον τρόπο ζωής τους και στο είδος της απασχόλησης τους (Issawi, Leaman, 1998).

Οι απόψεις του για την ανθρώπινη φύση ανάγονται επίσης στην κλασική αρχαιοελληνική παράδοση. Όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, έτσι και ο Ibn Khaldun, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον άνθρωπο από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο αναφοράς του. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος ως «φύσει πολιτικό όν» ωθείται στην κοινωνική συμβίωση προκειμένου να καλύψει τις βασικές του ανάγκες σε τροφή και ασφάλεια. Η πολιτισμική πρόοδος είναι αποτέλεσμα της αύξησης και εξειδίκευσης των ανθρώπινων αναγκών. Για αυτό και σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς ο Ibn Khaldun μπορεί να θεωρηθεί ως θεμελιωτής της θεωρίας των αναγκών του Maslow (Abdul Azim Islahi, 2006).

Από την έμφυτη κοινωνικότητα του ανθρώπου , απορρέουν οι δύο βασικές αρχές της κοινωνικής οργάνωσης: η κοινωνική αλληλεγγύη και ο καταμερισμός της εργασίας. Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι περισσότερο αναπτυγμένη σε μικρότερες ομάδες και χαλαρώνει όσο προχωρά η αστικοποίηση της κοινωνικής ζωής, ενώ ο καταμερισμός της εργασίας, είναι κατεξοχήν χαρακτηριστικό του αστικού τρόπου ζωής. Ο καταμερισμός της εργασίας οδηγεί στην επαγγελματική εξειδίκευση και την οικονομική ανάπτυξη. Ο ρόλος της ανθρώπινης εργασίας είναι καθοριστικός στο έργο του. Η οικονομική ανάπτυξη, η αύξηση της παραγωγής και η ευημερία είναι αποτέλεσμα της αύξησης του εργατικού δυναμικού, που ο Ibn Khaldun ταυτίζει με την πληθυσμιακή αύξηση. Από αυτή την τελευταία άποψη, ο Ibn Khaldun μπορεί να θεωρηθεί ο πρόδρομος της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, η οποία στηρίχθηκε εξαρχής στην παραδοχή ότι η πληθυσμιακή αύξηση λειτουργεί ενισχυτικά στην οικονομική ανάπτυξη (αντίθ. η θεωρία του Malthus).

Αλλά και οι θέσεις του σχετικά με το ρόλο της φορολογίας στην οικονομική ανάπτυξη, μπορούν άνετα να τον κατατάξουν στη λίστα των σύγχρονων φιλελεύθερων οικονομολόγων (Abdul Azim Islahi, 2006). Για τον Ibn Khaldun, η αύξηση των φόρων πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική ύφεση , γιατί επιδρά στο επίπεδο της παραγωγής. Θεωρεί το Zakoh (μουσουλμανικός αναλογικός φόρος 2,5% επί της παραγωγής) ως τον μόνο νόμιμο κρατικό φόρο, ενώ κάθε επιπλέον φόρος οδηγεί σε οικονομική ύφεση. Το κράτος ή η κυβέρνηση, η οργάνωση δηλαδή μιας ανεπτυγμένης αστικής κοινωνίας, οφείλει να χρησιμοποιεί τη φορολόγηση αποκλειστικά και μόνο για τη χρηματοδότηση των μηχανισμών προστασίας και ασφάλειας των πολιτών. Για αυτό και τα έσοδα και τα έξοδα της κρατικής διοίκησης πρέπει να εξισορροπούνται.

Βιβλιογραφία

– Abdesselam Cheddadi, 2005, Reconnaissance dIbn Khaldun, άρθρο βασισμένο σε συνέντευξη του A. Cheddadi, δημοσιευμένο στο Esprit, DavidMacey (επιμ.), τεύχος No 11, Νοέμβριος
– Abdul Azim Islahi, 2006, Ibn Khaldun’s Theory of Taxation and its Relevance Today, Paper for presentation to the Conference on Ibn Khaldun, Madrid-SPAIN, 3-5 November
.
Caroline Stone, Ibn Khaldun and the Rise and Fall of Empires
Charles Issawi, Oliver Leaman, 1998, Ibn Khaldun, ‘Abd al-Rahman (1332-1406), από την Encyclopedia of Philosophy, Routledge.
– David Abramsky, “The modern relevance of Ibn Khaldun’s Economic Philosophy
– George Kish, 1978, A Source Book in Geography, Harvard University Press, ISBN 0674822706, 9780674822702
– Faridah Hj Hassan, 2006, Ibn Khaldun and Jane Addams: The Real Father of Sociology and the Mother of Social Works, Ibn Khaldun’s Contribution to Sociology and Historiography, Faculty of Business Management, Universiti Teknologi Mara, Malaysia

IBRAHIM M. OWEISS, Ibn Khaldun the father of Economics
– 
JOE MCCAFFREY, IBN KHALDUN: THE FORGOTTEN FATHER OF ECONOMICS?
– Mohaned Talib Al-Hamdi
, Ibn Khaldun: The Father of the Division of Labor, international Conference on Ibn Khaldun in Madrid , Spain November 3-5, 2006 hold by the Islamic Research and Training Institute in collaboration with Univerisdad Nacional de Education a Distance (UNED), and the Islamic Culture Center of Madrid
– Ibn Khaldūn, 1969, The Muqaddimah: An Introduction to History,
μεταφρ. Franz Rosenthal, N. J. Dawood, ΝΥ, Princeton University Press, ISBN 0691017549, 9780691017549.
IbnKhaldun, άρθρο στο IBN KHALDUN
, στις 22/12/2008, 19:00.
– Mohammad Abdullah Enan, 1997, IBN KHALDUN: his life and works, New Delhi, Kitabbhavan
.
– William R. Polk, 2001, Encounters with Ibn Khaldun, 07 March 2001.

 

©Εργασία για το μάθημα » Ανθρωπογεωγραφία-Ι «, του Δημήτρη Γκόκη, 9° εξάμηνο/Εθνολογία, Κομοτηνή, Ιανουάριος 2009.

Διορθώσεις, προσθήκες και επιμέλεια: © ΑνθρωποΓεωγραφίες


Advertisements